Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση



7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση

Πανσέληνος σήμερα, η δεύτερη του Αυγούστου… Αντιγράφω απ’ το προσωπικό μου ημερολόγιο (με λίγες εκ των υστέρων προσθήκες και διορθώσεις):

Ημέρα 1η, Σάββατο.- Στους Κόκκους, Ασκληπιού και Διδότου, ο Σωτήρης, ο Βασίλης Χουλιαράς απ’ το Μεσολόγγι, ο Ηρακλής Οικονόμου κι εγώ. Ο Σωτήρης μας έφερε τη νέα του ποιητική συλλογή. Πανσέληνος στο Δάσος! Ωραίος τίτλος, ωραίο και το εξώφυλλο, με σκηνή απ’ το Μ’ αγαπάς; του Πανουσόπουλου. Την ξεφυλλίσαμε όλοι μαζί. Σ’ όλους άρεσε. Το μάτι μου «κόλλησε» στο ακόλουθο ποίημα:

θνήσκων  Σωτήρης. να μην ξαναρχίσω με κεφαλαίο, και τ’ όνομά μου πια με μικρό, λίγο πριν, πολύ, πάρα πολύ μετά. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα του αγάλματος, του χαλκού έστω, να ’ναι κι απέξω προς το μαύρο, όχι τελείως άσπρο, τελείως θάνατος, τελείως μάρμαρο, σαν ταφόπλακα, σαν σταυρός. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα στα χάλκινα, τι κίνηση απέξω εγώ πάλι να δίνω, τι γαλατική κι εγώ ευγένεια πια να ’χω, να πεθαίνω σαν άγαλμα, σαν τέχνη μόνο εγώ ο πολεμιστής, εγώ, το φάντασμα αυτό το αεικίνητο! από μέσα στο άσπρο το μαύρο είναι πιο λευκό, πιο απλό, πιο σκοτεινό, πιο ήρεμο.
 

Ημέρα 2η, Κυριακή.- Ξύπνησα νωρίς. Ζεστός καφές και μπισκότα. Πήρα στα χέρια μου την Πανσέληνο στο Δάσος. «της Τέρρυς το δάσος, της πριγκίπισσας», διάβασα την αφιέρωση. Κι ύστερα διάβασα τα ποιήματα. Όλα. Κι έβαλα μουσική, τραγούδια. Και τραγούδησα. Και μουρμούρισα:
τη χάνω την Ακρόπολη! ένα σπίτι του δύο χιλιάδες θα είναι πια ανάμεσά μας, δεν θέλω όμως πολυτέλειες και πολυκατοικίες, τραγούδια θέλω μόνο, ρόουντ σονγκς, να τους ψάχνω εγώ όλους, να μη βρίσκω ποτέ κανέναν, να τους χάνω και να χάνομαι. στην Αθήνα δεν ξέρω τι να κάνω πια, τι κάνω. είμαι γιος Θεού για τους Αιγυπτίους, μέγας Πολέμαρχος για τη Δύση, ο μεγαλύτερος των Ελλήνων για τους Έλληνες, για την Ασία.  κι όμως, πάει η Ακρόπολη ξαφνικά, χάνεται σαν άνθρωπος κι αυτή μες στο πλήθος, μες στο τόσο μου πάθος. ένα μάτι ακόμα να ’χα μόνο σαν θεός, ένα μάτι μόνο επουράνιο!

 Ημέρα 3η, Δευτέρα.- Στο γραφείο από νωρίς. Σχεδόν νύχτωσε. Δεν έκανα διάλειμμα σήμερα. Αχ, να ’χα ένα τσιγάρο, όπως τότε που κάπνιζα, να το ανάψω, ν’ ανοίξω το παράθυρο να χυθεί κρύος αέρας, να το ’φχαριστηθώ, να ευχαριστηθώ… Ανοίγω την Πανσέληνο στο Δάσος. Τυχαία σελίδα, τυχαίο ποίημα… Τυχαίο;

γιατί όχι κι ένα τσιγάρο; πόσοι δεν πεθαίνουν χωρίς τσιγάρο, χωρίς καθόλου καπνό, πόσες γυναίκες με το στόμα τους καθαρό σαν ήλιος, με τα χνώτα τους σαν μάγουλα ροδοκόκκινα, με το νου τους σαν πλανήτη χωρίς φεγγάρια, χωρίς δαχτυλίδια κι ατμό; πόσοι πλανήτες ύστερα δεν λένε να πεθάνουν με τίποτα, χωρίς νερό, χωρίς φωτιά, χωρίς αέρα. ένα Σύμπαν δηλαδή τελείως νεκρό, ζώντας μόνο σαν χθες, κι η καρδιά μου να το προσέχει ολομόναχη, μην καπνίσω, μη ζήσω, μην πεθάνω.



Ημέρα 4η, Τρίτη.- Ο Τζίμης Πανούσης διάβασε στον Δούρειο Ήχο του 7 ποιήματα από την Πανσέληνο στο Δάσος. Θα ανεβάσω το αρχείο στο youtube! Θα με βοηθήσει ο Σωτήρης και ο Θοδωρής Σκριβάνος. Οι απαγγελίες του Τζιμάκου αποδίδουν τα ποιήματα υπέροχα, πρέπει να τον ακούσουν όσο το δυνατόν πιο πολλοί! (Το ανέβασα, βεβαίως):
μεγάλωσε κι ο θάνατος. από μικρό παιδάκι έγινε κι ο θάνατος άντρας ολόκληρος, από φυλλαράκι δάσος, από κοράλλι θάλασσα, ωκεανός απέραντος. μεγάλωσε σαν άνθρωπος κι αυτός, σαν δέντρο, σαν το χώμα. όλο και πιο πολύ χώμα γύρω μου, όλο και πιο μεγάλη αγωνία, όλο και πιο ασίγαστο άγχος. θάνατος σαν χώμα παντού, άμμος οι άνθρωποι που φεύγουν, σταγόνες από πάνω τους τα λίγα τους λόγια, οι καημένες οι καρδιές τους. σύννεφα κατακόκκινα στον ουρανό τα αισθήματά τους, ακίνητα μες στους έρωτες κομμάτια ολόκληρα θανάτου, σαν καρύδια μες στο μέλι, σαν πετραδάκια σ’ ενυδρείο πολύχρωμα. γιατί, ωραίος κι ο θάνατος, τελικά. πολύ ωραίο παιδάκι.

 



Ημέρα 5η, Τετάρτη.- Στον Ηλεκτρικό, Ομόνοια-Πειραιάς. Και μετά στο Φέρρυ για την Ύδρα. Έχω μες στην τσάντα μου την Πανσέληνο στο Δάσος. Έχει μποφώρ, μα διαβάζω λίγο. Κρατώ ένα μολύβι και σημειώνω κάποιες λέξεις. Σηκώνω τα μάτια μου, βλέπω μια νεαρή κοπέλα, όμορφη, και γλυκειά, το βλέμμα της καρφωμένο στο μολύβι μου, ένα βλέμμα περίεργο, εξεταστικό, κι ύστερα ένα χαμόγελο: η μύτη του μολυβιού έχει τελειώσει, έχει σωθεί:
και τα μολύβια, τελικά, τελειώνουν. και τα μολύβια. βλέπω να μικραίνουν οι μύτες τους, να πρέπει κάθε φορά εγώ να τα ξαναζωντανέψω, να μπορούν όσο μπορούν να λένε σαν Πινόκιο ψέματα, ανοησίες. ο Πινόκιο, βέβαια, ξύλινος κι αυτός ο περισσότερος, σιγά-σιγά άνθρωπος  με τα ψέματα έγινε, κι εγώ από άνθρωπος ξύλο, πέτρα, σκόνη γρήγορα γίνομαι. όλος αυτός ο δανεικός, ο πρόσκαιρός μου αέρας μπαινοβγαίνει σαν ταχυδακτυλουργός, σαν μάγος μέσα μου. για να βγει τελικά χωρίς πολλά-πολλά μια μέρα, μια νύχτα. έν’ απόγευμα.
 
 Ημέρα 6η, Πέμπτη.- Πάντα μου άρεσαν οι Πέμπτες, για το προμήνυμα του τέλους της ’βδομάδας, για τα δύσκολα που πέρασαν, τις Τετάρτες που έφυγαν και τις Παρασκευές που έρχονται, ούτε κι ο ίδιος πια δεν ξέρω, από παράδοση ίσως… Σήμερα όμως, που έχει πανσέληνο, μελαγχόλησα. Κι ας είναι Πέμπτη… Ξαπλώνω στο κρεββάτι, κοιτάζω το ταβάνι, το χέρι μου ψηλαφίζει ένα βιβλίο στο κομοδίνο. Δεν φοράω γυαλιά, το φέρνω κοντά στα μάτια μου. Είναι η Πανσέληνος στο Δάσος, πάντα δίπλα μου, πάντα επάνω μου, να με στηρίζει και να με φωτίζει, στις δύσκολες ώρες, στις μελαγχολικές Πέμπτες, όπως οι φίλοι οι καλοί, όπως η ποίηση η αυθεντική:                                      .
να βγω έξω, δεν βγήκα. νύχτα έχει και μέσα, και στη μέση των δωματίων πάντα πανσέληνοι μικρές, πάντα φώτα. με γυαλιά τότε μαύρα μπορείς να κοιτάς προς τα πάνω, ό,τι θέλεις να γίνεται το φως, έκλειψη ιδιωτική, ήλιος προσωπικός, σελήνη, ας πούμε, υπερήφανη, σαν καρδιά εγκάρδια, σαν νερό το φως δροσερό τότε, πηγαίο. και δικά σου πάλι τότε πρόσωπα, σαν θεός όσα εσύ θέλεις μόνο να ξανάρχονται, να ξαναφωτίζονται λίγο, πολύ, ήσυχα-ήσυχα. πανσέληνος τότε η ψυχή σου στο δάσος, το θεοσκότεινο, το μαύρο. από πάνω σαν λάμπα, λάμπα δωματίου τιποτένια, θεά ξαφνικά κι αυτή όμως, παντού, παντοδύναμη.

 

Ημέρα 7η, Παρασκευή.- Στις εκδόσεις Opera. Με τον Σωτήρη, τον Γιώργο, το Στέλιο, την Γαρυφαλλιά, τον Μανώλη, τον Κώστα, τον Τζιμάκο, τον Αντρέα, τον Βασίλη, τον Θεοδόση και τον Χρήστο. Κλασική συνάντηση Παρασκευής, σήμερα όμως ήμαστε περισσότεροι διότι εγκαινιάζαμε τον ανακαινισμένο χώρο του Γιώργου. Ο Σωτήρης μοίρασε σε όλους την Πανσέληνο στο Δάσος. Ο Τζιμάκος, ιδιαιτέρως ευδιάθετος και ενθουσιασμένος, πήρε το βιβλίο και θέλησε να διαβάσει κάποια ποιήματα. Ο Σωτήρης δεν ήθελε… Στο τέλος ο Τζιμάκος διάβασε μόνον ένα, το πρώτο της συλλογής. Αυτό:
όλα μια νύχτα, μια στιγμή. κι εγώ από πάνω, ακίνητος, των πάγων ένα φως κατά κάτω να στέλνω μόνο, λιμνών τις αντανακλάσεις τις πιο αρχαίες απ’ όλες, καθρέφτης εγώ αυτού του Ήλιου του βλάκα, του φωτός του απλός τηλεγραφητής, πότε παιδί, πότε γυναίκα, πάντα όμως χωρίς σώμα, χωρίς πόδια, χωρίς ποδιά. κι ολόγυρα πια κάτω, δίπλα στους άλλους δίπλα μου, σαν νύχι εγώ πιο συχνά, σαν ακτίνα ολοστρόγγυλη, σαν σχίσιμο στο μάτι τ’ ουρανού χωρίς αίμα, χωρίς νερό. μόνο όταν ολόκληρος, ολόκληρη είμαι, μόνο τότε της Γης τα σκοτεινά και την ημέρα δάση φωτίζονται, κινούνται, περπατάνε.


Αθήνα, 31 Αυγούστου 2012 (Πανσέληνος)


Φώτης Μπατσίλας


Y.Γ.: Η ποιητική συλλογή «Πανσέληνος στο Δάσος» (2012) του Σωτήρη Κακίση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ (Λευκωσία). Διάθεση στην Αθήνα: Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια. Ιστοσελίδα: www.yialousa.org. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Βασίλη Αρτίκου, αυτή που εικονίζει τον Τζιμάκο να διαβάζει του Θοδωρή Σκριβάνου, ενώ αυτή με τον Κακίση και τον Πανούση του… ίδιου του Κακίση! Τους ευχαριστώ όλους!

3 σχόλια: