Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ



Συνεχίζουμε σήμερα τις Αντιγραφές, ύστερα από μια σχετικώς μακρά περίοδο σιωπής, και σας παρουσιάζουμε ένα ακυκλοφόρητο έως τώρα διήγημα, τους Μεταξοσκώληκες του αγαπημένου φίλου μας Δημήτρη Παπαθέου (υπενθυμίζουμε ότι πάλι με κείμενα του Παπαθέου ξεκίνησε η στήλη, πριν από δύο περίπου μήνες). Την εικονογράφηση της ανάρτησης επιμελήθηκε ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης. Απολαύστε το διήγημα:



Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ
(Μεσολόγγι, Σεπτέμβριος 2012 -ακυκλοφόρητο)

            Ο Νίκος ο Κορδόσης από τη μία, που άνοιξε αυτή τη μανιέρα να φέρνει στο σήμερα το παλιό καλό Μεσολόγγι, και ο Σπύρος ο Πάικος, ο συμμαθητής μου από το Δημοτικό, που ιδιαίτερα αγαπώ στη ζωή μου, και στην Αθήνα σε κάθε εξέταση που κάνω Φάντης μπαστούνι δίπλα μου βρίσκεται και με τσιγκλάει κι αυτός για τα παλιά, και του ’στειλα χτες το βιβλιαράκι μου τον «Ντόρο», που είχα αστοχήσει και δεν το ’χε, αυτές τις μέρες όλο πίσω στέλναν τη σκέψη μου, και μέσα στ’ άλλα θυμήθηκα την εκτροφή μεταξοσκωλήκων που κάναμε εκεί γύρω στα χρόνια του Δημοτικού στις «Σκοτεινές», στα δωμάτια των σπιτιών που χρησίμευαν για χίλιες δουλειές όπως ξέρετε.

Ο αδελφός μου, που το συζήτησα σήμερα λέγοντάς του πως θυμάμαι τη μάνα στη διαδικασία που ευθύς θα προσπαθήσω να θυμηθώ και για σας, μου είπε ότι όλα ξεκίνησαν απ’ αυτόν και το σχολείο που το διδάχτηκαν κι ο δάσκαλος τους είχε προτρέψει να το κάνουν στα σπίτια τους. Τέλος πάντων, η ουσία παραμένει η ίδια και πολύ χαίρομαι που σας παιδεύω μοιράζοντάς τη μαζί σας.

Για τις λεπτομέρειες ξέρετε εσείς, μπείτε στο Google και βρέστε ακριβώς πώς και γιατί γινόταν, κι αφήστε μόνο το κομμάτι της ψυχούλας ενός παιδιού του Δημοτικού να απευθύνεται στις δικές σας ψυχές, που πρέπει -για τις ανάγκες της συνεργασίας- να τρέξουν κι αυτές στα δικά τους χρόνια του Δημοτικού. Αλλιώς δεν γίνεται στο FB όπως όλοι ξέρουμε. (Έτσι δεν είναι, Ελένη και Δημήτρη και λοιποί FB-τες;).

Έξω από την πόρτα της κουζίνας στην αυλή μας ήταν μια τεράστια μουριά που είχε τρεις χρησιμότητες κατά προτεραιότητα: η πρώτη ήταν να κόβει βέργες η μάνα μας και να μας τις βρέχει, στ’ αγόρια κυρίως, όταν της φέρναμε τη χολή στα μάτια. Η δεύτερη να τρώμε υπέροχες μούρες εμείς κι όλα τα παιδιά που κλέβανε ελεύθερα, κι η τρίτη για να τρώνε τα φύλλα της οι μεταξοσκώληκες που ζούσαν σ’ ένα ξύλινο παλιό τραπέζι στη Σκοτεινή. Αυτούς τους πιάνανε μικρά σκουληκάκια στα δέντρα, τα εγκαθιστούσαν στη Σκοτεινή γιατί το φως τα τύφλωνε, στα πρώτα στάδια τρώγαν τα μουρόφυλλα ψιλοκομμένα από τις γυναίκες του σπιτιού και σιγά-σιγά μεγάλωναν και γίνονταν σαν το δάχτυλό μου μεγάλα άσπρα, σαν το χιόνι σκουλήκια, αν και αυτός ο όρος πολύ τους αδικεί, καθώς ήταν πανέμορφοι και τους χαϊδεύαμε και μόνο σιχαμένα δεν ήταν, αντίθετα σαν από τα πιο όμορφα οικόσιτα πλάσματα του κόσμου ήταν και πολύ τους άρεσε η περιποίηση και, αν θέλετε πιστέψτε το, αλλιώς αντιδρούσαν σε καθένα μέλος της οικογένειας, και στη μάνα μας, που το παρατσούκλι που της είχαμε ήτανε «Φρούραρχος» εμείς τα πιτσιρίκια, σαν να τη σεβόταν κι όλη η κοινότητα των μεταξοσκωλήκων και αυτή τους μιλούσε με τις ώρες κι αυτά ποτέ δεν κάναν απόπειρα απόδρασης από τη Σκοτεινή, όπου ευτυχισμένα μεγάλωναν, ώσπου να κουλουριαστούν και γίνουν νύμφες και να πέσουν σε νάρκη, που μόνο έτσι δεν ήταν αφού κατά τη διάρκεια του ύπνου τους χτίζαν αριστοτεχνικά και με απίστευτη δεξιοσύνη το κουκούλι τους, που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια κουκέτα ύπνου υπερπολυτελείας, καθώς οι ίνες του κουκουλιού ήταν καθαρό μετάξι.

Οι παλιότεροι γνώστες της γειτονιάς και του σπιτιού, δηλαδή η γιαγιά μου και οι φίλες της, παρακολουθούσαν την εξέλιξη και το μεγάλωμα των κουκουλιών που σήμαινε αύξηση των κλωστών από μετάξι που θα τις χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα και τα στολίδια των ρούχων.
  
Καθώς το χτίσιμο από τις κάμπιες γινόταν από τα έξω προς τα μέσα, αυτές εγκλωβίζονταν πια και η τύχη τους ήταν στα χέρια των ανθρώπων καθώς δύο ήταν οι προοπτικές: η μία να αφεθούν στην φύση τους και να γίνουν πεταλούδες και να ανοίξουν τρύπα στο κουκούλι, καταστρέφοντας τον θησαυρό και να την κοπανήσουν κι η δεύτερη να θυσιαστούν στο όνομα του πλούτου και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, αφού για να μπορέσουν τα κουκούλια να ανοίξουν ατόφια και οι γυναίκες κλωστή-κλωστή ν’ αρμέξουν το μετάξι έπρεπε σε φούρνο να τα βάλουν σε σιγανή φωτιά,  όπου αργά και βασανιστικά τα ζωάκια θα αποδημούσαν εις άλλα τοπία πιο ευάερα, και το μετάξι θα γινόταν σημάδι του καιρού τους.

Είναι φανερό ότι η μέθοδος του φούρνου ήταν η κοινωνικά επιλεχθείσα τακτική, κι έτσι θαυμάζουμε σήμερα τα μεταξωτά παλιά φορέματα και τα κεντήματα των αρχαίων τοπικών ενδυμασιών, αφού είναι προφανές ότι αυτό θα γινόταν και πολύ-πολύ παλιά.

Αν ξανακοιτάξετε τα παλιά κεντήματα αλλά και τις στολές των Βαΐων, θυμηθείτε την ιστοριούλα που σας είπα. Για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο που έχει να κάνει μάλλον με τη μάνα μου, στο σπίτι μας κάτι δεν πήγαινε καλά με το τελευταίο στάδιο των φουρνισμάτων, καθώς συχνά-πυκνά τρύπια κι άχρηστα βρίσκαμε τα κουκούλια και τις πεταλούδες τις περισσότερες φευγάτες. Οι μεταξοσκώληκες σαν να ’ταν τα οικόσιτα ζωάκια μας, όπως μετά οι γάτες και τα σκυλιά μας.

Κάπως έτσι τη θυμάμαι κι αυτήν την ιστοριούλα.



Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου