Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο Ντε λα Κρουζ (Το Έγκλημα ως Σκέψη ή η Σκέψη ως Έγκλημα)




Τούτες τις μέρες, που το έγκλημα ως σκέψη (περιλαμβανομένου του φόβου) και ως πράξη ξαναμπαίνει στην καθημερινότητά μας, με τη βοήθεια των τηλεοπτικών συσκευών και των αγωνιωδών περιγραφών των δημοσιογράφων, ξαναθυμάμαι την υπέροχη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, την Εγκληματική Ζωή του του Αρτσιμπάλντο Ντε Λα Κρουζ (Ensayo de un Crimen – 1955). Τούτα τα πραγματικά εγκλήματα, βέβαια, άγρια κι απάνθρωπα, δεν έχουν καμμία σχέση με τα «εγκλήματα μυαλού» που περιγράφει ο κορυφαίος Ισπανός σκηνοθέτης, ούτε με το μαύρο χιούμορ που αυτά εμπεριέχουν. Τα κινηματογραφικά αυτά εγκλήματα, άλλωστε, δεν τιμωρούνται καν. Ο ίδιος ο δικαστής, στο τέλος της ταινίας, προτρέπει τον ήρωα του Μπουνιουέλ να «ξεφορτωθεί» το μηχάνημα, την πηγή του κακού, τη γενεσιουργό αιτία της σκέψης περί το έγκλημα, η οποία όμως «δεν στοιχειοθετεί έγκλημα»! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.


Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένα νευρωτικό άτομο. Από πολύ μικρός αρέσκεται σε διάφορες περίεργες συνήθειες όπως το να κρύβεται στη γκαρνταρόμπα της αστής μητέρας του. Η ίδια η μητέρα του, που έχει αναθέσει την ανατροφή του στη γκουβερνάντα, αποτελεί εύκολος συναισθηματικός στόχος για τον μικρό Αρτσιμπάλντο, ο οποίος καταφέρνει και της αποσπά, μεταξύ άλλων, κι ένα μουσικό κουτί. Αυτό το μουσικό κουτί δείχνει να είναι κι αιτία του «κακού», των εγκληματικών σκέψεων του πρωταγωνιστή. Από τη στιγμή που η γκουβερνάντα του λέει ότι ξυπνάει τρομερές μνήμες και κάθε φορά που παίζει «πεθαίνει κι ένας άνθρωπος που επιθυμείς», ο μικρός Αρτσιμπάλντο υποδουλώνεται στις εγκληματικές σκέψεις, οι οποίες, κατά «διαβολική» σύμπτωση, "πραγματοποιούνται" άμεσα: η γκουβερνάντα πέφτει νεκρή από αδέσποτη σφαίρα των «Επαναστατών», την ώρα που το μουσικό κουτί παίζει (και που ο μικρός προφανώς σκέφτεται κάτι κακό – έστω «δοκιμαστικά» - για τη δασκάλα του). Η εικόνα των γυμνών (θελκτικών) ποδιών της νεκρής γκουβερνάντας στοιχειώνει το μυαλό του μικρού: το βλέμμα του (και το μάτι της κάμερας) ρουφάνε το θέαμα, ενώ οι σφαίρες των Επαναστατών σφυρίζουν αδέσποτες κι η αστή μητέρα του μικρού Αρτσιμπάλντο, δυστυχής που λόγω της Εξέγερσης δε μπορεί να πάει στο θέατρο, δηλώνει απερίφραστα ότι «πρέπει να κρεμάσουν όλους τους Επαναστάτες» διότι της «στερούν το θέατρο»

Χρόνια μετά, ο Αρτσιμπάλντο, ενήλικας πια, ξαναβρίσκει το μοιραίο μουσικό κουτί. Μαζί με τις παιδικές μνήμες ξαναγυρνούν κι οι εγκληματικές σκέψεις: «Πιστεύω ότι διαφέρω απ’ τους άλλους ανθρώπους», λέει. Το εν λόγω μουσικό κουτί συνιστά το «κάλεσμα» του. «Άλλες φορές επιδιώκω την αγιότητα κι άλλες νομίζω ότι θα γίνω εγκληματίας», συμπληρώνει. Και πράγματι, η ροπή προς το έγκλημα είναι ραγδαία: σχεδιάζει 4 φόνους γυναικών (που κατά βάθος ποθεί, αλλά «αδυνατεί» να κατακτήσει), όμως αποτυγχάνει παταγωδώς και στις 4 απόπειρες!!! Το μόνο που πετυχαίνει είναι να κάψει στη πυρά ένα ομοίωμα της μίας εξ αυτών των γυναικών, της πιο ποθητής και της μόνης που, τελικά, επιβιώνει, της Λαβίνια, ξεναγού και μοντέλου. Οι υπόλοιπες 3 γυναίκες πεθαίνουν, όχι όμως απ’ το χέρι του Αρτσιμπάλντο! Η «ελαφρών ηθών» Πατρίτσια, που γνωρίζει καλά ότι «ο άντρας κυνηγάει τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα τον ψαρεύει», σκοτώνεται από τον γέρο εραστή της, με τον οποίο είχε μάθει να συμβιώνει σε συνθήκες «κόλασης». Η νοσοκόμα που περιέθαλψε τον Αρτσιμπάλντο, πέφτει από το φρεάτιο του ασανσέρ και σκοτώνεται, λίγο πριν αυτός προλάβει να της κόψει το λαιμό. Τέλος, η Καρλόττα, η «άπιστη» μνηστή του, σκοτώνεται από τον πρώην εραστή της, κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου του, κι ενώ ο ίδιος έχει αποφασίσει να την σκοτώσει το ίδιο βράδυ, στο νυφικό κρεββάτι!


Εν τέλει, ο Αρτσιμπάλντο λυτρώνεται. Με το που «ξεφορτώνεται» το "καταραμένο" μουσικό κουτί, ξανασυναντάει τυχαία τη Λαβίνια, ελεύθερη και διαθέσιμη, κι όλα πλέον βαίνουν καλώς. Το κακό ξορκίστηκε, οι εγκληματικές σκέψεις αποτελούν παρελθόν. Η απώλεια του μουσικού κουτιού σημαίνει την επικράτηση της αγιότητας επί της εγκληματικότητας. Αλλά… έχει δίκιο ο δικαστής ( ο Νόμος) όταν λέει ότι «η σκέψη δεν στοιχειοθετεί έγκλημα»; Κι αν ναι, τότε για ποιο λόγο να ξεφορτωθούμε τα όποια «Μουσικά Κουτιά» μας; Και, τέλος, πόση είναι η απόσταση από το Μουσικό Κουτί μέχρι το τετελεσμένο έγκλημα, η απόσταση μεταξύ σκέψης και πράξης; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Όπως δεν ξέρω κατά πόσο φταίνε τα «Μουσικά Κουτιά» για τα πραγματικά εγκλήματα τούτων των ημερών, που οι δημοσιογράφοι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν ειδεχθή …



Αθήνα, 24 Αυγούστου 2010

Φώτης Μπατσίλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου