Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 9, Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (1964, Jacques Demy)



Les Parapluies de Cherbourg (Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, 1964), σε σκηνοθεσία Jacques Demy, με τους Catherine Deneuve και Nino Castelnuovo.


Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, δεν μπορώ να μην σκεφτώ αυτήν την ταινία ή, καλύτερα, την τελευταία σκηνή αυτής της ταινίας, σκηνή περίεργη, μελοδραματική, εξωπραγματική, μα πάνω απ’ όλα, σκηνή αμηχανίας, μια σκηνή που διαδραματίζεται τα Χριστούγεννα του 1963. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή:

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 άκουγα μανιωδώς τους δίσκους του Βαγγέλη Γερμανού, τα θρυλικά (πια) Μπαράκια (1981), το Ερωτικό Κούρδισμα (1982) και το Βραχυκύκλωμα (1984), δίσκοι απ’ τους καλύτερους αυτής της δεκαετίας, τους οποίους πού και πού ακούω μέχρι και σήμερα. Το Ερωτικό Κούρδισμα, ο πιο «εύκολος» δίσκος απ’ αυτούς τους τρεις περιείχε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γερμανού, την Κρουαζιέρα, αλλά κι ένα τραγούδι, σχεδόν άγνωστο σήμερα, που όμως τα χρόνια εκείνα το έπαιζε συχνά το ραδιόφωνο κι εγώ το έπαιζα καθημερινά σχεδόν στην κιθάρα (και το τραγουδούσα σε κάθε σχολική εκδρομή για να τ’ ακούσει μια κοπέλα που αγαπούσα πολύ…). Ήταν το Μαξίμ, μια ωραία γρήγορη ρομαντική μπαλάντα από ματζόρε, που είχα τα ακόλουθα λόγια:

Σ’ αρέσουν τα Ρεμπέτικα
και πιο πολύ τα ξένα,
μα τώρα δώσε προσοχή,
μικράκι μου, σε μένα.

Εγώ δεν ξέρω μουσική
τραγούδια να σου γράψω,
τις μπορώ σε μια στροφή
τη μοίρα σου ν’ αλλάξω.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»
στο Μαξίμ…

Στριφογυρίζεις και ρωτάς
και ψάχνεις την τροφή σου,
τα ’χεις χαλάσει, μάτια μου,
με τον προμηθευτή σου.

Κλείσ’ τα παράθυρα σφιχτά,
τις πόρτες και τα φώτα,
έλα να ναυαγήσουμε
στον καναπέ, σαν πρώτα.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ…

 
Έτσι, έμαθα για την ταινία, μια ταινία όμως που κατάντησε για μένα ταινία-φάντασμα, μια που για είκοσι και πλέον χρόνια δεν μπορούσα να βρω πουθενά όσο κι αν την έψαχνα σ’ όλα τα βιντεοκλάμπ, στις λέσχες και στα προγράμματα της τηλεόρασης (αργότερα έμαθα ότι η ταινία δεν υπήρχε πουθενά λόγω του ότι είχε ξεθωριάσει το αρνητικό και αποκαταστάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90).Όπως είναι φυσικό, όλ’ αυτά τα χρόνια, η ταινία πήρε μια σχεδόν μυθική διάσταση αφού, σε συνδυασμό και με την μουσική του Μισέλ Λεγκράν (Michel Legrand), που εν τω μεταξύ είχα ακούσει, αποτέλεσε δείκτη ρομαντικότητας, μνημείο του πρώτου μεγάλου μου έρωτα, παιδικού, μα άδολου, ανεκπλήρωτου, μα εξειδανικευμένου. Ο στίχος του τραγουδιού του Γερμανού «Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ – Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, στο Μαξίμ» ταυτίστηκαν πλέον με τη φράση «Φτάνει να μ’ αγαπάς, κι όλα μπορούν να συμβούν». Έτσι, οι Ομπρέλες του Χερβούργου έγιναν το σύμβολο της πιο μεγάλης, της πιο καθαρής, της αιώνιας και παντοδύναμης αγάπης… Πάμε τώρα στην ταινία:

Πρόκειται για ένα έγχρωμο, πολύχρωμο, θα έλεγα, μιούζικαλ, την πιο «τραγουδιστή» ίσως ταινία που έχω δει, σε σκηνοθεσία και λιμπρέτο του Ζακ Ντεμύ (Jacques Demy), χωρισμένη σε τρία μέρη, ως εξής:


1ο μέρος: Η Αναχώρηση.
Νοέμβριος 1957. Ο εικοσάχρονος Γκυ (Νίνο Καστελνουόβο) εργάζεται ως υπάλληλος σ’ ένα βενζινάδικο κι η δεκαεπτάχρονη Ζενεβιέβ (Κατρίν Ντενέβ) βοηθάει την χήρα μητέρα στο κατάστημά της που πουλάει ομπρέλες και ονομάζεται «οι Ομπρέλες του Χερβούργου». Είναι νέοι, είν’ ερωτευμένοι τρελλά! Βγαίνουν το βράδυ, πηγαίνουν θέατρο και μετά για χορό. Αγαπιούνται!
Η μητέρα της μικρής δεν θέλει τον γάμο τους, αλλά πείθεται να τους βοηθήσει, αν και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα Πηγαίνει να πουλήσει ένα κόσμημα αλλά δεν μπορεί. Τότε, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Ρολάντ Κασσάρντ (Marc Michel), πλούσιος και καλοδιατηρημένος έμπορος διαμαντιών, ο οποίος προσφέρεται να βοηθήσει, διότι του άρεσε πολύ η Ζενεβιέβ. Η μητέρα της μικρής ενθουσιάζεται και καλοβλέπει τον γάμο της κόρης της με τον πλούσιο άντρα, τη στιγμή που ο Γκυ λαμβάνει σημείωμα κατάταξης για τον πόλεμο της Αλγερίας. Πριν αναχωρήσει, πηγαίνει σπίτι του την Ζενεβιέβ και την κάνει δική του…

 2ο μέρος: Η Απουσία.
Ο Γκυ λείπει δυο μήνες και δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η Ζενεβιέβ ανησυχεί κι είναι χλωμή. Είναι έγκυος… Η μητέρα της αναστατώνεται. Καλέι σε γεύμα τον Ρολάντ, ο οποίος ζητάει το χέρι της μικρής! Δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν. Τους διηγείται την ιστορία του: κάποτε, αγάπησε μια γυναίκα, η οποία δεν τον αγαπούσε. Τη λέγαν Λόλα (ναι, πρόκειται για την ομώνυμη ταινία του Ντεμύ!). Προσπάθησε να την ξεχάσει και ταξίδεψε για χρόνια μακριά απ’ την Γαλλία. Τώρα φεύγει πάλι, μα θα γυρίσει σε τρεις μήνες για να λάβει απάντηση…
Φεβρουάριος 1958. Η Ζενεβιέβ παίρνει γράμμα από τον Γκυ. Μάρτιος 1958. Φουσκώνει. Απόκριες κι είναι μόνη. Η μητέρα της την πιέζει να παντρευτεί τον Ρολάντ. Το σκέφτεται. Η εικόνα του Γκυ αρχίζει να ξεθωριάζει… Απρίλιος 1958. Ο Ρολάντ δηλώνει ότι την παντρεύεται και με το παιδί! Η μικρή δέχεται. Ο γάμος γίνεται.

3ο μέρος: Η Επιστροφή.
Μάρτιος 1959. Μέρα βροχερή κι ο Γκυ επιστρέφει απ’ τον πόλεμο τραυματισμένος (όπως τραυματισμένη βγήκε απ’ τον πόλεμο της Αλγερίας κι η Γαλλία…). Στο κατάστημα με τις ομπρέλες γράφει «νέος ιδιοκτήτης» και στο σπίτι του, στο σπίτι της θείας του δηλαδή, με την οποία έμενε, η κατάσταση καταθλιπτική.
Απρίλιος 1959. Ο Γκυ έχει επιστρέψει στο γραράζ, όπου δούλευε και πριν πάει στρατό, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος: είναι οξύθυμος κι υπερβολικός. Παραιτείται, θα ζει πλέον με την μικρή του σύνταξη. Αρχίζει να πίνει. Σ’ ένα κακόφημο μπαρ του λιμανιού, τον ψωνίζει μια πόρνη. Πηγάινει μαζί της αλλά την αποκαλεί… Ζενεβιέβ!

Επιστρέφει σπίτι. Η θεία του έχει πεθάνει κι η Μαντλέν, η κοπέλα που φρόντιζε την θεία του κι ήταν ερωτευμένη κρυφά μαζί του, μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει. Της ζητάει να μείνει μαζί του, αλλ’ αυτή αρνείται. «Έχεις αλλάξει πολύ, δεν μπορώ να σε βοηθήσω», του λέει.
Ιούνιος 1959. Ο Γκυ πουλάει το σπίτι της θείας του κι ανοίγει δικό του βενζινάδικο. Η Μαντλέν είναι μαζί του αλλά φοβάται πως αυτός σκέφτεται ακόμα την Ζενεβιέβ. Τη διαβεβαιώνει για το αντίθετο…
Δεκέμβριος 1963. Χριστούγεννα. Χιόνι πυκνό, ατμόσφαιρα γιορτινή. Ο Γκυ είναι παντρεμένος με την Μαντλέν κι έχουν έναν γιο. Τον λένε Φρανσουά, όνομα που ήθελαν να δώσουν στο παιδί τους ο Γκυ κι η Ζενεβιέβ…
Στο βενζινάδικο. Σταματάει έν’ αυτοκίνητο. Είναι μια γυναίκα κι ένα κοριτσάκι, η Φρανσουάζ. Η Ζενεβιέβ και η κόρη της… Η κόρη τους, δηλαδή, αλλά τυπικά κόρη άλλου… Αμήχανοι, πολύ αμήχανοι. Μπαίνουν στο βενζινάδικο. Το παιδί μένει στ’ αμάξι. Λόγια ανούσια, απλώς λόγια (μέσα έίναι καλύτερα απ’ ό,τι έξω…). Κι ύστερα, η ερώτηση-αγκάθι: «Θέλεις να δεις το παιδί;». «Όχι, όλα τακτοποιήθηκαν…» η απάντηση. Αμήχανος κι εγώ, ο θεατής, ο κριτής, ο αμέτοχος παρ’ όλ’ αυτά, ο μόνος που μπορεί ν’ αποφασίσει όμως… Ποια είναι, άραγε η σωστή ερώτηση; Κι αν υπάρχει σωστή ερώτηση, υπάρχει πάντα και σωστή απάντηση; Η Ζενεβιέβ φεύγει και ο Γκυ παίζει στο χιόνι με τον γιο του, που στο μεταξύ ήρθε. Ο γιος, εδώ που τα λέμε, σωστό ή λάθος, είναι το παρόν. Πάντα αυτός θα είναι το παρόν, ώσπου να μπορεί κι αυτός να αξιολογήσει το παρελθόν του, να μπει στη διαδικασία της σωστής ή της λανθασμένης ερώτησης κι απάντησης, ώσπου, κάθε Χριστούγεννα, να παλεύει με το δικό του παρελθόν, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απολαύσει και να υπηρετήσει ένα δικό του (ή και ξένο) παρόν… Κι αν ο στίχος «φτάνει μόνο να θυμάσαι…» πάψει πλέον να σημαίνει, για μένα πάντα, τόσα πολλά, θα υπάρχει πάντα τούτο το πολύχρωμο μελόδραμα, τα λόγια κι οι εικόνες του, να μου θυμίζουν πως δεν υπάρχει παρόν χωρίς παρελθόν αλλά, φεύ, ούτε παρελθόν χωρίς παρόν…
Χρόνια Πολλά σε όλους!

Αθήνα, Χριστούγεννα 2012

Φώτης Μπατσίλας

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 8, A Christmas Carol (1938, Edwin L. Marin)




A Christmas Carol, 1938, σε σκηνοθεσία Edwin L. Marin, με τον Reginald Owen


Χριστούγεννα πάλι, κι όπως κάθε χρόνο, η ίδια Ιστορία, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Charles Dickens, πάντα η ίδια και πάντα διαφορετική, πάντα όμως με το ίδιο αίτημα και το ίδιο πρόσταγμα: αγάπη!

1938, μια παραγωγή της MGM, με παραγωγό τον μεγάλο Joseph L. Mankiewicz, σκηνοθέτη τον Edwin L. Marin, σεναριογράφο τον Hugo Butler και πρωταγωνιστή (Σκρουτζ) τον Reginald Owen. Αυτή τη φορά ο μύθος δίνεται περίπου ως εξής:
Ο Φρεντ, ανηψιός του γερο-στριμμένου Σκρουτζ, συναντάει τυχαία σ’ έναν δρόμο του παγωμένου Λονδίνου δυο παιδιά, τον ανάπηρο Τιμ και τον αδερφό του Πιερ. Κάνει μαζί τους γλίστρα! Είναι παραμονές Χριστουγέννων κι αυτός είναι χαρούμενος, ευδιάθετος. Μαθαίνει πως τα παιδιά είναι του Μπομπ, του υπαλλήλου του θείου του και προθυμοποιείται να μεταφέρει στον Μπομπ μια λίστα με ψώνια, μια που τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε στον χώρο εργασίας του πατέρα τους αφού δεν θέλουν να βλέπουν ούτε ζωγραφιστό τον Σκρουτζ.

Στο μαγαζί-γραφείο του Σκρουτζ, παγωμάρα, θλίψη, φόβος. Μπομπ και Σκρουτζ, κόσμοι αντίθετοι, εχθρικά αντίθετοι, ο Σκρουτζ είν’ απόλυτος, έχει άποψη: τα Χριστούγεννα είναι απάτη! Ο νεοεισελθών Φρεντ, πιο κοντά σαφώς στον Μπομπ, δεν μπορεί να μεταστρέψει τις ισορροπίες, κι ας φέρνει ένα μπουκάλι κρασί, κι ας δίνει θάρρος στον Μπομπ, κι ας προσκαλεί τον θείο του στης αρραβωνιαστικιάς του:

- Αρραβωνιάστηκες; Γιατί;

- Μα γιατί ερωτεύτηκα…

Τι πιο φυσικό, για τον Φρεντ, τι πιο αφύσικο για τον Σκρουτζ! Κι ύστερα η κομβική συνομιλία ανάμεσα στον δύσθυμο, δύστροπο, δύσκολο Σκρούτζ, και στον εύθυμο, καλότροπο, εύκολο Φρεντ:

- Με ποιο δικαίωμα είσαι χαρούμενος, αφού είσαι φτωχός;

- Κι εσύ γιατί είσαι μελαγχολικός, αφού είσαι πλούσιος;

Δεν είναι, συνεπώς, ο πλούτος το μέτρο της διάθεσης, όσο κι αν θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο…

Ο γέρο-Σκρουτζ διώχνει τον ανηψιό του, κι αρχίζει έτσι η νύχτα της αναμέτρησης με το πεπρωμένο του: αφού απολύσει με περισσή σκληρότητα τον Μπομπ που είχε την ατυχία (ή την αναίδεια) να παίξει χιονοπόλεμο στο δρόμο με τους πιτσιρικάδες και να «στοχεύσει» το ημίψηλο του Σκρουτζ, αφού δειπνήσει μόνος (χωρίς ν’ αφήσει πουρμπουάρ!) σ’ ένα εστιατόριο, θα γυρίσει σπίτι του, θα συναντήσει το φάντασμα του νεκρού συνεταίρου του, του Τζέικομπ Μάρλεϊ, το οποίο θα τον προειδοποιήσει για τα τρία πνεύματα που θα τον επισκεφτούν το βράδυ.

Η Ιστορία από ’δω και κάτω είναι λίγο-πολύ γνωστή: τρία πνεύματα τον επισκέπτονται, στη μία, στις δύο και στις τρεις την νύχτα, το πνεύμα των παρελθόντων Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την παιδική του ηλικία, το σχολείο του, τους φίλους του, την αγάπη της αδερφής του, της πεθαμένης πια μητέρας του Φρεντ, και την αγάπη του πρώτου εργοδότη του, το πνεύμα των παρόντων Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την νυν ευτυχία των φτωχών, του Μπομπ και της οικογένειάς του, του Φρεντ και της αρραβωνιαστικιάς του, και τέλος, το πνέυμα των μελλοντικών Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την κηδεία του κι έναν κόσμο δίχως τον μικρό Τιμ, δίχως δηλαδή όλα αυτά που μπορούν να σωθούν με λίγα μόλις χρήματα, αυτά που αρνήθηκε ακόμα κι ως φιλανθρωπία…

Ο Σκρουτζ ξυπνάει. Ψάχνεται, είναι Χριστούγεννα κι είναι ζωντανός. Θέλει να ζήσει. Τώρα που καταλαβαίνει την ματαιότητα των πάντων, θέλει να ζήσει! Η ματαιότητα, εν τέλει, δίνει αξία στην ύπαρξη… Μεταστρέφεται, γίνεται γενναιόδωρος, η αγάπη τον κατακλύζει. Γίνεται άλλος άνθρωπος. Ευεργετεί τόσο τον Φρεντ, όσο τον Μπομπ και την οικογένειά του. Είναι ευτυχής, αν και γέρος! Σκορπάει τα χρήματά του και μαζί και την ευτυχία. Κι όμως, ποτέ η ευτυχία δεν ήταν ζήτημα χρημάτων, ποτέ…! Καλά Χριστούγεννα!!!

Αθήνα, 24 Δεκεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Τα Ραδίκια Ανάποδα...





Γιώργος Γαλίτης, Τα Ραδίκια Ανάποδα

Έχει πλάκα τελικά ο θάνατος… Τόση πλάκα που μπορεί και… να πεθάνεις κι από τα γέλια! Ειδικά όταν αποδίδεται μέσα από 13 επικήδειους-μονόπρακτα σαν αυτούς-αυτά που απαγγέλλει-ερμηνεύει ο Γιώργος Γαλίτης κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Ζίνα (Λ. Αλεξάνδρας 74 -πρώην κινηματογράφος), στις 21:13 ακριβώς (!), σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Κυριακίδη και κείμενα του ίδιου του Γαλίτη.


Η αρχή γίνεται με τον ίδιο τον Χάρο αυτοπροσώπως κι η συνέχεια είναι… εκπληκτική! 13 επικήδειοι, ένας κι ένας, κι η σάτιρα σ’ όλο της το μεγαλείο: απ’ τις αγαθοεργίες μιας πλούσιας χήρας που είναι φειδωλή διότι… δεν θέλει να προκαλεί, έως τις κουλτουριάρικες αναζητήσεις ενός χωριάτη που, σχεδόν αγράμματος, περνάει τις νύχτες με τους ανάλογου πνευματικού επιπέδου φίλους του βλέποντας την Θυσία του Ταρκόφσκι και διαβάζοντας το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν! Μια σάτιρα που δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τους ταγούς της ελληνικής κοινωνίας, τον Κλήρο και τον Στρατό, που απαιτούν αυστηρά ήθη αλλά… μόνο για τους άλλους, αλλ’ ούτε και τους πολιτικάντηδες ή τον μικρόκοσμο των ανθρώπων της Τέχνης, την Έπαρση και τον Φθόνο που τους διακατέχει, ή αυτόν ενός μικρολωποδύτη ή ακόμη κι ενός ράπερ, ενός μάγειρα-καρικατούρα μιζέριας (δεεεεν πειράζει…) ή ενός… δημοσίου υπαλλήλου (καταλαβαίνετε τι εννοώ..).


Το χιούμορ του Γαλίτη… θανατηφόρο (!) κι ο ίδιος, ως ηθοποιός, ξεδιπλώνει το τεράστιο ταλέντο του και τις πραγματικά πολύ μεγάλες δυνατότητές του (η αλλαγή και μόνο ενός ρούχου σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για άλλον ηθοποιό, τόσο πειστικά περνάει από ρόλο σε ρόλο! –κι εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα και στην σκηνοθεσία του Κυριακίδη). Η εν γένει παρουσία του ευχάριστη και οι κινήσεις του σώματός του απολύτως εκφραστικές, «συμμορφώνονται» πλήρως στις απαιτήσεις ενός εκάστου τύπου που ο ηθοποιός ενσαρκώνει. Βλέποντας τον Γαλίτη στο συγκεκριμένο έργο να ερμηνεύει αυτά τα 13 μονόπρακτα, σου δημιουργείται η εντύπωση ότι βλέπεις έναν κωμικό ηθοποιό που κινείται μεταξύ του Λαζόπουλου και του Πανούση. Μόνο που, ενώ η ευστροφία του Τζιμάκου υπάρχει στο ακέραιο, λείπει –ευτυχώς- η ευτέλεια του Λαζόπουλου…


Ο Γαλίτης αποδεικνύει με τις ερμηνείες και τα κείμενά του ότι μπορείς να διασκεδάσεις με τον θάνατο δίχως… μακάβρια αστεία, και να ξεσπάσεις σε γέλια δίχως «πορδές» και άλλα κακόγουστα «βοηθήματα». Όσοι δεν είδατε την παράσταση, σπεύσατε και δεν θα χάσετε. Διότι αν δεν δείτε τα ραδίκια ανάποδα, δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε πόση μα πόση πλάκα έχει η… ζωή! Ζωή σε λόγου σας, λοιπόν, ή όπως λένε οι συντελεστές του έργου, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε!

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας


Υ.Γ. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι του Σωτήρη Κακίση, ενώ τις υπόλοιπες βρήκα στη σελίδα της παράστασης στο facebook.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ



Συνεχίζουμε σήμερα τις Αντιγραφές, ύστερα από μια σχετικώς μακρά περίοδο σιωπής, και σας παρουσιάζουμε ένα ακυκλοφόρητο έως τώρα διήγημα, τους Μεταξοσκώληκες του αγαπημένου φίλου μας Δημήτρη Παπαθέου (υπενθυμίζουμε ότι πάλι με κείμενα του Παπαθέου ξεκίνησε η στήλη, πριν από δύο περίπου μήνες). Την εικονογράφηση της ανάρτησης επιμελήθηκε ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης. Απολαύστε το διήγημα:



Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ
(Μεσολόγγι, Σεπτέμβριος 2012 -ακυκλοφόρητο)

            Ο Νίκος ο Κορδόσης από τη μία, που άνοιξε αυτή τη μανιέρα να φέρνει στο σήμερα το παλιό καλό Μεσολόγγι, και ο Σπύρος ο Πάικος, ο συμμαθητής μου από το Δημοτικό, που ιδιαίτερα αγαπώ στη ζωή μου, και στην Αθήνα σε κάθε εξέταση που κάνω Φάντης μπαστούνι δίπλα μου βρίσκεται και με τσιγκλάει κι αυτός για τα παλιά, και του ’στειλα χτες το βιβλιαράκι μου τον «Ντόρο», που είχα αστοχήσει και δεν το ’χε, αυτές τις μέρες όλο πίσω στέλναν τη σκέψη μου, και μέσα στ’ άλλα θυμήθηκα την εκτροφή μεταξοσκωλήκων που κάναμε εκεί γύρω στα χρόνια του Δημοτικού στις «Σκοτεινές», στα δωμάτια των σπιτιών που χρησίμευαν για χίλιες δουλειές όπως ξέρετε.

Ο αδελφός μου, που το συζήτησα σήμερα λέγοντάς του πως θυμάμαι τη μάνα στη διαδικασία που ευθύς θα προσπαθήσω να θυμηθώ και για σας, μου είπε ότι όλα ξεκίνησαν απ’ αυτόν και το σχολείο που το διδάχτηκαν κι ο δάσκαλος τους είχε προτρέψει να το κάνουν στα σπίτια τους. Τέλος πάντων, η ουσία παραμένει η ίδια και πολύ χαίρομαι που σας παιδεύω μοιράζοντάς τη μαζί σας.

Για τις λεπτομέρειες ξέρετε εσείς, μπείτε στο Google και βρέστε ακριβώς πώς και γιατί γινόταν, κι αφήστε μόνο το κομμάτι της ψυχούλας ενός παιδιού του Δημοτικού να απευθύνεται στις δικές σας ψυχές, που πρέπει -για τις ανάγκες της συνεργασίας- να τρέξουν κι αυτές στα δικά τους χρόνια του Δημοτικού. Αλλιώς δεν γίνεται στο FB όπως όλοι ξέρουμε. (Έτσι δεν είναι, Ελένη και Δημήτρη και λοιποί FB-τες;).

Έξω από την πόρτα της κουζίνας στην αυλή μας ήταν μια τεράστια μουριά που είχε τρεις χρησιμότητες κατά προτεραιότητα: η πρώτη ήταν να κόβει βέργες η μάνα μας και να μας τις βρέχει, στ’ αγόρια κυρίως, όταν της φέρναμε τη χολή στα μάτια. Η δεύτερη να τρώμε υπέροχες μούρες εμείς κι όλα τα παιδιά που κλέβανε ελεύθερα, κι η τρίτη για να τρώνε τα φύλλα της οι μεταξοσκώληκες που ζούσαν σ’ ένα ξύλινο παλιό τραπέζι στη Σκοτεινή. Αυτούς τους πιάνανε μικρά σκουληκάκια στα δέντρα, τα εγκαθιστούσαν στη Σκοτεινή γιατί το φως τα τύφλωνε, στα πρώτα στάδια τρώγαν τα μουρόφυλλα ψιλοκομμένα από τις γυναίκες του σπιτιού και σιγά-σιγά μεγάλωναν και γίνονταν σαν το δάχτυλό μου μεγάλα άσπρα, σαν το χιόνι σκουλήκια, αν και αυτός ο όρος πολύ τους αδικεί, καθώς ήταν πανέμορφοι και τους χαϊδεύαμε και μόνο σιχαμένα δεν ήταν, αντίθετα σαν από τα πιο όμορφα οικόσιτα πλάσματα του κόσμου ήταν και πολύ τους άρεσε η περιποίηση και, αν θέλετε πιστέψτε το, αλλιώς αντιδρούσαν σε καθένα μέλος της οικογένειας, και στη μάνα μας, που το παρατσούκλι που της είχαμε ήτανε «Φρούραρχος» εμείς τα πιτσιρίκια, σαν να τη σεβόταν κι όλη η κοινότητα των μεταξοσκωλήκων και αυτή τους μιλούσε με τις ώρες κι αυτά ποτέ δεν κάναν απόπειρα απόδρασης από τη Σκοτεινή, όπου ευτυχισμένα μεγάλωναν, ώσπου να κουλουριαστούν και γίνουν νύμφες και να πέσουν σε νάρκη, που μόνο έτσι δεν ήταν αφού κατά τη διάρκεια του ύπνου τους χτίζαν αριστοτεχνικά και με απίστευτη δεξιοσύνη το κουκούλι τους, που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια κουκέτα ύπνου υπερπολυτελείας, καθώς οι ίνες του κουκουλιού ήταν καθαρό μετάξι.

Οι παλιότεροι γνώστες της γειτονιάς και του σπιτιού, δηλαδή η γιαγιά μου και οι φίλες της, παρακολουθούσαν την εξέλιξη και το μεγάλωμα των κουκουλιών που σήμαινε αύξηση των κλωστών από μετάξι που θα τις χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα και τα στολίδια των ρούχων.
  
Καθώς το χτίσιμο από τις κάμπιες γινόταν από τα έξω προς τα μέσα, αυτές εγκλωβίζονταν πια και η τύχη τους ήταν στα χέρια των ανθρώπων καθώς δύο ήταν οι προοπτικές: η μία να αφεθούν στην φύση τους και να γίνουν πεταλούδες και να ανοίξουν τρύπα στο κουκούλι, καταστρέφοντας τον θησαυρό και να την κοπανήσουν κι η δεύτερη να θυσιαστούν στο όνομα του πλούτου και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, αφού για να μπορέσουν τα κουκούλια να ανοίξουν ατόφια και οι γυναίκες κλωστή-κλωστή ν’ αρμέξουν το μετάξι έπρεπε σε φούρνο να τα βάλουν σε σιγανή φωτιά,  όπου αργά και βασανιστικά τα ζωάκια θα αποδημούσαν εις άλλα τοπία πιο ευάερα, και το μετάξι θα γινόταν σημάδι του καιρού τους.

Είναι φανερό ότι η μέθοδος του φούρνου ήταν η κοινωνικά επιλεχθείσα τακτική, κι έτσι θαυμάζουμε σήμερα τα μεταξωτά παλιά φορέματα και τα κεντήματα των αρχαίων τοπικών ενδυμασιών, αφού είναι προφανές ότι αυτό θα γινόταν και πολύ-πολύ παλιά.

Αν ξανακοιτάξετε τα παλιά κεντήματα αλλά και τις στολές των Βαΐων, θυμηθείτε την ιστοριούλα που σας είπα. Για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο που έχει να κάνει μάλλον με τη μάνα μου, στο σπίτι μας κάτι δεν πήγαινε καλά με το τελευταίο στάδιο των φουρνισμάτων, καθώς συχνά-πυκνά τρύπια κι άχρηστα βρίσκαμε τα κουκούλια και τις πεταλούδες τις περισσότερες φευγάτες. Οι μεταξοσκώληκες σαν να ’ταν τα οικόσιτα ζωάκια μας, όπως μετά οι γάτες και τα σκυλιά μας.

Κάπως έτσι τη θυμάμαι κι αυτήν την ιστοριούλα.



Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 5: Νίκος Καρύδης, ΤΖΕΜΙΛΕ


Μ’ αρέσει να διαβάζω παλιά λογοτεχνικά περιοδικά. Τον τελευταίο καιρό διαβάζω μανιωδώς την Νέα Εστία της δεκαετίας του ’40, τόμους ολόκληρους και σκόρπια τεύχη, και προσπαθώ να «μυρίσω» την εποχή, να καταλάβω πώς σκέφτονταν, πώς μιλούσαν, πώς αγαπούσαν και πώς ονειρεύονταν οι άνθρωποι που βίωναν ή είχαν μόλις βιώσει έναν πόλεμο, οι άνθρωποι της Πείνας και της Κατοχής, και, παρ’ όλ’ αυτά, των Τεχνών και των Γραμμάτων. Ανακαλύπτω έτσι πολλά κείμενα και ποιήματα που μ’ αρέσουν ιδιαιτέρως, γνωστών αλλά και άγνωστων δημιουργών, που δεν τους είχα ξανακούσει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν έχω ολοκληρωμένη ή, πολλές φορές, στοιχειώδη έστω άποψη για το έργο τους. Ένας απ’ τους άγνωστους, μέχρι πρότινος, σ’ εμένα ποιητής είναι ο Νίκος Καρύδης (1917 – 1984), αυτός που, αργότερα έμαθα, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Γλάρος και, μετά τον Πόλεμο, τον εκδοτικό οίκο Ίκαρος (μαζί με τον Αλέκο Πατσιφά και τον Μάριο Πλωρίτη). Δεν έχω, ακόμη, άποψη για το εν γένει έργο του, ένα ποίημά του όμως που διάβασα στο παραπάνω περιοδικό μου άρεσε ιδιαιτέρως. Μάλιστα, το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε από τον Νίκο Μαμαγκάκη και ερμηνεύθηκε από τον Γιώργο Ζωγράφο. Το αντιγράφω:


 Αντιγραφές, μέρος 5: Νίκος Καρύδης, ΤΖΕΜΙΛΕ
(περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 505, 15 Ιουλίου 1948)

ΤΖΕΜΙΛΕ

Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη φευγάτη μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις
o φίλος της βραδιάς γελούσε
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε
Τζεμιλέ φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
Κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ
τα σπίτια οι δρόμοι οι μέρες οι νύχτες
σε ποιά ζωή
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιόν βορηά-
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών
που δώσανε ονόματα στα άστρα
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού
καμπαναριό κατάρτι αητοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε
είταν η θάλασσα το πέλαγος τα χρόνια ο χωρισμός
είταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο
είταν μια Απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρύφαλλα
Τζεμιλέ
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.


 Αθήνα, 19 Οκτωβρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)



Υ.Γ.: Τη φωτογραφία του Καρύδη την βρήκα στο αρχείο λογοτεχνών της σελίδας του Ε.ΚΕ.ΒΙ., όπου αναφέρεται ως πηγή της το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο των Εκδόσεων Γαβριηλίδη. Ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε και την «Κόρη της Θάλασσας» (με τον Γιώργο Ζωγράφο πάλι), ενώ ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε και περιέλαβε στην «Τρίτη Ανθολογία» του το «Πώς θες να το ξέρω» (με τον Κώστα Καράλη). Στην σελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. αναφέρεται ότι ποιήματα του Καρύδη μελοποίησε και ο Μάνος Χατζιδάκις, τούτο όμως πιθανότατα είναι λάθος (πολλοί αποδίδουν τους στίχους του «Έλα Πάρε μου τη Λύπη» στον Καρύδη, το λάθος όμως αυτό ίσως οφείλεται στο ότι στις πρώτες ηχογραφήσεις του τραγουδιού αναφέρεται ως στιχουργός κάποιος Βασίλης Καρδής, που όμως δεν είναι ο Νίκος Καρύδης αλλά ο… Νίκος Γκάτσος, φυσικά!)

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 4: Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (Joseph Mankiewicz), «Τ’ όνομά μου είναι Τζων Φορντ, φτιάχνω Ουέστερν»


Έχω ιδιαίτερο πάθος με τη συλλογή ολόκληρων σειρών βιβλίων, ιδίως βιβλίων τσέπης. Διαθέτω σχεδόν ολόκληρη τη λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων ΟΔΥΣΣΕΑΣ με τον τίτλο «Οδύσσεια» (της δεκαετίας του ’80), περίπου 120 από 124 βιβλία, σχεδόν ολόκληρη τη σειρά των αστυνομικών βιβλίων τσέπης των εκδόσεων ΑΤΛΑΝΤΙΣ (τα κόκκινα βιβλιαράκια των δεκαετιών ’50 και ’60, τα αστυνομικά των εκδόσεων ΛΥΧΝΑΡΙ, και πολλές άλλες σειρές. Μία όμως απ’ τις πιο αγαπημένες μου σειρές, σχεδόν ολοκληρωμένη κι αυτή, είναι το Κινηματογραφικό Αρχείο των εκδόσεων ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ (του Γιάννη Σολδάτου), μια φιλότιμη προσπάθεια για την δημιουργία μιας σειράς βιβλίων πληροφοριών – παρουσιάσεων μερικών απ’ τους πιο σπουδαίους παγκοσμίως κινηματογραφιστές και ηθοποιούς. Δυστυχώς, η εν λόγω σειρά δεν συνεχίστηκε (έμεινε, κατ’ εμέ, ανολοκλήρωτη) και δεν περιέλαβε πολλά και σημαντικά πρόσωπα του παγκόσμιου σινεμά. Όμως, και τα 53 (αν δεν κάνω λάθος) βιβλιαράκια που εκδόθηκαν αποτελούν ακόμη και μέχρι σήμερα, τον καιρό του διαδικτύου, σημαντικό κεφάλαιο στην εγχώρια κινηματογραφική βιβλιογραφία: Φεντερίκο Φελίνι, Λουίς Μπουνιουέλ, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Σαμ Πέκινπα, Χάουαρντ Χωκς, Μπρους Λη, Μικελάντζελο Αντονιόνι, Μάρλον Μπράντο, Πιέρ Πάολο Παζολίνι και πολλά άλλα πρόσωπα αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας των συνεργατών των εκδόσεων (Μπάμπης Ακτσόγλου, Δημήτρης Κολιοδήμος, Βαγγέλης Κούρτης, Σώτη Τριανταφύλλου κ.α.), οι οποίοι μας παρουσίασαν τη ζωή αλλά και την πλήρη φιλμογραφία (σχολιασμένη, μάλιστα) όλων των προσώπων των βιβλίων. Αντιγράφω σήμερα τον πρόλογο του βιβλίου για τον Τζον Φορντ, μια ενδιαφέρουσα ιστορία που αφηγήθηκε ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης Τζόζεφ Μάνκιεβιτς  (Joseph L. Mankiewicz, 1909-1993), και που μας παρουσιάζει παραστατικά το κλίμα της εποχής του Μακαρθισμού στο Χόλυγουντ (οι επισημάνσεις δικές μου):




Αντιγραφές, μέρος 4: Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (Joseph Mankiewicz),
«Τ’ όνομά μου είναι Τζων Φορντ, φτιάχνω Ουέστερν»,
(ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 13
Βαγγέλης Κούρτης, Τζων Φορντ, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ 1984)

Ήμουν Πρόεδρος του Σωματείου Σκηνοθετών στη δεκαετία του ’50 κατά τη διάρκεια του «μακαρθισμού» και μια κλίκα του σωματείου με επικεφαλής τον Ντε Μιλ πίεζε ασφυκτικά όλα τα μέλη να υπογράψουν δήλωση νομιμοφροσύνης. Βρισκόμουν στην Ευρώπη όταν άρχισε αυτή η ιστορία και αμέσως, μόλις πληροφορήθηκα τα καθέκαστα, έστειλα μήνυμα που δήλωνα ότι ως Πρόεδρος ήμουν εντελώς αντίθετος σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Λοιπόν, πολύ σύντομα οι μικρές ειδήσεις που μ’ αφορούσαν άρχισαν να εμφανίζονται στις στήλες του κουτσομπολιού: «Δεν είναι κρίμα για τον Τζόε Μάνκιεβιτς; Δεν ξέραμε ότι είναι ένας φιλο-σοσιαλιστής». Εκείνη την εποχή, ξέρετε, ένας υπαινιγμός ήταν αρκετός όσο και ένα αποδεδειγμένο γεγονός. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται σοβαρά – αντιλαμβανόμουν ότι η καριέρα μου ήταν μπλοκαρισμένη.
Τελικά, συγκάλεσαν γενική συνέλευση και γύρισα πίσω για να παραβρεθώ. Ήταν κάτι το βασανιστικό – η ομάδα του Ντε Μιλ εκφωνούσε ατέλειωτους λόγους.
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, αναρωτιόμουν και ήξερα ότι και αρκετοί άλλοι αναρωτιόντουσαν τι σκεφτόταν ο Τζον Φορντ. Ήταν από τις μεγάλες προσωπικότητες του Σωματείου και τα μέλη θα μπορούσαν να επηρεαστούν απ’ αυτόν. Αυτός, όμως, καθότανε εκεί στην αίθουσα φορώντας το καπέλο του μπέιζμπολ και τα πάνινα παπούτσια του χωρίς να λέει κουβέντα. Αργότερα, όταν ο Ντε Μιλ τελείωσε το μακροσκελή λόγο του κι αφού επικράτησε ένα λεπτό ησυχία, ο Φορντ σήκωσε το χέρι του. Υπήρχε εκεί ένας δικαστικός πρακτικογράφος που κατέγραφε τα πάντα και όλοι είχαν αποφύγει να εκτεθούν με δηλώσεις. Ο Φορντ σηκώθηκε όρθιος. «Τ’ όνομά μου είναι Τζον Φορντ», είπε, «φτιάχνω ουέστερν». Εκθείασε τις ταινίες του Ντε Μιλ και το σκηνοθέτη Ντε Μιλ. «Δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς», είπε, «σ’ αυτή την αίθουσα που να ξέρει περισσότερα για το τι θέλει το αμερικανικό κοινό από τον Ντε Μιλ και σίγουρα γνωρίζει πώς να του το δίνει». Ύστερα γυρίζοντας προς τον Ντε Μιλ που βρισκόταν στην απέναντι απ’ αυτόν πτέρυγα, είπε. «Όμως δεν μ’ αρέσεις Ντε Μιλ κι ούτε μ’ άρεσαν αυτά που είπες εδώ απόψε. Τώρα προτείνω να δώσουμε ψήφο εμπιστοσύνης στον Τζόε και να πάμε σπίτια μας να κοιμηθούμε». Έτσι και έγινε.

Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς


Αθήνα, 14 Οκτωβρίου 2012

  Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 3: Λουίζα Λαμπέ, Σονέττο VIII

Η Λουίζα Λαμπέ (Louise Labe), Γαλλίδα ποιήτρια που γεννήθηκε περίπου στα 1522-1526 στη Λυών και πέθανε πολύ νέα, στα 1566 περίπου, είναι σχεδόν άγνωστη στη Χώρα μας. Αν και θεωρείται η Σαπφώ της Γαλλίας, η πιο διάσημη γυναίκα ποιήτρια της Αναγέννησης και μία από τις πρώτες χειραφετημένες γυναίκες, εν τούτοις ελάχιστα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν είτε από άντρες είτε (κυρίως) από γυναίκες. Οι πηγές αναφέρουν ότι ήταν εκπάγλου καλλονής, ότι θαύμαζε τον τύπο της γυναίκας-αμαζόνας κι ότι, κόρη σχοινοποιού η ίδια, αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν συνάδελφο του πατέρα της περίπου τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της, γεγονός που εξήψε έτι περαιτέρω τον ερωτικό της πόθο για έναν νεαρό πολεμιστή που ερωτεύθηκε παράφορα και στον οποίο απευθύνει σχεδόν όλα τα ερωτικά της ποιήματα. Διάφοροι θρύλοι συνοδεύουν τη ζωή της με κυριότερο εκείνον που την εμφανίζει ως Εταίρα της Λυών. Στο τεύχος 493 (15 Ιανουαρίου 1948) της Νέας Εστίας δημοσιεύτηκαν 7 σονέττα της Λουίζας Λαμπέ, σε μετάφραση Κούλη Αλέπη (δεν γνωρίζω, πάντως, να υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις ποιημάτων της Λαμπέ). Αντιγράφω ένα εξ αυτών, άκρως ερωτικό αλλά και… οξύμωρο (όπως, άλλωστε, είναι συνήθως ο έρωτας…):





Αντιγραφές, μέρος 3: Λουίζα Λαμπέ (Louise Labe), Σονέττο VIII,
μετάφραση Κούλης Αλέπης

(περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 493)


ΣΟΝΕΤΤΟ VIII


Ζω και πεθαίνω۬ φλέγομαι και σβήνω αντάμα۬
παραζεσταίνομαι ενώ ρίγος με κρατά۬
σκληρή η Ζωή, μα κι απαλή μου είναι αρκετά
κι έχω λαχτάρες και χαρές περίεργο κράμα.

Την ίδια ώρα οπού γελώ ξεσπώ στο κλάμα,
και μες στο κέφι βάσανα νιώθω φριχτά۬
χάνω ό,τι ωραίο, μα και για πάντα αυτό κρατά
την ίδια ώρα μαραίνομαι κι ανθίζω αντάμα

Με τέτοια αστάθεια ο Έρωτας με περιβάλλει۬
κι όταν τη θλίψη μου θαρρώ για πιο μεγάλη,
δίχως να το σκεφτώ, είμαι όξω απ’ την οδύνη.

Κι όταν πάλι είμαι σίγουρη για τη χαρά μου,
και πως στην ώρα βρίσκομαι την πιο γλυκιά μου,
στην πρώτη μου τη συμφορά με παραδίνει.
   
Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)