Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ (δεν) ΚΑΤΟΙΚΩ (La Piel que Habito / The Skin I Live in)



Ένας πλαστικός χειρούργος (Antonio Banderas) που έχει χάσει τη γυναίκα του σε τροχαίο, από πλάνη νομίζει ότι ένας νεαρός βίασε την κόρη του ( η οποία έκτοτε τρελλάθηκε κι αργότερα αυτοκτόνησε). Θέλει να εκδικηθεί. Συλλαμβάνει τον νεαρό, τον υποβάλει με τη βία σε επέμβαση αλλαγής φύλου και μετά από πολλές πλαστικές εγχειρήσεις τον μεταμορφώνει σε τέτοιo βαθμό ώστε να είναι ίδιος και απαράλλακτος με τη …γυναίκα του (!), συνεπικουρούμενος στο όλο εγχείρημά του από την τύποις παραμάνα του (Marisa Paredes), μα στην πραγματικότητα αληθινή του μάνα… Ο σύγχρονος Φρανκενστάιν ερωτεύεται το θύμα – δημιούργημά του (Elena Anaya), το απελευθερώνει πιστεύοντας στην υπόσχεσή του ότι δεν θα τον αφήσει ποτέ, αλλά το θύμα εκδικείται: σκοτώνει αυτόν και τη μάνα του και γυρνάει στη … δικιά του μάνα, κατοικώντας όμως σ’ ένα άλλο σώμα (φυσικά…).

Εάν το μήνυμα της ταινίας και του σκηνοθέτη (Pedro Almodovar) είναι ότι «δεν έχει σημασία το σώμα», το το εξωτερικό περίβλημα, αυτό δηλαδή που οι άλλοι (η Φύση, ο Θεός) μας χαρίζουν, ούτε καν το φύλο, αλλά αυτό που «πραγματικά είμαστε», ο εσωτερικός μας κόσμος, το «είναι» μας (σε αντιδιαστολή με το «φαίνεσθαι»), πάω πάσο, αν και έχω σοβαρότατες αντιρρήσεις (π.χ. ότι το σώμα σίγουρα καθορίζει και το πνεύμα, το «φαίνεσθαι» καθορίζει ή επηρεάζει και το «είναι», και αντιστρόφως κ.α.). Αν όμως δεν είναι αυτό το μήνυμα, που μάλλον δεν είναι, τότε πρόκειται για άλλο ένα ομοφυλοφιλικό έκτροπο (όχι έκτρωμα…) του Πέδρο Αλμοδοβάρ, δίχως όμως τον Αλμοδοβάρ, δίχως δηλαδή πολύ κιτς, πολύ μελόδραμα, πολύ χιούμορ, συνεπώς ένα μελοδραματικό κιτς και δίχως χιούμορ έργο. Ο Αλμοδοβάρ γερνάει χωρίς να δείχνει ότι μπορεί να αποχωριστεί τις εμμονές της διαφορετικότητας. Έτσι, η διαφορετικότητα γίνεται παγίδα και κλισέ, ένας καλλιτεχνικός δυνάστης που όταν δεν τηρείται απαρέγκλιτα οδηγεί σε αντιερωτικά και μισογυνικά μορφώματα σαν την τελευταία του ταινία. Καλός ο Μπαντέρας, κακή η Παρέδες, όμορφη (και πολλά υποσχόμενη) η Έλενα Ανάγια. Οι επιμέρους αντινομίες κι ευκολίες (π.χ. πού βρήκε το φουστάνι το παλιό ο Βιθέντε; Πώς άλλαξε η φωνή του σε βαθμό που να μοιάζει με τη φωνή της πρώην γυναίκας του γιατρού; Γιατί η μάνα αποκαλύπτει σ’ ένα πειραματόζωο την αλήθεια που δεν ξέρει ο γιος της κ.λπ.) δεν θα είχαν καμιά ιδιαίτερη σημασία εάν δεν εντάσσονταν στη γενικότερη αμηχανία και σεναριακή προχειρότητα της ταινίας και δεν διόγκωναν την ήδη τεράστια απορία: Ε, και;


Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2011

Φώτης Μπατσίλας



Υ.Γ. Καθώς έγραφα τις παραπάνω γραμμές, διαπίστωσα –έκπληκτος!- δυο πράγματα: ότι είχα να γράψω έναν μήνα ακριβώς, κι ότι σήμερα συμπληρώνονται δυο χρόνια (πάλι ακριβώς!) που το oxy-moron εμφανίστηκε στο χώρο της μπλογκόσφαιρας… Κρίμα! Περίμενα αλλιώς αυτήν την επέτειο: να έχω επιστρέψει απ’ το φεστιβάλ, με μια γλυκειά κούραση στα μάτια, κι ακόμη πιο γλυκειές σκέψεις, «Ολύμπιον», «Τζων Κασαβέτης», «Παύλος Ζάννας», τα κορίτσια της Θεσσαλονίκης, «Αποθήκες» και «Νίκης 35», κι όχι αυτήν την συνεχώς αυξανόμενη εσωστρέφεια, τη δικιά μου και των άλλων, τούτο το πιο μουντό και μουγκό, το αληθινό φθινόπωρο που ζούμε όλοι…

1 σχόλιο:

  1. και σινεμα βλεπουμε και μνημες ανασκαλευουμε και λιγη ψυχρα επεσε στη Αθήνα......" Τί αλλο θελουμε...??? " Η.Β

    ΑπάντησηΔιαγραφή