Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΡΑΜΑΝΙΩΛΑ


Του Σταυρού σήμερα, κι είπαμε με τον Σωτήρη Κακίση να κάνουμε ένα «μικρό αφιέρωμα» στον εορτάζοντα Σταύρο Καραμανιώλα, τον αγαπημένο μας μπαρμα-Σταύρο. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ένα κείμενο του Σωτήρη Κακίση με τον τίτλο «Μικρές Ώρες με τον Σταύρο Καραμανιώλα», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1988 στο περιοδικό «Playboy» (και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «48 Μικρές Ώρες και τρία αστυνο-μικρά διηγήματα», Εξάντας 1997),   τη μέχρι σήμερα δισκογραφία του μπαρμπα-Σταύρου με όλους τους στίχους των τραγουδιών του, καθώς και μερικά βίντεο απ’ το youtube. Χρόνια Πολλά, μπαρμπα-Σταύρο...


ΜΕΡΟΣ Ι

ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ
με τον Σταύρο Καραμανιώλα


Τα ποιήματά μου είναι πολλά και δεν τα ’χω γραμμένα·
είναι μες στο κεφάλι μου μαγνητοφωνημένα.
Μα θα χαθούνε, σκέφθηκα, μια μέρα σαν πεθάνω
γι' αυτό και απεφάσισα κασέτες να τα κάνω.
Τα ποιήματα, τον βίο μου, κασέτες τώρα κάνω
για να τις παίζουν να μ' ακούν, όταν θα αποθάνω.
Κι αρχίζω: μαγνητοφωνώ και, πρώτα, πριν απ' όλα,
είμ’ απ' τον Πρίνο και με λέν’ Σταύρο Καραμανιώλα.
Γεννήθηκα το έντεκα στο Μέγα Καζαβήτι
χρόνια τουρκοκρατούμενα, τα χρόνια του Χαμίτη (…)


Ο Σταύρος Καραμανιώλας λοιπόν. Ο Σταύρος Καραμανιώλας είναι ακόμα μαζί μας, από το 1911 στα 2010 κρατάει μια ανέσπερη παιδική ηλικία για χάρη μας και γράφει και γράφει και γράφει. Ο Αργύρης Μπακιρτζής και οι Χειμερινοί Κολυμβητές που υιοθέτησαν αυτό το παιδί, αυτό το παλικαράκι το τρομερό, έφεραν επιτέλους στο πανελλήνιο φως, στην «ελληνοκρατούμενη» σήμερα Ελλάδα, το περίφημο τραγούδι του, τον Ποδηλατιστή, που ίσως κι εσείς, ω αναγνώστες μου ενήμεροι, αγαπάτε. Ο Σταύρος Καραμανιώλας όμως δεν είναι μόνο ποδηλατιστής: είναι και αυτοβιογραφούμενος και ερωτύλος και πλακατζής και αθυρόστομος και τρυφερός και παμπόνηρος και σοφός και, προπαντός, ποιητής. Τ’ ανέκδοτα αποσπάσματα απ’ το πολύ έργο του που εξασφάλισα και σας παραθέτω, σας αφιερώνω, αν θέλετε, απόψε, Μικρές ΄Ωρες ζεστές και ολόγυμνες, αξίζουν πολλά. Απολαύστε τον, χαμογελάστε του κι εσείς, ανταποδώστε το λαμπερό, νυκτερινό του χαμόγελο, την τόσο ταπεινή, πρωινή του χάρη:



Εγώ αν καταστράφηκα, κάποια γυναίκα φταίει.
Και τώρα ξαναγύρισε στην πόρτα μου και κλαίει.
Γονατιστή στα πόδια μου σκύβει να τα φιλήσει
και σαν τον άσωτο υιό συγγνώμη να ζητήσει.
Δεν έρχεται σαν τον Χριστό αγάπη να μου δώσει,
αφού Ιούδας ήτανε, θα με ξαναπροδώσει.


                                 *

Τώρα που πήρα σύνταξη, δεν πάω στη δουλειά.
Την κάπα μου θα ρίξω μες στην ακρογιαλιά.
Και στον Σαδίκ παρήγγειλα τα ειδικά γυαλιά,
αυτές που κολυμπάνε να βλέπω αγκαλιά.
Θα κτίσω την καλύβα μου στου πρίνου τ’ ακρωτήρι
και μεσ’ απ’ το παράθυρο θα κάνω μπανιστήρι.
Θα ’χω και τη γριούλα μου να κάθεται πιο πέρα
κι όταν θα μου ιδρώνουνε, να μου τους κάνει αέρα.

                                   * 

Τι ωφελεί κι αν πέφτουνε στο ίδιο το κρεββάτι;
Αρχίζει το ροχαλητό και της γυρνάει την πλάτη.
Αυτή η καημένη θέλει χάδια κάθε βραδιά
κι αυτός φοβάται έμφραγμα μην πάθει στην καρδιά.
Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους άντρες τους, τους δίνω ενοχή,
Γιατί οι γυναίκες έχουν κι ορμές, μα και ψυχή.
Κάνουνε αναγκαστική ομοφυλοφιλία
με αγκαλιές, τριψίματα και πλαστικά εργαλεία.
Μα θα τους δώσω συμβουλή: η καθεμιά να ξέρει
οι ζαμπαράδες οι καλοί είναι μονάχα οι γέροι (…)

                                   *

Δεν είναι, φίλε, ίδιες όλες οι γυναίκες,
δεν είναι ίδιες, μην τις κατηγορείς.
Ψάξε σε ώριμες, σε νέες, σε μπεμπέκες,
καρδιές μεγάλες μ’ αισθήματα να βρεις.
Το ξέρω, φίλε, μια γυναίκα σ’ έχει κάψει,
μα τον καημό σου να σβήσω δεν μπορώ.
Μήπως κι εγώ, βρε φίλε μου, δεν έχω κλάψει
για μια γυναίκα που τώρα συγχωρώ;
Μα είδα γυναίκες που πικρά για άντρες κλάψαν’:
Είδα γυναίκες που είχαν τόσο ερωτευτεί,
είδα γυναίκες που κατάμαυρα τα βάψαν’
κι άλλες γυναίκες που ’χαν καλογηρευτεί.
Μυστήριο πλάσμα, φίλε, είναι η γυναίκα.
Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει στην καρδιά!
Άλλες ποθούνε μ’ έναν άντρα να γεράσουν,
Άλλες απλώς για να περάσουν μια βραδιά.

                                *

Με γράφουν στην ταυτότητα Σταύρο Καραμανιώλα.
Είμαι γλεντζές, καλαμπορτζής και δημοκράτης φόλα.
Μικροί, μεγάλοι στο χωριό με λένε μπαρμπα-Σταύρο,
μέρα και νύχτα τραγουδώ, πίνω κρασάκι μαύρο.
Κι αν είχα όσες έχω πιεί μπουκάλες μαύρον οίνο,
πολύ μεγάλη θ’ άνοιγα ταβέρνα μες στον Πρίνο.
Χωρίς λεφτά να πίνουνε του Πρίνου οι μπεκρήδες,
Σαν σουρουπώνει να ’ρχονται, να πέφτουν σαν ακρίδες.



Ιούνιος ’88

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ


ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΙΩΛΑ

Οι μόνοι που μέχρι σήμερα έχουν ερμηνεύσει τραγούδια του μπαρμπα-Σταύρου και τα έχουν συμπεριλάβει στους δίσκους τους είναι οι Χειμερινοί Κολυμβητές του Αργύρη Μπακιρτζή. Σ’ αυτούς τους δίσκους ο μπαρμπα-Σταύρος, εκτός από δημιουργός (συνθέτης και στιχουργός), συμμετέχει και ως τραγουδιστής. Οι δίσκοι αυτοί είναι οι εξής:


1991 – ΟΙ ΔΑΚΟΚΤΟΝΟΙ


Ο μπαρμπα-Σταύρος, σε ηλικία 80 ετών(!), εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική δισκογραφία! Συμμετέχει στο δίσκο με 6 τραγούδια: «Ο ποδηλατιστής», «Ο Σίμος είναι δασικός», «Οι δακοκτόνοι», «Τατάρικα», «Οι μεγάλοι παλαιοί» και «Ψες το βράδυ».

Ο ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΤΗΣ

Έχω ποδήλατο καλό, όπου κι αν θέλεις πάει
σαν πεις, κι ο ποδηλατιστής σαν το πουλί πετάει.

Έχω και πένσα.
Έχω και πένσα, τρόμπα, οχτάκλειδο και πένσα.
Έχω τιμόνι, κούρσα και μπροστινό φτερό.

Τα λάστιχα του είναι γερά, σαμπρέλες δεν τρυπάνε
από τις πέτρες κι αν περνά, τριβόλια κι αν πατάνε.

Έχω αντοχή στα πόδια μου και στο τιμόνι βάση,
γι’ αυτό και βάζω στοίχημα αν κάποιος με περάσει.

Σαν με περάσει ο Θοδωρής και το ταξί του Νίκου,
εγώ θα πέσω να πνιγώ μες στ’ ανοιχτά του Πρίνου.

Σαν τ’ άκουσε ο Θοδωρής πολύ του ’κακοφάνει.
Θα βάζει μπρος τη Σεβρολέτ, τρέχει να με προκάνει.

Τότες κι εγώ εθύμωσα, πατάω γερά πετάλια
κι ο Θοδωρής με έχασε από μπροστά απ’ τα μάτια.


ΟΙ ΔΑΚΟΚΤΟΝΟΙ
Μεταφορείς και ψεκασταί,
αρχιεργάτες, γεωπόνοι,
όλοι εμείς οι δακοκτόνοι
είμαστε δολοφόνοι.

Τί τάχα να τους έκανε σ’ αυτή τη κοινωνία
και κυνηγούν αλύπητα το δάκο με μανία;

Υπάρχουν μεγαλύτεροι εχθροί για τη ελιά,
μ’ απ’ όλους ασπονδότεροι ειν’ όλα τα πουλιά.

Γιατί λοιπόν σαν πιάνουμε τσίχλες και μαυροπούλια
μας κυνηγούν οι δασικοί, ως που να βγει η πούλια;


Ο ΣΙΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΑΣΙΚΟΣ

Φεύγει ο Σίμος σήμερα· η ώρα να ’ν’ καλή,
να φάμε κα ’ναν κότσυφα, ορτύκι και πουλί.

Του έγινε μετάθεση κι έληξε η θητεία
κι εμείς ας την ξεχάσουμε τη μαύρη εξαετία.

Φεύγει ο Σίμος και γι’ αυτό, σουσουκαραίοι, κλάφτε
τσίχλες, κοτσύφια, τρούτσινες, στα μαύρα να τα βάψ’τε.

Γιορτή μεγάλη έχουνε ο Φλιάς κι ο Σαρκαφλιάς,
πανηγυρίζει ο Καναβός, ο Λάμπρος κι ο Μηλιάς.

Τί ωφελεί κι αν έπιανε καθημερνώς τα δόχια,
αφού γυρνούσε κι έβρισκε στη μηχανή του βρόγχια;

Ο Τούρκος λέει πως μυαλό δεν έχουν οι ψηλοί,
ίσως γι’ αυτό δε φάγαμε κότσυφα και πουλί.

Εμέν’ αυτός ο άνθρωπος δε μ’ έκανε κακό·
μ’ ακόμα κι αν θα μ’ έκανε, το δίκιο θα το πω:

Ο Σίμος είναι δασικός και τη δουλειά του κάνει
Μα το χωριό θέλει φωτιά που ’χει πολλοί ρουφιάνοι.


ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ

Γρούνος, Μουστάκας, Μαϊδανός
Κώστας Κουτσουμέρης,
Νικολάκης κι Αλέξης τ’ Αυγουστή,
Σταυράκης της Ολυμπίας,
Μήτσος Ντούπας, Σταλαμίδης,
Τσιλκάρης, Ξανθός του Γιαννακού,
Αννούδα της Θωμάδαινας
Και Πλουτάδες
εν τη γη αγαλλιάσονται.

Μητσκονάς μας κάνει αμπέλι, κτίζει και ντουβάρια,
περνά ο Μπιστάρας από ’κει, του λέει πως θέλ᾿ στυλιάρια.

Πέρασε κι ο Ζαμπετάς, ο πρώτος ο τεμπέλης·
γειά σου χαρά σου, Μητσκονά, να χαίρεσαι τ’ αμπέλι σ’.

Πέρασε και ο Δηλαδής, του ’πε μια καλημέρα.
Εκείνος τον οδήγησε να βαν’ στ’ αμπέλι λέρα.

Πέρασε κι ο Μποσνάκης μας, να πάει στον Αϊ-Γιάννη.
Εκείνος του ευχήθηκε πολύ καρπό να κάνει.

Kι ο Μήτσος Τζέκης πέρασε, που ήταν και τελάλης·
του ’πε, αν θες καλό κρασί, μπρούσικο να το βγάλεις.

Πέρασε κι’ ο Σερέτης μας και του ’δωσε καπάρο:
όταν θα βγάλεις το κρασί, εγώ θε να το πάρω.

Πέρασε κι η Ασφάλεια, να πάει να κυνηγήσει
μια νταμιτζάνα του ’δωσε, κρασί να του γεμίσει.

Πέρασε κι’ ο Σωκράτης μας και του ’πε δυο καντάδες
και του βαν’ ένα κοιμιστό και δυο καταβολάδες.

Πέρασε και η Φούλα μας παίζοντας τη λατέρνα.
Φέρε κρασάκι Μητσκονά και την παρέα κέρνα.

[Στους αείμνηστους συγχωριανούς μου,
που δεν παντρεύτηκαν ποτέ,
αντί μνημοσύνου.
Σταύρος Καραμανιώλας.]


ΤΑΤΑΡΙΚΑ

Για το μπαξέ του λεύτερο μου ’δωσ’ ο μπάρμπα Σταύρος,
να κόβω λάπατα, παζιά, δυόσμο και κάνα γράβο

Κραμπιά κι’ αγριολάχανα, κολοκυθοκορφάδες,
Μ’ αλαφροτσούσκες πιπεριές κι’ ωραίες καρδιές ντομάτες

Τσουκνάδες, κρομμυδόφυλλα, ανηθοκαρκαλούδια
τεύτλα, σπαράγγια, κουκουδιές, ξωλάχανα, σταμπούλια

Kολοκυθάκια, μαϊντανό, βλήτα, αγριοκρεμμύδες,
σπανάκια, σκόρδα, κάρδαμο, κορφούλες ραπανίδες

Φτέρες, βλαστάρια αβρινιές, αυτά που λεν ακρίδες
που ο Άγιος Γιάννης έτρωγε στην έρημο με ρίζες

Με λίγο λάδι στην αρχή, περσότερο στο τέλος
γίνονται τα τατάρικα, που ’ν’ ο παππούς μου ο Φέζος.

Εγώ τ’ αλλάζω βέβαια, βάζω και λίγη σόγια.
Και για το αποτέλεσμα είναι φτωχά τα λόγια.

Από Δευτέρα ως Κυριακή τατάρικα τα τρώω,
δε λέω όχι, μάλιστα λέω τι ωραία ω! ω!

Kι’ αν κάπου – κάπου βάσανα μας έρχονται Σταυράκη,
μας φθάνουν λίγα, Σταύρο μου, τατάρ’κα και γραβάκι

Σταύρο, αυτό που μου ’κανες, ποτές δεν το ξεχνάω
κι όπου βρεθώ κ’ όπου σταθώ, παντού το διαλαλάω

Καλός πως είσαι ποιητής, πολύ καλός και βάλε
μα πάνω απ’ όλα είσαι καπάντασης, μακριά του Χάρε,
μείνε μακριά του Χάρε!


ΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ψες το βράδυ, απ’ την παραλία,
μπήκα μέσα σ’ ένα αστικό,
να με πάει στον Προφήτη Ηλία,
τα παλιά τα στέκια μου να δω.

Πήγα Ποταμούδια και Βιξ στέρνες,
νότα δεν ακούστηκε καμμιά.
Πάψαν τα τραγούδια κι οι λατέρνες,
λες και ήμουνα στην ερημιά.

Έκαμα τη βόλτα μου στου Τσάτσκα,
που ’ν’ τα χρόνια εκείνα τα παλιά,
κάθε βράδυ, λες και ήταν Πάσχα,
άκουγες σαντούρια και βιολιά.

Έφτασα στη στάση του Βλαμάκη,
μα το μαγαζί ήταν κλειστό.
Τράβηξα γραμμή για του Καρνάκη,
για να πιω νερό να δροσιστώ.

Παράδεισο κι Ακρόπολη
τα βρήκα γκρεμισμένα.
Μπαίνω ξανά στο αστικό,
με μάτια βουρκωμένα.



1997 – ΟΧΙ ΛΑΘΗ, ΠΑΝΤΑ ΛΑΘΗ


Ζωντανό άλμπουμ, στο οποίο περιλαμβάνονται 3 τραγούδια του μπαρμπα-Σταύρου: οι ήδη ηχογραφημένοι «Δακοκτόνοι» και τα «Δεν είναι ίδιες όλες οι γυναίκες» και «Ο βίος μου».


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Δεν είναι, φίλε, ίδιες όλες οι γυναίκες,
δεν είναι ίδιες, μην τις κατηγορείς.
Ψάξε σε ώριμες, σε νέες, σε μπεμπέκες,
καρδιές μεγάλες μ’ αισθήματα να βρεις.

Το ξέρω, φίλε, μια γυναίκα σ’ έχει κάψει,
μα τον καημό σου να σβήσω δεν μπορώ.
Μήπως κι εγώ, βρε φίλε μου, δεν έχω κλάψει
για μια γυναίκα που τώρα συγχωρώ;

Μα είδα γυναίκες που πικρά για άντρες κλάψαν’:
Είδα γυναίκες που είχαν τόσο ερωτευτεί,
είδα γυναίκες που κατάμαυρα τα βάψαν’
κι άλλες γυναίκες που ’χαν καλογηρευτεί.

Μυστήριο πλάσμα, φίλε, είναι η γυναίκα.
Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει στην καρδιά!
Άλλες ποθούνε μ’ έναν άντρα να γεράσουν,
Άλλες απλώς για να περάσουν μια βραδιά.


Ο ΒΙΟΣ ΜΟΥ

Τα ποιήματά μου είναι πολλά και δεν τα χω γραμμένα,
είναι μες στο κεφάλι μου μαγνητοφωνημένα.
Μα θα χαθούνε, σκέφθηκα, μια μέρα σαν πεθάνω,
γι' αυτό και απεφάσισα κασέτες να τα κάνω.
Τα ποιήματα, το βίο μου, κασέτες τώρα κάνω,
για να τις παίζουν, να μ' ακούν, όταν θα αποθάνω.
Αρχίζω, μαγνητοφωνώ και πρώτα, πριν απ' όλα,
ειμ' απ' τον Πρίνο και με λεν Σταύρο Καραμανιώλα.
Γεννήθηκα το έντεκα στο Μέγα Καζαβίτι
χρόνια τουρκοκρατούμενα, τα χρόνια του χαμίτη
Φύγαν οι Τούρκοι κι άρχισε ο πρώτος πόλεμος
ήρθε μια δυστυχία και φοβερός λιμός
Η πείνα είχε φτάσει στης γης τα πέρατα
τρώγαμε βαλανίδια και ξυλοκέρατα
Κι από τα ξυλοκέρατα βράζαμε τα κουκούτσια
ποτέ τα ποδαράκια μας δε φόρεσαν παπούτσια
Από παντού ή Θάσος είχε αποκλειστεί
σαν ποντικοί στη φάκα είχαμε εδώ πιαστεί
Τίποτα ν' αγοράσεις δεν είχε με λεφτά
μα είχε αεροδρόμιο εδώ το δεκαεπτά
Πέτρες ό κόσμος έσπαζε για λίγη κουραμάνα
μονάχα για τον άρρωστο και για τη μωρομανα
Μες στην Καβάλα ήτανε οι Γερμανοβουλγάροι
οι Καβαλιώτες έφτασαν να τρώνε και γάιδαροι
Τέλος μια μέρα φύγανε οι Γερμανοβουλγάροι
κι οι φούρνοι έβγαλαν ψωμί, μ' άγανο, από κριθάρι
Άρχισαν τα ερείπια να κτίζονται ξανά
νέα ζωή ξανάρχισε κι άνοιξαν τα καπνά
Μπήκα κι εγώ στα μαγαζιά από εννιά χρονώ
χωρίς να είμαι έρημο ούτε και ορφανό
Είχα αδελφές και αδελφό και μάνα και πατέρα
με επταμελή οικογένεια πώς να τα βγάλουν πέρα
Αυτοί οι λόγοι μ' έκαναν ν' αφήσω τη φυλλάδα
γιατί έπαιρνα αρκετά λεφτά κι εγώ κάθε βδομάδα
Δεν πήγα στο γυμνάσιο ούτε και στον Ευκλείδη
τετάρτη του δημοτικού πήγα στον Τσανακλίδη
Γράμματα λίγα έμαθα, να γράφω, να διαβάζω
μα ο Θεός με φώτισε ποιήματα να βγάζω
Τα πιο καλά τα χρονιά μου τα 'ζησα στην Καβάλα
πέρασα χρόνια όμορφα και βάσανα μεγάλα
Με αγαπούσανε πολλές, μικρές, μαθητριουλες
γαλανομάτες, καστανές, ξανθές, Εβραιοπουλες
Μες στην Καβάλα οι κοπελιές με λέγανε μαγκάκι
γιατί φορούσα πάντοτε στραβά το καβουράκι
Και ήμουνα αληθινά πραγματικό μαγκάκι
χόρευα μάγκικο βαρύ κι έπαιζα μπουζουκάκι
Τα στέκια μου ήταν πάντοτε Αμύντα και Σουτζούκι
εκεί έμαθα ζεϊμπέκικο, εκεί έμαθα μπουζούκι
Στην κρίση του τριανταδυό ξερίζωσα βουνά
χιλιάδες είχα βγάλει οκάδες κάρβουνα
Κι ο Θοδωρής, πού τα 'παίρνε, μου 'σπάζε την καντάρα
και στο φινάλε έβγαζε και τη μανέλα τάρα
Ως το τριαντατέσσερα και τέρμα ο αγώνας
μετά την κρίση άρχισε ένας χρυσός αιώνας
Κάποια κοπέλα γνώρισα από το Θεολόγο
χωρίς να θέλω έμπλεξα και έδωσα και λόγο
Το όνομα της ήτανε Κατίνα Ευαγγέλου
είχε κορμάκι λυγερό και πρόσωπο αγγέλου
Μα όλως αναπάντεχα ήρθε ο χωρισμός
αιτία ήταν ή ζήλια της και ο εγωισμός
Καλά ως το τριανταεννιά, μα ήρθε άλλη κρίση
ο δεύτερος ο πόλεμος, την πόρτα είχε χτυπήσει
Τι έχεις βρε Γιαννάκη μου; -Αυτό πού είχα πάντα:
ήρθε το περιβόητο το έπος του σαράντα.
Μας χτύπησαν οι Ιταλοί με πείσμα και μανία
και άρχισε ο πόλεμος μέσα στην Αλβανία
Πήραμε απ' την Κορυτσά ως τους Άγιους Σαράντα
μας χτύπησαν οι Γερμανοί και χάσαμε τα πάντα
Για να τα βάνουμε με δυο, δεν είχαμε αντοχή
κι άρχισε ή οπισθοχώρηση και ήρθε ή κατοχή
Τη χώρα μας την πάτησε του Γερμανού ή μπότα
κι άρχισε ο χειρόμυλος, σκαφίδα και μπομπότα
Κατέβηκαν οι Βούλγαροι, στη Θάσο, στην Καβάλα
στρογγύλια μ' άλλους φόρτωνα στο Μήτκα, στην Καψάλα
Δουλεύαμε σαν είλωτες, μας βγάζαν το ζουμί
σαράντα μέρες δούλεψα, δεν πήρα ούτε δραχμή
Κι έφυγα στην Κεραμωτή, δουλειά εκεί να πιάσω
σε μια μπατόζα βοηθός, ψωμί για να χορτάσω
Μα απ' τα πολλά κουνούπια κι από την υγρασία
με πλάκωσ' ένας πυρετός, βαριά ελονοσία
Γύρισα πίσω στο χωριό, γιατί θε να πεθάνω
μα είμαι και στενάχωρος, κάτι έπρεπε να κάνω
Με γαϊδαρνή υπομονή και με πολλή προσπάθεια
σε λίγες μέρες άρχισα και έκανα καλάθια
Σαν το μελίσσι πλάκωνε ο κόσμος, να τα πάρει
κι αρχίσανε να πέφτουνε τα λέβα με το φτυάρι
Αγόραζα τα πάντα της μαύρης αγοράς
γιατί- πού λέει ο λόγος- μιλούσε ο παράς
Κάποια κοπέλα έκλεψα από τη γειτονιά
ήμουν τριανταδυό χρονώ εγώ κι εκείνη δεκαεφτά
Όμως αυτό πού έκανα ήταν παρανομία
γι' αυτό μας στεφανώσανε με την αστυνομία
Αποδιωγμένοι και οι δυο μακριά από τα σπίτια
να πα' να χτίσουμε φωλιά σαν τα μικρά σπουργίτια
Κάναμε το σπιτάκι μας έξω απ' το χωριό
κι oι δυο μαζί παλέψαμε για το νοικοκυριό
Δυο κοριτσάκια κάναμε πού μένουν στην Καβάλα
το πρώτο είναι κεντήτρια, το δεύτερο δασκάλα
Έψαχνα χρόνια για δουλειά, μα τέλος τήνε βρήκα
και ξέρετε ποια ειν’ αυτή; Ή σύνταξη του ΙΚΑ.
Όμως πολύ κουράστηκα, να το πετύχω αυτό,
μα κάθε μήνα πέφτουνε έξι εφτακόσια οκτώ.


Η διαθήκη μου
Πριν αποθάνω και ταφώ, θ’ αφήσω διαθήκη
τα ποιήματα μ' ν' ακούγονται πετρέλαια και καθίκι
Ν' ακούγονται και ολ' αυτά, πού έγραψα για μένα
θα σας τα πω καλύτερα και πιο συγκεκριμένα:
Έχουμε κάποιον στο χωριό τον λένε μπάρμπα Σταύρο
μεσ' τα κατώγια τριγυρνά να βρει κρασάκι μαύρο
Το άσπρο δεν το κυνηγά ούτε το κοκκινέλι
το θέλει να 'ναι μπρούσικο κι όχι γλυκό σα μέλι
Κι αν είχε όσες έχει πιει μπουκάλες μαύρο οίνο
πολύ μεγάλη θ' άνοιγε ταβέρνα μες στον Πρίνο
Χωρίς λεφτά να πίνανε του Πρίνου οι μπεκρήδες
σα σουρουπώνει, να 'ρχονται, να πέφτουν σαν ακρίδες.



2009 – 23 ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΩΤΑ



Το 11ο από τα 23 «Κόκκινα Φώτα» είναι «Ο καφές» και ανήκει στον μπαρμπα-Σταύρο.

Ο ΚΑΦΕΣ

Μπήκα μες σε μια καφετερία,
που την είχε μια κομψή κυρία,
να κάτσω στον μπουφέ,
με όλα μου τα εφέ,
να πιω έναν βαρύ γλυκό καφέ.
Κάθισα στον μπουφέ,
με όλα μου τα εφέ,
παρήγγειλα βαρύ γλυκό καφέ

Τάκα-τάκα ήρθε η παραγγελία,
που είχα δώσει στην κομψή κυρία.
Ρουφάω τον καφέ,
επάνω στον μπουφέ,
και τότε λέω στην κομψή κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία:

«Ωραίος ο καφές,
ωραίος κι ο μπουφές,
ωραία κι η κυρία που σερβίρει.
Ωραίος ο καφές,
ωραίος κι ο μπουφές,
τραγούδι να της κάνουμε, Αργύρη»

Βγάζω να πληρώσω την κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία,
να δώσω πουρμπουάρ,
να πω κι ορεβουάρ,
και τότε ακούω την κομψή κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία:

«Στο λέω ορθά-κοφτά
δεν θέλω εγώ λεφτά,
δεκάρα τσακισμένη από σένα.
Μον’ θέλω να μου πεις,
και δίχως να ντραπείς,
το τραγουδάκι που έγραψες για μένα».

Μπράβο!

Ωραίος ο καφές…


Αθήνα, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Σωτήρης Κακίσης - Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. Τους στίχους του τραγουδιού "Ο βίος μου" τους αντέγραψα από το site www.nektarios.gr.









1 σχόλιο:

  1. Mporo na xrhsimopoihso fotos kai ta sxolia sas gia to biblio pou tha ekdoso gia ton papou mou ton mparmpa stauro? Eipa kairos na kano katin me ta xeirografa tou kai na ta dei tupomena oso akoma zei na ta euxarisththei. Thelei ligo douleia alla einai sxetika eukolo me ola ta online services. An exetai fotos h alla stoixeia apo arthra mporeitai na mou ta steiletetai gia na dhmosieuthoun sto biblio tou. ekana kai selida sto facebook vevaia http://www.facebook.com/home.php?sk=2361831622#!/home.php?sk=group_121534187902688&ap=1
    euxaristo
    Apostolos Vourvoutsiotis
    vourvou@web.de

    ΑπάντησηΔιαγραφή