Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Γεια σου, Γιαννάκη! (ή Πέρα Πάλι από τα Σώματα)


Ο Γιάννης Βαρβέρης δεν είναι πια μαζί μας. Το oxy-moron τιμά τη μνήμη του και παρουσιάζει, για πρώτη φορά διαδικτυακά, με την επιμέλεια και την άδεια του φίλου του ποιητή Σωτήρη Κακίση, ολόκληρη τη συζήτησή τους, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Poetix Ι τον Μάρτιο του 2009, με τον τίτλο «Δεν συμφωνώ!»:

















«ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝώ ! »…

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ: Δεν συμφωνώ! Έτσι ν’ αρχίσουμε, λέω εγώ, αυτή τη συζήτηση, Γιάννη.

ΓΙάΝΝΗΣ ΒΑΡΒέΡΗΣ: Συμφωνώ. Γιατί το «Δεν συμφωνώ!» είναι μια φράση κλειδί για όλη την τέχνη, βέβαια, αλλά στην Ποίηση, που είναι ένα από τα πιο υποκειμενικά πράγματα, ταιριάζει απόλυτα. Ειλικρινά, διαβάζω πολλούς καλούς ποιητές, οι οποίοι δεν αρέσκονται ο ένας σε αυτά που κάνει ο άλλος.

Σ.Κ.: Εμένα αυτό μου φαίνεται και λογικό, και νόμιμο, ομολογώ. Γιατί ο καθένας μας ακολουθεί έναν δρόμο δικό του, που προς κάπου πηγαίνει, και τον πηγαίνει. Και μία δόση «αυτισμού» πάντα θα υπάρχει. Παλιά δεν λέγαμε, για τους ζωγράφους ιδίως, «Επεβλήθη»; Αυτό δεν σήμαινε πως κάποια στιγμή ο «δρόμος» του αναγνωρίστηκε, από το κοινό συνήθως; Οπότε, οι δρόμοι των άλλων, οι διαφορετικοί, δεν δικαιώθηκαν, αν μη τι άλλο;

Γ.Β.: Να σου πω: εγώ πιστεύω πως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες γενικότερα, είναι όντα εμμονών. Έτσι και οι ποιητές, νομίζω. Και όση περισσότερη εμμονή έχουν, τόσο προσωπικότεροι γίνονται, είτε πρόκειται για καλούς, είτε πρόκειται για κακούς ποιητές. Και πάρε, στα θετικά, το παράδειγμα του Σαχτούρη, και στα αρνητικά –μιλάω για ακραίο στυλιζάρισμα, δηλαδή-, ένα σωρό άλλους ανθρώπους χαριτωμένους, οι οποίοι οι ίδιοι πιστεύουν πως γράφουν καλά, αλλά είναι εξόχως αμφισβητήσιμοι. Και λάβε υπ’ όψη σου και κάτι άλλο: πως και στο χώρο αυτό, των αποτυχημένων, ας πούμε, ποιητών, στον οποίον ελπίζω να μην ανήκουμε, αλλά όπου είναι πιθανό και να ανήκουμε –κι αυτό δεν το λέω από σεμνοπρέπεια, αλλά από αγνωστικισμό-, στο χώρο δηλαδή της λεγόμενης «παρα-λογοτεχνίας», υπάρχει κι εκεί συγκεκριμένη και αυστηρή ιεραρχία.

Σ.Κ.: Όπως στους …δαίμονες, στα Τάγματα του …Διαβόλου ακριβώς; Πιο σκληρή κιόλας ιεραρχία;

Γ.Β.: Ναι. Πιο σκληρή, αλλά και πιο κωμική οπωσδήποτε.

Σ.Κ.: Κωμικο-τραγική;

Γ.Β.: Μπα. Το τραγικό είναι διάσταση πολύ προχωρημένη. Μάλλον κωμική σκέτη.

Σ.Κ.: Μάλιστα. Ας τα πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή: λένε πως έχουμε περισσότερους καλούς ποιητές της έγγραφης, ας πούμε, Ποίησης, σε σύγκριση και κατ’ αναλογίαν με άλλους λαούς. Στην Ποίηση, θέλω να πω, «χαράκωμα στο μέλλον», στην αυτόματη Ποίηση, που ξεκινάει από το μυαλό, για να υπάρξει με άμεση ανταπόκριση της καρδιάς, του σώματός μας. Έχουμε, πράγματι; Μπορούμε να ξέρουμε; Πώς καταλαβαίνει κανείς άραγε τις λέξεις και τις λάμψεις τους σε μία ξένη γλώσσα; Απλώς διαισθανόμαστε;

Γ.Β.: Διαισθανόμαστε. Αλλά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον εικοστό αιώνα, παρατηρεί κανείς σχετικά εύκολα πως ο προβληματισμός των Ελλήνων ποιητών εν γένει, οι περιπτώσεις οι εννοιολογικές και ίσως και οι μορφολογικές οι δικές μας είναι περισσότερες. Δηλαδή, εδώ ανθεί το φαινόμενο πιο έντονα. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να μιλήσω για τις κορυφώσεις. Γιατί, ναι, το είπες, η πρόσβαση στην ξένη γλώσσα δεν είναι πάντα η καλύτερη αφενός, και διότι κι η γενική μας εποπτεία των όσων ακριβώς γράφονται συνήθως είναι περιορισμένη.

Σ.Κ.: Είναι δύσκολες «οι εκδρομές στην άλλη γλώσσα». Εδώ, είπαμε, δυσκολευόμαστε και μεταξύ μας. Μήπως όμως στην Ελλάδα την Ποίηση την τιμούν και οι ποιητές οπωσδήποτε, αλλά και ο κόσμος, για κάποιο λόγο ιδιαίτερο; Μήπως είμαστε εξαιρετικά αφοσιωμένοι στον Λόγο εδώ γύρω, από τον …Αισχύλο, από τον Όμηρο ως σήμερα; Και με τα δημοτικά μας τραγούδια, και με τους εν Κρήτη και Κύπρω ποιητάρηδες ακόμα, και με τα ρεμπέτικα και το λαϊκό μας ακόμα τραγούδι;

Γ.Β.: Εγώ, ούτως ή άλλως, δεν είμαι από εκείνους που παραπονούνται για την ανταπόκριση της Ποίησης στον κόσμο. Πιστεύω πως στην «ατόφια» περιοχή της ποίησης το κοινό είναι και συγκεκριμένο και λίγο. Επίσης πιστεύω πως υπάρχει κι ένα κοινό, το οποίο «κρύπτεσθαι φιλεί». Υπάρχουν άνθρωποι δηλαδή που ασχολούνται. Αλλά όπως κι οι ίδιοι οι ποιητές ντρέπονται να πούνε «Είμαι ποιητής», έτσι ίσως κι οι αναγνώστες τους ντρέπονται να πουν σε άλλους ανθρώπους πως ασχολούνται με την Ποίηση. Όσο για το «γενικότερα» που είπες-

Σ.Κ.: Για την πιθανή προσήλωσή μας στον Λόγο-

Γ.Β.: «Γενικότερα» συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Είτε στο τραγούδι, είτε στο ρεμπέτικο, είτε όπου αλλού.

Σ.Κ.: Να μην αντιμετωπίσουμε κι αυτές τις περιοχές λίγο; Να μην τις συναρτήσουμε στη συζήτησή μας; Δεν υπάρχει «ατόφια» Ποίηση και στο λαϊκό στίχο, άραγε;

Γ.Β.: Θα προτιμούσα να θεωρούσες πως σου την έχω κάνει εγώ αυτή την ερώτηση, κι όχι εσύ σ’ εμένα. Γιατί σε θεωρώ αρμοδιότερο, κατ’ αρχήν.

Σ.Κ.: Ωραία. Αν και νομίζω πως έχω απαντήσει ξανά σε αυτό το ερώτημα, στη συζήτηση των τριών μας, με τον σκηνοθέτη τον Γιώργο Πανουσόπουλο. Ναι, πιστεύω πως, όχι λίγη, πολλή ποίηση ενυπάρχει κι εκεί, στην πιο απλή, και ίσως έτσι και σε μία από τις πιο άμεσες και καίριες μορφές της. Κι επειδή στο τραγούδι η λιτότητα προέχει, τα καλά είναι ξαφνικά πολύ καλά. Άλλωστε, έχουμε αρκετούς καλούς ποιητές του «εγγράφου λόγου», που έγραψαν κι αυτοί με παρόμοια λιτότητα, σχεδόν «στιχουργική». Που τον χρησιμοποίησαν μάλιστα αυτό τον τρόπο για πιο εύκολη πρόσβαση στα μυαλά και στις ψυχές έτσι των αναγνωστών τους.

Γ.Β.: Εδώ όμως εγείρεται επίμονο το γνωστό ερώτημα: αυτή η Ποίηση που λες τώρα, του λαϊκού ή του ρεμπέτικου, ή του έντεχνου επίσης τραγουδιού, είναι «επιχωματωμένη» -και αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιώ το επίθετο αυτό αρνητικά- από τη μουσική.

Σ.Κ.: Εγώ πάλι θα έλεγα πως έχει την ελευθερία ν’ αφήσει ένα κομμάτι της ανοιχτό, περιμένοντας τη μουσική να τη συμπληρώσει.

Γ.Β.: Αν όμως η Ποίηση αφήνει ένα κομμάτι της ανοιχτό, σημαίνει πως έχει ένα κομμάτι της ανοιχτό…

Σ.Κ.: Γιατί να είναι κακό αυτό; Μπορεί και να δείχνει μια ευπρόσδεκτη έλλειψη αλαζονείας. Να επιβάλλεται από μία προσπάθεια ταπεινοφροσύνης.

Γ.Β.: Πάντως, αυτό που έχω εγώ να πω είναι πως, σε όσα ποιήματα έχω ως τώρα ακούσει μελοποιημένα, ακούω ένα άλλο τελείως Λόγο, από εκείνο το Λόγο, που διάβασα κατά μόνας.

Σ.Κ.: Δεν διαφωνώ. Αλλά δεν έλεγα καθόλου γι’ αυτό εγώ. Εγώ μιλάω για περιπτώσεις όπως του Καββαδία, π.χ.

Γ.Β.: Ε, ο Καββαδίας είναι και αρκετά «γραφικός» ως ποιητής, εγώ δεν τον λατρεύω. Ο Καββαδίας είναι ευένδοτος σ’ ένα είδος μουσικής, συγκεκριμένο.

Σ.Κ.: Εγώ πάλι που τον αγαπώ, πιστεύω πως η Ποίησή του επιβάλλει το είδος της μουσικής που οφείλει να «συμπληρώσει» ο συνθέτης. Και σε συνθέτες έτσι, που εγώ καθόλου κατά τ’ άλλα δεν εκτιμώ, όταν ασχολήθηκαν μαζί του, σαν να τους επεβλήθη μαγικά ένα είδος τραγουδιού της προκοπής.

Γ.Β.: Ξαναγυρίζοντας στο θέμα της ποίησης στα ρεμπέτικα, όπου συμβαίνει μια «κοινωνική» συνάντηση, μια συνάντηση με τα κοινωνικά προβλήματα μιας εποχής, εγώ δεν θεωρώ πως από το ’50 και μετά υπήρξε καμία συνάφεια των τραγουδιών αυτών με τα νεοελληνικά προβλήματα. Και μαζί με τη μουσική τους –η οποία κατ’ εμέ είναι πτωχοτάτη, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων- δεν καταλαβαίνει κανείς τι από τα νεότερα δικά μας πράγματα εκφράζουν. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι που εγκολπώθηκαν το ρεμπέτικο τραγούδι, κατά κάποιο τρόπο οικειοποιήθηκαν τις αμαρτίες ή την Κόλαση κάποιων άλλων ατιμωρητί. Χωρίς να πληρώσουν «διόδια» δηλαδή γι’ αυτό.

Σ.Κ.: Εκτός του «πτωχοτάτη», στα άλλα συμφωνώ.

Γ.Β.: Είναι ένας γιάπις εννιά μ’ εννιά στο γραφείο, και την Παρασκευή το βράδυ τα δίνει όλα στα ρεμπετάδικα.

Σ.Κ.: Κάτι του συμβαίνει με την ψυχή του προφανώς κι αυτού του ανθρώπου, για να κάνει κάτι τέτοιο.

Γ.Β.: Μπορεί. Μια ανάγκη στην αμαρτία.

Σ.Κ.: Η αμαρτία μπορεί να είναι όλη η άλλη του ’βδομάδα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ τι βλέπει, τι νοιώθει, τι υφίσταται η ψυχή του καθενός μας. Αν όμως γυρίσουμε στην Ποίηση και δεν χαθούμε στους απατηλούς συχνά δαιδάλους της μουσικής και του τραγουδιού, ένα ερώτημα πάλι είναι πώς υπάρχουν ποιητές με ποιήματα και ποίηση υψηλόφρονα, ενώ οι χαρακτήρες των ανθρώπων που τα έχουν γράψει καθόλου δεν είναι ανάλογοι. Πόσο «σχιζοφρενής» πρέπει δηλαδή να είναι ένας άνθρωπος, ώστε να λειτουργεί ως «σποραδικά –και μόνον- ένθεος» ;

Γ.Β.: Αυτό το ερώτημα μου αρέσει πάρα πολύ. Εγώ πιστεύω πως ναι, μπορεί να γίνεται αυτό. Ναι, απόλυτα. Δεδομένου ότι οι στιγμές της ποιητικής έξαρσης σε όλους είναι μάλλον περιορισμένες, και δεν έχουν να κάνουν καθόλου με το «ηθικό πρόσημο» του προσώπου. Τώρα, αν ένας ποιητής είναι «διαρκώς ποιητής», σαν τον Άγγελο Σικελιανό, τι να σου πω τώρα…

Σ.Κ.: Όταν είσαι «διαρκώς ποιητής», ίσως να μην είσαι και καθόλου ποιητής.

Γ.Β.: Μιλάμε για πολύ κουραστικό πράγμα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πάντως διάστασης μεγάλης ανάμεσα στον χαρακτήρα του ανθρώπου και στην ποίησή του ήταν οπωσδήποτε ο Νίκος Καρούζος.

Σ.Κ.: Μα το «σποραδικά ένθεος» γι’ αυτόν ακριβώς, θυμάμαι, εγώ το είχα γράψει σ’ ένα κείμενό μου. Γιατί ζήσαμε τη δυστροπία του χαρακτήρα του σε όλη της την τραγική μεγαλοπρέπεια.

Γ.Β.: Την κακοήθεια, τολμώ να πω εγώ. Αλλά τα ποιήματα τα καλά του μπορούμε να τα σεβόμαστε, και να τα βαθμολογήσουμε με αυτό που τους αξίζει, ή και παραπάνω. Κι αυτό μας δίνει το δικαίωμα ημών των ζώντων που τον γνωρίσαμε να θυμόμαστε αυτή την αντίφαση.

Σ.Κ.: Εντάξει, ας πούμε άλλο η Ποίηση, άλλο η Ηθική. Το Ήθος όμως: Πώς μπορεί στον ίδιο άνθρωπο να διίσταται;

Γ.Β.: Ήθος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει τόπος.

Σ.Κ.: Για εξήγησέ το, παρακαλώ, αυτό:

Γ.Β.: Πως αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πεδίο αναφοράς, τότε έχουμε ήθος. Και ήθος είναι απαραίτητο να υπάρχει σε έναν ποιητή. Το οποίο ήθος του ή πεδίον αναφοράς ο Ποιητής το παραλλάσσει κάθε φορά, αλλά αν τον μελετήσει κανείς σοβαρά, ακόμα κι αν εναλλάσσει τα θέματά του ιδιαιτέρως, θα δει τη διήκουσα γραμμή του, η οποία παραμένει ενιαία μέσα στην πορεία της ποίησής του και του χρόνου. Παραδείγματος χάρη, σ’ εσένα: τώρα σκέφτηκα εσένα, και δεν σε σκέφτηκα επειδή μιλάμε μαζί, αλλά επειδή διαβλέπω μες στα χρόνια πως η διήκουσα γραμμή σου, ό,τι και να κάνεις, παραμένει ενιαία. Το ίδιο πάντα ποίημα δηλαδή εν προόδω. Κι αυτό μάλιστα είναι εμφανέστερο σ’ εσένα απ’ όσο είναι σε άλλους ποιητές, λόγω του εύρους των θεμάτων σου.

Σ.Κ.: Κι εδώ έχουμε ένα άλλο ερώτημα: καλό είναι αυτό, ή κακό;

Γ.Β.: Αυτό δεν είναι ερώτημα. Γιατί δεν έχει κι απάντηση. Ή, μάλλον, είναι ένα ερώτημα, με απάντησή του πλήθος απαντήσεων.

Σ.Κ.: Πέρα, λοιπόν, από αυτά τα ερωτήματα ή …μη-ερωτήματα, στη σημερινή εποχή, στο 2008, εδώ στο Μέλλον, υπάρχει η ανάγκη της Ποίησης, έστω και εν κρυπτώ, έστω και εν μεταμφιέσει, σαν τα δυνατά, ας πούμε, φάρμακα εναντίον του καρκίνου, και όχι ως ασπιρίνης καθημερινής χρήσης;

Γ.Β.: Εσύ πάλι να απαντήσεις, εγώ θέλω, και σ’ αυτό. Εγώ μια κουβέντα μόνο να πω, γιατί «ντρέπεται», γιατί κρύβεται συχνά σήμερα ένας ποιητής. Ξέρεις τη λαϊκή έκφραση των πολλών ανθρώπων, όταν τους πει κάποιος ψέματα: «-Αυτός είπε το ποίημά του», λένε. Ενδεικτική δεν είναι αυτή η φράση αρκετά;

Σ.Κ.: Ε, είναι και δεν είναι. Το προκατασκευασμένο μάλλον δηλώνει, παρά κάτι με την Ποίηση σχετικό. Το άλλο, ναι, το «-Τι θέλει να μας πει ο …ποιητής;», πιο εχθρικό μοιάζει, πιο κυνικό. Εγώ παρατηρώ πως υπάρχουν και κάποιες απόψεις για το πώς πρέπει να είναι ο Ποιητής, πώς να ζει δίπλα στην ποίησή του. Τον επιθυμούν μελαγχολικό, αν μη τι άλλο, μονήρη και απόκοσμο τον ποιητή οι αναγνώστες, μακριά από τη ζωή που συμβαίνει. Και, από την άλλη, ο μεγαλόστομος στόμφος τόσων προηγούμενων γενεών ποιητών για τη δικιά μας γενιά ήταν ένα συχνά ασήκωτο βάρος. Λοιπόν: σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα. Οδηγούν κι αυτοκίνητα οι ποιητές, παίζουν και ποδόσφαιρο, δεν φοράνε μπέρτες.

Γ.Β.: Κι όμως: παραμένει το ζήτημα, ακόμα και σε ομοτέχνους ή άλλους, όταν βλέπουν έναν ποιητή να οδηγεί αυτοκίνητο. Μία Μερσεντές της ιδιοκτησίας του ίσως. Υπάρχει στο μυαλό των ανθρώπων μια θητεία του ποιητή στο δάκρυ, στην ανέχεια και στον πτωχοπροδρομισμό. Ένα πράγμα που εγώ προσωπικά το βδελύττομαι. Από την άλλη βέβαια, όπως δεν θέλω τίποτε να είναι «φωναχτό» στους ανθρώπους, στις ερωτικές τους επιλογές, στην εμφάνισή τους, έτσι ακριβώς νομίζω πως ο ποιητής, χωρίς να χρειάζεται να είναι σεμνοπρεπής, καλό είναι να κρατάει μια αξιοπρεπή στάση. Μια στάση που να δίνει την εντύπωση πως ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμος να αποχωρήσει. Από οπουδήποτε: τόπο, συζήτηση, τρόπο.

Σ.Κ.: Πως υπάρχει παράλληλα σαν οντότητα και στον δικό του, συνέχεια υπερβατικό κόσμο. Αυτό τώρα που είπες μου θύμισε μια ιστορία που παραδίδεται, όπου ο Συγγρός νομίζω με την άμαξά του παρατρίχα να πατήσουν τον Παπαδιαμάντη που διέσχισε ένα δρόμο σαν σκιά φτωχικά ντυμένος, κι όταν ο αμαξάς του είπε πως πρόκειται για τον Παπαδιαμάντη, ο Συγγρός αναφώνησε: «-Μα πώς είναι έτσι ρακένδυτος! Αφού πρόκειται για συγγραφέα, ένας λόγος παραπάνω να ντύνεται καλά!»…

Γ.Β.: Μάλιστα. Τελοσπάντων, ζούμε σε μία αστική κοινωνία, της οποίας προϊόντα είναι και οι ποιητές τώρα πια, ακόμα κι εκείνοι που προέρχονται από λούμπεν καταστάσεις, εντελώς λαϊκές. Μιλάμε άρα για ανθρώπους συνήθεις, με κάποια εργασία, με κάποιο στάτους. Αυτό απαιτεί η εποχή. Αλλά, ίσα-ίσα: νομίζω πως μπορούν να υπαινιχθούν περισσότερο πειστικά τον ποιητικό τους εαυτό οι ποιητές εάν εμφανίζονται όπου εμφανίζονται με διακριτικότητα και ευπρέπεια. Χωρίς ακμές και πτώσεις.

Σ.Κ.: Εγώ αυτό το λέω κι αλλιώς, όταν αρνούμαι πια να κάνω επικίνδυνα πράγματα, που νεότερος έκανα: πως έχω τόσο μεγάλη «τρύπα» εντός μου, ώστε πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο «τακτοποιημένη» η καθημερινότητά μου για ν’ αντέξω. Ή πάλι: πως μικρός έχω σαν τον Οβελίξ πέσει μέσα στο μαγικό ποτό, ώστε να μην κάνει να δοκιμάζω επιπλέον απογειώσεις. Αλαζονικά ίσως το λέω αυτό, αλλά το νοιώθω κιόλας.

Γ.Β.: Δεν το λες αλαζονικά, γιατί κι εμένα αυτό με βρίσκει σύμφωνο. Κρίνοντας από τον εαυτό μου, αν δεν είμαι κάπως «φρέσκος» σωματικά να υποδεχθώ το ενδεχόμενο της έμπνευσης, νοιώθω ακατάλληλος για όλη αυτή την ιστορία.

Σ.Κ.: Κι αυτό πάλι εγείρει ερωτήματα όμως, μια και υπάρχει κι η πλευρά που λέει-

Γ.Β.: Σ’ ένα πακέτο τσιγάρα;

Σ.Κ.: Ναι. Ή, έστω, σε …δύο.

Γ.Β.: Να ένα καλό σημείο να σε ρωτήσω πάλι εγώ κάτι, κάτι σχετικό με την έκταση του ποιήματος. Εγώ λέω πως φοβάμαι πολύ τη μεγάλη έκταση, και πως πρέπει να το σκέφτεται κανείς πάρα πολύ για να γυρίσει σελίδα. Να φτάσει ένα ποίημά του στις μιάμιση, δύο σελίδες.

Σ.Κ.: Ως τελείως …αναρμόδιος των δύο σελίδων, εγώ θα σου πω άλλα πράγματα εδώ: επειδή εγώ θεωρώ πως έχουμε υψηλόφρονα ποίηση και στην πεζογραφία μας, κι επειδή πιο κοντά, πάλι κατά τη γνώμη μου, στην ελληνική λογοτεχνία είναι το διήγημα παρά το μυθιστόρημα, που πιο πολύ εγώ πάλι το νοιώθω σαν δυτικό είδος που εντάσσεται και στη μόνιμη αγωνία των δυτικών να έχουν όλα τους τα έργα αρχή, μέση και τέλος οπωσδήποτε, οπωσδήποτε κλίνω προς το μικρότερο εύρος στην ανάπτυξη κάθε ιδέας ή ιστορίας. Κι ο Παπαδιαμάντης άλλωστε διήγημα-διήγημα δεν έγραφε ένα τεράστιο μυθιστόρημα τελικά, με τη δομή του να ισούται με τη δομή της καθημερινότητας και της ζωής, χωρίς τεχνικές εξεζητημένες κι εγκεφαλικές συνήθως επινοήσεις; Έτσι κι ο Τσέχωφ, έτσι κι ο Φελλίνι: τα έργα τους συνήθως ισούνται με τη ζωή, είναι ανοιχτά, καθόλου ταμπουρωμένα σαν ιδέες δήθεν φοβερές, αλλά μάλλον φοβισμένες. Το ίδιο, λοιπόν, πιστεύω εγώ γίνεται και με την Ποίηση: γράφοντας ένα μικρό ποίημα, που κάπως νομίζεις πως μπορείς να το ελέγξεις, ίσως και Καβαφικά όπως είχε παρατηρήσει για τα δικά μου ποιήματα ο Στέφανος ο Κουμανούδης, που μια φράση στο τέλος αρκεί για να το ανατρέψει και να το κάνει να λάμψει εντελώς αλλιώς πια από μόνο, τελικά όλα μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο, αποκτούν τη ευχέρεια …αλλαγής σελίδας και επιπλέον ανάγνωσής τους. Γι’ αυτό κι εγώ έχω δυσκολία μετά να τα αφαιρώ κι από τη θέση τους, από τη σελίδα που βρίσκονται χωρίς τίτλο, ολοκληρωμένα συνήθως, αλλά ακουμπώντας στο προηγούμενο και το επόμενο. Από την άλλη, δεν μπορώ να πω πως δεν έχω δει να γίνονται καταπληκτικά πράγματα και σε παραπάνω σελίδες ξαφνικά. Ίδε το πολυαγαπημένο μου «Περί Ύψους» ποίημα του Εγγονόπουλου.

Γ.Β.: Υπάρχουν, Σωτήρη, δύο θέματα εδώ: αυτή η «δημιουργική ανάσα» που έλεγε ο Αμπέ Μπρεμόν, και το πόσο αντέχει αυτή η ανάσα, ώστε να γυρίσεις σελίδα και να είναι εξίσου ρωμαλέος και στιβαρός ο στίχος σου και να έχει σχέση το προηγούμενο με το επόμενο και να μπορείς να κάνεις φινάλε χωρίς να έχουν μεσολαβήσει χάσματα, κι από την άλλη το θέμα της ανάσας και του ίδιου του αναγνώστη. Πόσο μπορεί να σε «αντέξει» ο αναγνώστης, θέλω να πω. Γιατί, όσο και να είμαστε, υποτίθεται, «άνθρωποι του πνεύματος», και άνθρωποι ελεύθεροι, που πρέπει να ακολουθούμε την έμπνευσή μας, αδιαφορώντας για ο,τιδήποτε άλλο, ο δημιουργός εγώ πιστεύω, μετά την εκτέλεση της έμπνευσής του, πρέπει να γίνεται και λίγο σκηνοθέτης του εαυτού του. Κριτικός και σκηνοθέτης του εαυτού του. Δηλαδή, ένα ποίημα, ανεξάρτητα του αυθορμητισμού και της όποιας τεχνικής έχει αυτόματα χρησιμοποιηθεί εν τη γενέσει του, είναι συνάμα κι ένα «προϊόν» μέσα σε χιλιάδες εισαγωγικά, το οποίο θέλουμε να «πουληθεί». Το οποίο, κι αυτό, αναζητάει τον «αγοραστή» του.

Σ.Κ.: Έστω και έναν.

Γ.Β.: Έστω και έναν. Αν, λοιπόν, υπάρχει έστω κι ο ένας αυτός «αγοραστής», εγώ θα ήθελα να ξέρω, να είμαι βέβαιος πως μπορεί να με «αντέξει». Να μπορεί να με αντέξει επιτυχημένο ή αποτυχημένο σε όλο το μάκρος του ποιήματος που του δίνω. Κι επειδή ξέρω επίσης πως οι εποχές σήμερα είναι-

Σ.Κ.: Συνοπτικές…

Γ.Β.: Συνοπτικές και βραχείες, αυτός είναι ένας άλλος λόγος που κλίνω προς το βραχύ ποίημα. Θα σου πω μάλιστα κάτι κι εγώ, που προέρχεται από μίαν άλλη, τελείως διάφορη περιοχή, με την οποία με συνδέει αμφίθυμος έρως: όταν στήνονται προγράμματα θεάτρου και μπορεί να έχω κι εγώ κάποια εμπλοκή, είτε φιλική, είτε ως μεταφραστής που του ζητείται ο λόγος λίγο, λέω, «-Παιδιά, μη βάζετε μεγάλα κείμενα. Κανένας δεν θα κάτσει να τα διαβάσει». Αυτοί όμως «ξεπατικώνουν» τέσσερεις σελίδες για τη ζωή του Μαριβώ, ας πούμε.

Σ.Κ.: Μα το έργο του είναι η ζωή του, δεν είναι; Ο Γούντυ Άλλεν λέει ειρωνικά πως «για να κατανοήσουμε πλήρως τη μουσική του Μότσαρτ πρέπει να γνωρίζουμε οπωσδήποτε την ημερομηνία γέννησης και θανάτου του συνθέτη». Συμφωνώ πάλι. Κι εγώ δεν θα ’θελα ποτέ να κουράσω ποτέ κανέναν. Εδώ κουράζομαι κι εγώ ο ίδιος ανατρέχοντας σε παλιά δικά μου, πράγματα.

Γ.Β.: Ο λαός το λέει πολύ ωραία: «Καλύτερα να λένε «-Πού ’ν’ τος;», παρά να λένε «-Να ’τος ! »…

Σ.Κ.: Αυτή η φράση εμένα μου μοιάζει σαν πλήρης περίληψη και της ίδιας της Ποίησης ανέκαθεν, όχι μόνο σήμερα με τις δυσκολίες που λέμε. Και πιστεύω πως αληθινή Ποίηση κρύβεται κι αλλού, παντού μάλλον. Έλεγα πριν για την πεζογραφία: εγώ αγαπάω πεζογράφους με έντονη την ποιητικότητα στις λέξεις τους ή στων έργων τους τον τρόπο, όπως ο Νίκος ο Χουλιαράς π.χ., ή η Μαρία η Μήτσορα πάλι. Να το πω κι αλλιώς, προς επιβεβαίωση: τα πρώτα μου ποιήματα, τα «Σύρματα» προ τριάντα ετών, τα έστειλα μόνο στον Εγγονόπουλο και στον Χουλιαρά. Για τα μικρά διηγήματα των περιθωριακών του τύπων στα Γιάννενα, τα καθαρής, κατ’ εμέ, ποίησης.

Γ.Β.: Τι να σου πω εγώ τώρα;

Σ.Κ.: Να μου πεις κι εσύ για την πιθανότητα να υπάρχει αλλού η Ποίηση από εκεί που την ψάχνουμε.

Γ.Β.: Η Ποίηση είναι παντού, δεν υπάρχει αμφιβολία. Και στην ίδια τη ζωή ενός ανθρώπου. Πολλώ δε μάλλον σ’ έναν πεζογράφο. Αυτό που εγώ φοβάμαι είναι πως μπορεί να «αραιώνεται» η Ποίηση σε μορφές άλλες. Μέσα από τον αφηγηματικό ιστό, στο βωμό να εκπληρωθεί η επινόηση μιας ιστορίας, μπορεί πράγματι να διαχυθεί η ποιητική διάθεση. Θυμάμαι τώρα και μπορώ να πω, επειδή εγώ τον αγαπώ πάντα και θα μου επιτρέψεις εδώ ένα μικρό μνημόσυνό του, τον Γιώργο Ιωάννου. Σε κάθε του κουβέντα, επειδή υπήρχε υπονοούμενο, υπήρχε και Ποίηση.

Σ.Κ.: Συμφωνώ. Ακόμα και στις συνεντεύξεις που είχαμε κάνει μαζί, ο Ιωάννου προς την Ποίηση ήταν, έχω κι εγώ να πω, συνέχεια προσανατολισμένος.

Γ.Β.: Μια παλαιότερη πάλι πεζογραφική εκδοχή, όπου όλος του ο λόγος ήταν προς την Ποίηση προσανατολισμένος, κατά τη γνώμη μου, είναι η περίπτωση του Ιωάννου Κονδυλάκη.

Σ.Κ.: Στην πεζογραφία μάλιστα η Ποίηση προσέρχεται και μ’ ένα προτέρημα: απαλλαγμένη αναγκαστικά από τον στόμφο. Ένα σοβαρό ελάττωμα με την αλλαγή των εποχών.

Γ.Β.: Με την αλλαγή των εποχών, ναι. Γιατί, πλην του Βασίλη Λογοθετίδη στον κινηματογράφο, που παραμένει πάντα απολύτως σύγχρονος, όλοι οι άλλοι, όλη η Ελλάς ανεξαιρέτως, είχε στόμφο. Ρητόρευε. Και σαν εγγόνια των παλαιών αυτών στόμφων ζουν ακόμα ορισμένοι άνθρωποι, ιδιαίτερα στο θέατρο, οι προερχόμενοι από την περιοχή του Εθνικού Θεάτρου. Ο στόμφος όμως για μένα δεν είναι θανάσιμο αμάρτημα. Δεν ξέρω, αλλά φαντάζομαι πως, σε ένα βαθμό, κι η Κοτοπούλη θα είχε στόμφο.

Σ.Κ.: Στην Ποίηση πάλι οι υπερρεαλιστές τον χρησιμοποίησαν με επιτυχία τον στόμφο, προς επίτευξη των στόχων τους. Ο στόμφος του Εγγονόπουλου στην απαγγελία των ποιημάτων του είναι εκ των ων ουκ άνευ, αν και μπορώ να τα φανταστώ επίσης να ακούγονται το ίδιο σωστά χωρίς κανένα στόμφο στην ανάγνωσή τους. Σε άλλους πάλι ο στόμφος είναι αφόρητος.

Γ.Β.: Δεν είμαι έτοιμος να σου πω πού ακριβώς έγκειται η διαφωνία μου. Αλλά πιστεύω πως δεν είναι στόμφος αυτός. Είναι κάτι άλλο. Αν πω, βέβαια, πόζα, το ίδιο πράγμα θα λέω. Είναι, νομίζω, ένας τρόπος υποκριτικός, ένα υποκριτικό ύφος και στη γλώσσα, και στην εκφορά της. Κι εγώ λατρεύω τον τρόπο του Εγγονόπουλου. Το στυλ του. Που το είχε κι ο Εμπειρίκος.

Σ.Κ.: Αν είναι, πάντως, καλό το ποίημα, τίποτα δεν μπορεί να το χαλάσει. Ούτε ο ίδιος ο …ποιητής του! Είναι όπως και με τα καλά τραγούδια: αν σε συγκινούν ακαπέλα ή με μία μόνο κιθάρα παιγμένα, χωρίς καμιά ενορχήστρωση, τότε είναι πράγματι καλά. Παρακάτω: οι νεότεροι. Να πούμε και για τους νεότερους, μια κι αναφέραμε κάποιους παλαιότερους που αγαπάμε.

Γ.Β.: Επικίνδυνα μονοπάτια αυτά… Όταν λες «νεότερους», ποιούς εννοείς;

Σ.Κ.: Αν φτάναμε ως τη Γενιά του ’70, που θεωρείται πως ανήκουμε κι εμείς; Γιατί για μετά, θα ήταν καλό να ξέραμε να πούμε, δεν ξέρω όμως αν ξέρουμε να πούμε. Εσύ ίσως ξέρεις καλύτερα από μένα, Γιάννη. Γιατί είσαι ίσως πιο «στοργικός» από μένα.

Γ.Β.: Για τη Γενιά του ’70 εγώ έχω πολύ καλή γνώμη. Και για όπως άρχισε –εγώ ημερολογιακά είμαι νεότερος-, αλλά και γιατί αντέχει ακόμα. Πρόσφατο παράδειγμα η τελευταία συλλογή του Γιάννη Κοντού. Είναι, θέλω να πω, μια ποιητική γενιά που συνεχίζει πάντα, παρόλο που συχνά υβρίζεται και κατηγορείται πως κρατάει τα πράγματα πεισματικά στα χέρια της, τα περιοδικά και όχι μόνο. Ας τα είχαν άλλοι, λοιπόν, αν θέλανε. Πιστεύω πως, αν ξεκίνησαν σαρανταπέντε, είναι σίγουρο πως έχουν μείνει δεκαπέντε.

Σ.Κ.: Εγώ, βέβαια, πιο μικρός σε ηλικία, με τις γενιές και τις κατηγοριοποιήσεις διαφωνούσα τελείως, μα τελείως. Δεν μπορούσα να δω την Ποίηση παρά άχρονη, και τον Κάλβο ή τον Σολωμό πάντα σύγχρονό μου.

Γ.Β.: Μα, επιτέλους, θα το πω επιθετικά: πρέπει να καταλάβουμε όλοι πως αυτό ήταν ένα καταταξιακό τρικ, το οποίο δεν μπορούσε να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Και οιοσδήποτε με ελαφρά ευφυΐα το ήξερε αυτό, πως οι καιροί θα έρχονταν οπωσδήποτε, και, αργά ή γρήγορα, θα ξεχώριζε η ήρα από το στάρι. Δεν ξέρω πού εμείς βρισκόμαστε, βέβαια: στην ήρα ή στο στάρι τώρα, τότε πολλώ μάλλον. Αλλά δεν με ενοχλεί αυτή η κατάταξη, δεν με ενόχλησε ποτέ.

Σ.Κ.: Εγώ πάλι, επειδή ξέρω πως είναι πολύ μοναχική περίπτωση ο κάθε ποιητής, δεν ξέρω πώς μπορείς να τον συναρτήσεις με άλλους, ομότεχνούς του μεν, αλλά σε άλλους δρόμους τελείως. Είπες όμως για τον Κοντό, να πω κι εγώ για τον Χρονά. Για τον Γιώργο τον Μαρκόπουλο. Για τον Τάσο Δενέγρη.

Γ.Β.: Βέβαια. Και γι’ άλλους. Εγώ ανέφερα τον Κοντό μόνο και μόνο επειδή είναι πολύ πρόσφατο το νέο του βιβλίο. Έχω πολλές αγάπες μέσα στη Γενιά του ’70. Εγώ δεν αγαπώ τον Μαρκόπουλο; Δεν αγαπώ τον Γκανά; Δεν αγαπώ τον Φωστιέρη; Δεν αγαπώ τη Χριστοδούλου; Τον Κώστα τον Παπαγεωργίου, τον Λιοντάκη, τον Πατίλη; Αυτές είναι κορυφαίες περιπτώσεις μέσα στη Γενιά του ’70, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτή η κορύφωση μέσα σε μία συγκεκριμένη περίοδο. Όσο για την επόμενη γενιά, πάλι αγαπώ τον Στρατή Πασχάλη, τον Δημήτρη Χουλιαράκη, ακόμα τον Νίκο Δαββέτα, όσο έγραφε ποιήματα, τώρα πέρασε στην πεζογραφία. Είναι κι ένας ποιητής που δεν ανήκει ακριβώς στη γενιά τους, αλλά έχει αργοπορήσει να δημοσιεύσει, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, με δυνατότητες αρκετές.

Σ.Κ.: Αυτό που θέλω να πω εδώ εγώ, και το διάβασα κι από ένα παλιό μου κείμενο σε μια πρόσφατη σχετικά κινηματογραφική βραδιά στο Μεσολόγγι, είναι πως ένα προ-πό είναι, τελικά, οι επιλογές του καθενός μας, κι άλλους λέει ο ένας, άλλους ο άλλος, κι έτσι προχωράει το πράμα, χωρίς να πρέπει να επιβάλει κανείς τη γνώμη του σε κανέναν. Αυτή δεν είναι κι η ελευθερία του «-Δεν συμφωνώ!», απ’ όπου ξεκινήσαμε; Η οποία, αν δεν υπάρχει απόλυτα στην Ποίηση, δεν μπορεί να υπάρξει οπουδήποτε αλλού.

Γ.Β.: Στη δεκαετία του ’90 δεν ξέρω τι έγινε, υπήρξε μια κατάσταση «σιγαστήρος». Αλλά μέσα στη δεκαετία που διανύουμε τώρα, από το 2000 μέχρι σήμερα, έχουν εμφανιστεί καινούργια πάλι παιδιά στην Ποίηση, που εγώ τα βλέπω με δυνατότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μπορώ να προεξοφλήσω τίποτε. Βλέπω τον Χάρη Ψαρρά, τον Νίκο Βιολάρη, και άλλα παιδιά. Παρότι δε, οι περισσότεροι μέσα τους δεν αποδέχονται τη λειτουργία της κριτικής στην Ποίηση ή και στις άλλες τέχνες, εγώ θέλω να πω πως είμαι πραγματικά ευγνώμων στους ανθρώπους που έγραψαν για τη δουλειά μου. Γιατί και μου έδειξαν δρόμους, και με επαίνεσαν, και με αδίκησαν, και με ευδίκησαν, για να το πω ευθύμως.

Σ.Κ.: Οπότε δεν μπορώ εδώ κι εγώ να μην αναφερθώ στον Τάσο Λειβαδίτη, όσον αφορά σ’ εμένα προσωπικά, για το πόσο θάρρος είχε τότε να μιλήσει δημόσια και για τα «Σύρματα» και για τη «Συσκευή του Νεκρού Ανθρώπου». Θάρρος που ελπίζω να έχω, όταν χρειαστεί, κι εγώ. Αλλά κριτική σε μια καλή ποίηση πώς να υπάρξει, πού να βρει χώρο να εισχωρήσει; Θυμάμαι τη δική μου περίοδο στην κριτική στην Ελευθεροτυπία και όχι μόνο, που, όταν έβρισκα κάτι καλό, δεν είχα να προσθέσω τίποτα, παρά να το παρουσιάσω μόνο, με κομμάτι από το έργο γυμνό, έτοιμο κι από την εφημερίδα να διεκδικήσει το κοινό του.

Γ.Β.: Κι αυτό όμως που λες τώρα πάλι κριτική είναι. Κι εγώ δεν ξεχνώ τον Λειβαδίτη. Που κι εμένα, σε ίδια ηλικία μάλιστα μ’ εσένα, στα εικοσιτέσσερά μου, με είχε υποδεχτεί στα γράμματα. Ούτε τον Κρίτωνα Αθανασούλη, βέβαια, ξεχνώ. Και σ’ ευχαριστώ επί τη ευκαιρία που το έκανες κάποτε κι εσύ αυτό για μένα, σε εποχές δύσκολες.

Σ.Κ.: Ανταποδίδω τη φιλοφρόνηση. Άρα: είπαμε κι ονόματα. Είπαμε, κι άλλοι ας πούνε άλλα. Για τη γλώσσα: για τα ελληνικά τι έχουμε να πούμε;

Γ.Β.: Για τη γλώσσα την ίδια δεν μπορώ να μιλήσω πολύ εγώ, γιατί αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε «μία βάρκα που γύρισε μόνη». Δεν έχω καμία πια, πώς να πω, γνώση, συγγένεια, αγάπη, για τον καινούργιο τρόπο έκφρασης. Για τη γλώσσα του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Υπερηφάνως το λέω αυτό, και θεωρώ πως είναι μαζί ευτυχία και γήρας. Δεν ξέρω άρα να σου πω για τη γλώσσα σήμερα. Η Ποίηση στον μοναχικό της δρόμο, αυτόν που προσλαμβάνουμε εμείς, έχει μια γλώσσα πάντα, που παλεύει.

Σ.Κ.: Εγώ πάλι παρατηρώ πως η γλώσσα του διαδικτύου, όπως και τ’ Αγγλικά ίσως τα παγκόσμια και γι’ αυτό φτωχά και μονοδιάστατα, δίνει δυνατότητες πολύ ποιητικές. Που αναδύονται μέσα κι από χυδαιότητα, κι από τρόπους έκφρασης πολύ χαμηλών προδιαγραφών.

Γ.Β.: Εγώ θεωρώ πως ο μεγάλος κίνδυνος είναι η διαρκής ανακοίνωση της πληροφορίας, χωρίς την παραμικρή προηγούμενη διήθησή της. Έτσι νοιώθω και την παρουσίαση της λογοτεχνίας στο διαδίκτυο: σαν ανακοίνωση και μόνο. Μια ανακοίνωση που πέφτει στο κενό κατευθείαν. Λόγω της απουσίας τελείως κριτηρίων, κατ’ αρχήν, κι ανθρωπίνων οντοτήτων με μέγεθος, γνώμη, παρρησία και αναστήματα. Ποιοί είναι αυτοί μέσα εκεί στο διαδίκτυο, μέσα στις συναινο-παρανοήσεις τους; Ποιοι είναι αυτοί που δεν ξέρουμε τα πρόσωπά τους;

Σ.Κ.: Είναι πιο πολύπλοκα τα πράγματα, και το κενό έχει κι αυτό μεγάλες δυνατότητες μετάλλαξης, λέω εγώ. Κι οι κατευθυντήριες γραμμές συχνά οδηγούσαν στο λίγο, παρά στο πολύ, όσον αφορά στα εκδοτικά πράγματα. Ο Τζίμης ο Πανούσης, βέβαια, επιμένει πως όλα όσα γράφονται στο διαδίκτυο είναι ψέματα.

Γ.Β.: Αν συμβαίνει αυτό, θα μπορούσε να είναι πολύ ποιητικό το διαδίκτυο πραγματικά, γιατί κι η Ποίηση όλο ψέματα λέει. Όπως λέει κι ο Γιώργης Παυλόπουλος, «-Η Ποίηση θα είναι μία πόρτα ανοιχτή» πάντα.

Σ.Κ.: Μάλιστα. Κι αν όλη η Ποίηση ήταν μόνο ένα πράγμα, τι θα επέλεγες εσύ για σένα απ’ όλα ;

Γ.Β.: Εμένα, αν μου λέγανε, «-Καίγεται το σπίτι σου, προλαβαίνεις να πάρεις μόνο ένα βιβλίο!», θα έπαιρνα μόνο τον Καβάφη μαζί μου. Και δεν θα έπαιρνα τα δικά μου βιβλία, βέβαια. Κι αν μου επιτρεπότανε κι ένα δεύτερο βιβλίο να σώσω, θα έπαιρνα το «Αφιέρωμα στην Τραγική Μούσα» του Άγγελου Τερζάκη. Εσύ;

Σ.Κ.: Εγώ θα μπορούσα να μην απαντήσω με βιβλία. Θα μπορούσα να απαντήσω με μια φράση όπως « Όλ’ η ζωή μια λάμψη!», από το «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» του Ελύτη. Ή, πολύ πιο ταπεινά, μ’ ένα στίχο ρεμπέτικο του αγαπημένου μου Γιάννη Παπαϊωάννου : «Χτες το βράδυ σε μια βάρκα μπήκαμε να πάμε τσάρκα, απ’ της Ζέας το λιμάνι μέχρι το Πασαλιμάνι. Στο πανί στεκόσουν μόνη, εγώ κρατούσα το τιμόνι»…



Υ.Γ. Τον Γιάννη Βαρβέρη (αριστερά) φωτογράφισε ο Σωτήρης Κακίσης, και τον Σωτήρη Κακίση (δεξιά) ο Νίκος Περάκης. Και τους δυο μαζί, στην τελευταία φωτογραφία, ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης. Ο τίτλος της ανάρτησης "Γεια σου, Γιαννάκη! (ή Πέρα Πάλι από τα Σώματα)" είναι του Σωτήρη Κακίση.

Αθήνα, 26 Μαΐου 2011





Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Πέφτουν οι σφαίρες σαν το... Χαλαζωνίτη!



Τούτες οι σφαίρες ακόμα βουίζουν γύρω μου. Εκτοξευμένες απ’ την πέννα του Δημήτρη Χαλαζωνίτη, άλλες μαλακές κι άλλες σκληρές, κάποιες σαν εξοστρακισμένες κι αδέσποτες, μα όλες καίριες, με πετυχαίνουν, τίμια, οι άτιμες, εκεί που πονώ, εκεί που όλοι πονούν, στο σημείο που άλλοι ονομάζουν συνείδηση, άλλοι ψυχή κι εγώ απλώς αίσθημα. Σφαίρες πολυτονικές, έγχρωμες σ’ ασπρόμαυρο φόντο, πλανώνται στον αέρα, σφυρίζουν, να ησυχάσεις δε σ’ αφήνουν, άλλες εισέρχονται κατ’ ευθείαν μέσα σου κι άλλες τριγυρίζουν γύρω σου, κάρβουνα αναμμένα, την ύπαρξή τους υπενθυμίζουν και προφυλάσσουν τη δική σου. Σφαίρες, λοιπόν, ποιήματα δηλαδή, εκατό τον αριθμό, οι πενήντα αφιερωμένες στον Δημήτρη Λιοσάτο που έφυγε και στη μικρή Φωτεινή που έρχεται με φόρα, κι άλλες πενήντα στους ποιητές Γιάννη Βαρβέρη και Σωτήρη Κακίση και στον Τζιμάκο (τον Πανούση), πυροβολητές μεγίστου βεληνεκούς όλοι τους, και μεταξύ αυτών, των εκατό σφαιρών, μία ριπή, και στο τέλος τους, μια μαχαιριά, μαχαιριά που πλήγωσε τον ποιητή, «τη νύχτα που έφυγε ο Δημήτρης».

Ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης μετά τις «Ζημιές» (1997), τους «Αερίτες» (2003) και το «Πωλείται το παρόν» (2006), παρουσιάζει τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Σφαίρες» (όλα τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Θεμέλιο»). Πάρτε μια μικρή γεύση (και προσοχή μην πληγωθείτε):

1. Μια σφαίρα λέει πάντα αλήθεια.

16. Δεν έχω πίστη για να χάσω
στην έξοδο τραγουδούν
οι Ελεύθεροι Απελπισμένοι.

34. Στον καθρέφτη έχουν φωλιά οι ρυτίδες.
Κάθε χρόνο, μια-μια, δυο-δυο
βγαίνουν για κυνήγι.

50. Όχι ουρανός.
Μα το μαρμαρωμένο μαστίγιο
της αστραπής

58. Κρατάει τσιγάρο και μαχαίρι.
Και τα δύο στα δόντια.
Χαμόγελο είναι.

77. Κι αν οι σφαίρες των επίλεκτων ποιητών
πάντα βρίσκουν τον στόχο
Είναι γιατί το μάτι
σαν βάζουν στο στόχαστρο
βλέπουν μονάχα τον ίδιο τους τον εαυτό.


92. Και είναι η περιφρόνησή μου
σαν την τσίκλα που μασάν τα παιδιά
ακόμη και μπροστά στη συντέλεια του κόσμου.

94. Καλησφαίρα.


Δώστε ιδιαίτερη προσοχή στα ποιήματα -σφαίρες με λήγοντα μηδέν (10, 20, κ.λπ., συν στο ποίημα με αριθμό 98). Είναι όλα τους «κόκκινα» και ξεκινούν όλα με τον στίχο «όχι ο ουρανός». Γιατί, άραγε;…

Κι όπως γράφει ο ποιητής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου,

…πάρτε σφαίρες μαζί σας
Το μέλλον είναι πόλεμος.


Υ.Γ. Περισσότερα για τον Δημήτρη Χαλαζωνίτη στο http://www.halazonitis.gr/.

Στις φωτογραφίες, κατά σειρά: 1. Το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης και οι Τζίμης Πανούσης, Δημήτρης Χαλαζωνίτης και Σωτήρης Κακίσης (από εκδήλωση για τον Κακίση)

Αθήνα, 19 Μαΐου 2011

Φώτης Μπατσίλας


Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Μικρό Αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο


Ο Θανάσης Βέγγος, λοιπόν, ο καλός μας άνθρωπος κι ο καλύτερός μας ηθοποιός, ένα ανήσυχο πνεύμα και το πιο ανήσυχο σώμα του ελληνικού κινηματογράφου. Από το 1954 έως το 2010, για πάνω από μισόν αιώνα, από τον Κούνδουρο ως τον Βούλγαρη. «έτρεξε» τον ελληνικό κινηματογράφο με τον δικό του τρόπο, γρήγορα κι όχι πρόχειρα, αστεία, όχι γελοία, λαϊκά, όχι λαϊκίστικα. Μάρλον Μπράντο και …Παναής στον Λάσκο, αστροναύτης στον Καψάσκη, τρελλάρας στον Αλιφέρη, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, αλλά και τσιφούτης στον Σακελλάριο, γαμπρός και …ποδοσφαιριστής για κλάμματα στον Καραγιάννη, ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης στον Δαλιανίδη και τον Φυλακτό, πολύτεκνος και παπατρέχας στον Θαλασσινό, κατά λάθος αντιστασιακός στον Κατσουρίδη (κι άλλοι ρόλοι κι άλλοι τύποι και σ’ άλλους σκηνοθέτες, στον Γεωργιάδη, τον Δημόπουλο, τον Μανθούλη, τον Γλυκοφρύδη έως και τον Στράντζαλη) και, ιδίως, δόκτωρ και τρελός, παλαβός και …πράκτωρ στα ίδια του τα χέρια, αντεπεξήλθε με επιτυχία σ’ όλους τους ρόλους της καθημερινότητας κι αναδείχθηκε σε όλους πρωταγωνιστής, διότι ήταν πάντοτε ο πρώτος αγωνιστής (όπως λέει κι ο Σωτήρης Κακίσης).
Τώρα, λοιπόν, που το ανήσυχο σώμα του ησύχασε, το oxy-moron παρουσιάζει ένα μικρό αφιέρωμα σ’ αυτό το σώμα, αλλά και στο πνεύμα του Βέγγου, το ιδιόρρυθμο και διαυγές, το διασκεδαστικό και διδακτικό μαζί, το πιο υπέροχο όλων, του πρώτου, πάνω απ’ όλους, πάνω απ’ όλα, καλλιτέχνη της κωμωδίας που έβγαλε ποτέ ο τόπος μας.
Το αφιέρωμα περιλαμβάνει: μία απ’ τις σπάνιες (ολοκληρωμένες) συνεντεύξεις του Βέγγου, στον Σωτήρη Κακίση, που δημοσιεύτηκε στις 9 Νοεμβρίου 1981 με φωτογραφίες του Γιώργου Τζερτζίνη στην εφημερίδα ΕΓΝΑΤΙΑ και περιλήφθηκε και στα βιβλία του Κακίση ΑΠΠΙΑ ΟΔΟΣ (Εξάντας, 1982) και ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ (Αδάμ, 1992 και Κίνητρον, 2005), ένα κείμενο του αγαπημένου μας Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Η Μοναξιά του Κωμικού Μακρινών Αποστάσεων» που πρωτοδημοσιεύτηκε στην τιμητική για τον Βέγγο έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου του 33ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια των Γιάννη Μπακογιαννόπουλου και Γιάννη Σολδάτου και τίτλο «Θανάσης Βέγγος –Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», και αργότερα περιλήφθηκε και στην «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας» του Βακαλόπουλου (Εστία, 2005, σε επιμέλεια και κείμενα –επίμετρο Κώστα Λιβιεράτου), και, τέλος, δυο εργασίες δικές μου, μία για τον σκηνοθέτη Θανάση Βέγγο και μία για τον Βέγγο «στα cd και στα βινύλια».
Ας σημειωθεί ότι, εντελώς συμπτωματικά, σχεδόν ταυτόχρονα με τον θάνατο του Βέγγου, κυκλοφόρησε από τις κυπριακές εκδόσεις «Αιγαίον» ένα διπλό βιβλίο, στο οποίο περιέχονται, κατά βάσιν, μια συνομιλία των Γιάννη Βαρβέρη, Σωτήρη Κακίση και Γιώργου Πανουσόπουλου με τίτλο «Η Λογοτεχνία ως Σινεμά» (το πρώτο εξ αυτών) και μία συζήτηση του Σωτήρη Κακίση και του Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Ο Βέγγος Δεν Είναι Κιτς», καθώς κι ένα κείμενο του Κακίση με τίτλο «Ο Βέγγος». Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση για την συνέντευξη του Βέγγου, και για την πολύτιμη συνδρομή εν γένει.
Ενδιαφέρουσες αναρτήσεις για τον Βέγγο μπορείτε να δείτε και στους ακόλουθους συνδέσμους:

http://www.vakxikon.gr/content/view/320/474/lang,el%20/ (Κακίσης, Βακαλόπουλος)

http://diskoryxeion.blogspot.com/2011/05/blog-post_03.html (Τάκης Παπαγιαννίδης)

http://www.vakxikon.gr/content/view/404/1305/lang,el/ (Κακίσης, Πανουσόπουλος)



ΜΕΡΟΣ Ι

Θανάσης Βέγγος: «Έξι μήνες με καπάκωνε το κρεβάτι !».

Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση


Θ.Β.: Όλοι θέλουμε ψυχραιμία, αλλά δεν την έχουμε. Μου ’χουνε γίνει ευέξαπτοι όλοι. Πώς τη χρειάζεται μόνο ο άλλος την ψυχραιμία;

Ο Θανάσης Βέγγος διαμαρτύρεται. Διαμαρτύρεται στο λόφο του Φιλοπάππου, εκεί που στέκεται για μια στιγμή δίπλα στον Επιτελικό Χάρτη της Γερμανίας, με τo Αστεροσκοπείο και τους σεισμούς και τη μόλυνση στο φόντο. Διαμαρτύρεται ότι σφήνωσε η σπάθα του, πολιορκημένος από θεατές περίεργους και το πλήρωμα ενός περιπολικού, που παράτησε τον ασύρματο και χαζεύει. -Γεια σας, κύριε Βέγγο, ΠΡΩ-ΤΑ-ΓΩ-ΝΙ-ΣΤΗ!, επιμένει να τον χαιρετήσει κάποιος, κι όταν ο Βέγγος του απαντάει: -Καλή σας μέρα. Τι κάνετε;, ξέρει πολύ καλά ότι το Πρωταγωνιστής λέγεται με την πραγματική του σημασία, του πρώτου αγωνιστή…

Θ.Β.: Τρέχουμε να προλάβουμε ημερομηνίες. Είναι κατάσταση παραφροσύνης. Η αυλαία δεν ανοίγει νορμάλ, φυσάει. Τεχνικά προβλήματα. Εδώ θα ’μαι απ’ τις εφτά το πρωί, μέχρι τις εφτά το βράδυ. Άρπα από μια αυλή ένα κανάτι, Γιώργο, ό,τι να ’ναι. Το χρειαζόμαστε. Κάσκα χωρίς δίχτυ; Πάω χαμένος!

Όλα αυτά εξελίσσονται μέσα στο Στρατόπεδο του Λοχία Θανάση Απαλοχέρη και Σία. Στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Κομμάντος κατά Χίτλερ. Με το Κανόνι, τα οδοφράγματα, τη σημαία την ελληνική, το φυλάκιο, τα τσουβάλια, τον Επιτελικό Χάρτη που λέγαμε.

Θ.Β.: Ένας καραγκιόζ-μπερντές είναι, κατάλαβες; Ανοίγει κι αποκαλύπτεται το Κανόνι κι η Ακρόπολη από πίσω…

Ασταμάτητος, μαζεύει όλα τα χώματα, τα χαρτάκια, σκουπίζει όλο το Λόφο. Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη αναμπουμπούλα θυμάται να βάψει τις σκουριές του κράνους του. Μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα είναι ευγενικός:

Θ.Β.: Δε μπορείς να μ’ απομονώσεις, να σ’ απομονώσω. Ο χώρος είναι αφιλόξενος. Τί να σας προσφέρουμε; Μόνο νερό υπάρχει. Ε, παιδιά, μη μας πιάσει μελαγχολία σήμερα!

Γιατί μια ταινία με Βέγγο είναι ιδιόρρυθμη, λέει ο σκηνοθέτης του Μεγάλου κανονιού Πάνος Γλυκοφρύδης, της ταινίας που γυρίζεται στου Φιλοπάππου και που θα δούμε φέτος. -Ο Βέγγος χρειάζεται ειδική μεταχείριση, ο Βέγγος χρειάζεται ελευθερία. Πρέπει να φτιάχνεις το πλαίσιο να κινηθεί. Όλοι οι μεγάλοι κωμικοί έτσι είναι: χρειάζεσαι την πλήρη συγκατάθεσή τους. Πρέπει να τα καταλαβαίνουν όλα. Χωρίς τη συγκατάθεσή του; Μελαγχολία. Κι εγώ συμφωνώ. Είναι όντως ιδιόρρυθμος, και μοναδικός, και ιδιοφυής ο Θανάσης Βέγγος. Ένας κλόουν, με όλη την παλιά, μεγάλη σημασία της λέξης. Ενσυνείδητος:

Θ.Β.: Πού είναι η καινούρια γενιά που θα υπηρετήσει τον κινηματογράφο; Είχαμε εδώ ένα παιδί. Ξέρει τα πάντα γύρω απ’ τον κινηματογράφο. Κάθε του φράση σε ρυθμό υπαγορεύσεως, σαν τηλεγράφημα. Πετάει μια λέξη, περνάνε δέκα λεπτά, λέει άλλη μία. Στα λύνει τα προβλήματα όλα του κινηματογράφου, με θεωρία όμως. Θεωρητικά μόνο. Τώρα έπεσε σε μια ταινία που ειλικρινά τον ενδιαφέρει, μοναδική ευκαιρία, πού να τη βρει άλλος; Εξακόσια πλάνα, χίλια τρακόσια στη μουβιόλα. Ε, σηκώθηκε κι έφυγε να πάει στο Διεθνές Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Εμείς εδώ είμαστε στην 150η ταινία και ξημεροβραδιαζόμαστε. Τί να δει, πέστε μου, στις τριάντα έτοιμες ταινίες;
Το ξέρεις πως κατέληξε ταινία να έχει πέντε μέρες μοντάζ; Το ξέρεις; Και απορούνε με μας, τους ηλίθιους που καθόμαστε με τα μερόνυχτα. Έτσι μας λένε: ηλίθιους. Κι είναι οι έξυπνοι αυτοί. Βέβαια, όταν δουλεύουνε οι ταινίες τους, είμαστε δυο φορές ηλίθιοι. Όπως πέρυσι. Μόλις δούλεψε μια ταινία, -Τί κάθεστε και κάνετε, βρε; Εδώ καθορίστηκε το πράμα: τέσσερις ’βδομάδες γύρισμα, δύο ’βδομάδες μοντάζ, τρεις ώρες μιξάζ, και πάει η ταινία γραμμή. Και βγαίνει στους κινηματογράφους και κάνει 200.000 εισιτήρια. Κάναμε κι εμείς κακές ταινίες, αλλά υπήρχε μια μαστοριά, υπήρχανε εξακόσια πλάνα μέσα, υπήρχανε έξι ’βδομάδες γύρισμα. Αποκλείεται να ’ταν πιο κακές απ’ τ’ άλλα τα κατασκευάσματα.
Έχει δημιουργηθεί λοιπόν ένα περίεργο κοινό που προέρχεται απ’ τ’ αναψυκτήρια. Τί να κάνει ο ανθρωπάκος; Να φύγει τώρα απ’ το Περιστέρι, να πάει στην άλλη μεριά της Αθήνας; Δεν έχει τρακόσια φράγκα. Τα ίδια θα δει κι εκεί. Είμαστε 4.000.000 άνθρωποι στην Αθήνα. Και λέμε: είδανε την ταινία 300.000 άνθρωποι. Λοιπόν, και τί έγινε; Υπάρχει ένα ειδικό κοινό που πάει στις ταινίες ποιότητος που λέμε. Κι εμείς καμαρώνουμε ότι κάναμε 300.000 εισιτήρια. Κι όλοι οι άλλοι, τα τρισήμισι εκατομμύρια είναι «Η Πάνιβαρ Παρουσιάζει». Καταλαβαίνεις; Σ’ αυτό το στυλ.

Δεν πάνε όμως πάντα καλά οι ταινίες τους...

Θ.Β.: Άμα δεν πάνε καλά τα κατασκευάσματά τους, πέφτουνε τα φτερά τους. Πέρυσι, με συναντάει ένας που έσκιζε τότε και μου λέει: -Σου έχω ένα σενάριο να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Μην κάθεσαι και αυτώνεις. Και με κοίταγε με οίκτο. Τι κάθομαι και κάνω και νταραβερίζομαι. Αυτός θα μου βρει το ρόλο που μου λείπει στις εκατόν πενήντα ταινίες που ’χω κάνει μέχρι τώρα. Και τον βλέπω τις άλλες και μου λέει, -Μας ρήμαξε η ατυχία αυτή τη φορά. Δεν πάει τίποτα, μου λέει. Παίζαμε με 33 βαθμούς θερμοκρασία. Μα πέρυσι ήταν 32ο, δεν ήταν 33ο, και κάνατε 150.000 εισιτήρια, τί έγινε; Δε φταίει η ζέστη μονάχα, φταίει εκείνος, φταίει αυτός. Ο ένας τα ρίχνει στον άλλο τώρα. Δυο ’βδομάδες γύρισμα μου κάνανε. Ρε, εσύ δεν είσαι ο πρωταγωνιστής; Τί θα πει σου κάνανε; Πού σ’ οδηγήσανε δηλαδή; Κι εσύ τί έκανες; Δεν είπες στη δεύτερη ’βδομάδα, πού είναι η τρίτη, πού είναι η τέταρτη;

Είναι σοβαρά τα πράγματα πια. Ή πρέπει να πας στο επίπεδο εκείνο, να ’σαι ευχαριστημένος γιατί οικονομάς πέντε δραχμές, ή να, εδώ πέρα. Και θα γίνουνε αυτοί οι είκοσι χιλιάδες, θα γίνουνε τριάντα, θα γίνουνε σαράντα, θα γίνουνε πενήντα.

Κι ο Θανάσης Βέγγος μιλάει για την Κέρκυρα, το Χατζιδάκι και τους Αγώνες Τραγουδιού:

Θ.Β.: Είδατε τους Αγώνες Τραγουδιού του Χατζιδάκι; Το ’δατε; Είδατε λοιπόν; Ε, δεν μπορεί του χρόνου να μη συμβεί κάτι με τους Αγώνες Τραγουδιού αυτούς. Θα υποχρεωθεί η Θεσσαλονίκη να τους φιλοξενήσει. Πώς θα γίνει δηλαδή; Που βγήκε ο πρόεδρος και λέει: -Σ’ αυτά όλα δεν συμφωνεί ο Πρόεδρος και δεν υπογράφει! Που είπε η επιτροπή στη Θεσσαλονίκη: -Είμαστε υποχρεωμένοι να ψηφίσουμε τρία τραγούδια. Το υλικό που ’χουμε στα χέρια μας είναι τόσο απαράδεκτο που, μα την Παναγία, είναι για πέταμα. Αυτό ήταν, μέσες-άκρες, το σκεπτικό. -Λοιπόν, δώσαμε τρεις ψήφους, υποχρεωμένοι ήμασταν, ευχόμαστε του χρόνου να ’ναι τα πράγματα πολύ πιο συμπαθητικά, γιατί αλλιώς κανένας δεν θα δέχεται να κάνει την επιτροπή. Σ’ αυτά όλα λέει δεν συμφωνεί ο Πρόεδρος της Εκθέσεως και δεν υπογράφει! Δηλαδή, όλα ήτανε στη θέση τους, τα τραγούδια ήταν όμορφα, η παρουσίαση ήταν όμορφη, η ορχήστρα, τα πάντα! Όλα ήταν εντάξει και γι’ αυτό δεν υπέγραφε! Καταπληκτικό! Το κατάλαβες; Κι απευθύνεται σ’ όλη την Ελλάδα! Να ’ναι ένα μέλος της επιτροπής, και να πει εντάξει, εγώ δεν συμφωνώ. Αλλά ο Πρόεδρος της Έκθεσης που φιλοξενεί όλη αυτή την ιστορία, εγώ δεν συμφωνώ μ’ όλους αυτούς εδώ πέρα! Κι έπεσε στην Κέρκυρα η κάμερα πάνω, και βλέπεις τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Γκάτσο, τον Σαββόπουλο, δέκα προσωπικότητες. Πώς θα γίνει δηλαδή; Κι ο Χατζιδάκις…

Κι ο Βέγγος φαίνεται πως ενδιαφέρεται για τα πάντα. Πως παρακολουθεί κι ενδιαφέρεται, σαν καλλιτέχνης και άνθρωπος σύγχρονος. Με μια δίψα εντυπωσιακή, αλλά και μ’ έναν αυθορμητισμό και σ’ αυτά μεγάλο, όσο ζωντανό θα τον περίμενες μετά την εικόνα του την κινηματογραφική.

Θ.Β.: Αν έχω δει το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»; Δεν έχω δει συγκλονιστικότερη ταινία, εγώ, κατά τη γνώμη μου. Και οι «Σταυροί στο Μέτωπο» του Κιούμπρικ! Καταπληκτικό!

Μου λέει ότι έχει δει όλες τις ταινίες του Γούντυ Άλλεν. Το «Μανχάτταν». Τι ταινία! Αλλά ξέρει ότι ο Γούντυ Άλλεν είναι άλλο πράγμα, «δεν του πάει». Ο Τζέρρυ Λούις, ναι, αυτός ο μέγας!

Κι ύστερα για τον Άλλαν Άρκιν:

Θ.Β.: Παναγία μου! Πες μου, δεν μπορεί να κάνει ο,τιδήποτε αυτός ο άνθρωπος; Καρατερίστας εκπληκτικός. Εκπληκτικός. Εκείνη η φωνή του. Η σαστιμάρα που έχει. Θεέ μου. Τα ’χω δει όλα του. Μιλάμε για ηθοποιούς τώρα.

Κι ύστερα για τον Τσάρλυ Τσάπλιν:

Θ.Β.: Που τον διώξανε, που τόλμησε ν’ αμφισβητήσει την ησυχία του θεατή, του καθιστού, με το «Δικτάτορα». Και του την πήρανε την ταινία και την κλειδώσανε στα ντουλάπια και τη βγάλανε μετά από εικοσπέντε χρόνια. Τόλμησε να κάνει σάτιρα που κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί. Κι ήταν ο δικός σου τόσο σίγουρος! Τότε!

Εδώ ο Βέγγος θυμάται ίσως τα δικά του προβλήματα. Όταν αναφέρεται στα εξοντωτικά κυκλώματα των αμερικανικών εταιρειών:

Θ.Β.: Δεν είδες με τον «Κλόουν» του Τζέρρυ Λούις; Τί του κάνανε; Και το ’ριξε στα ναρκωτικά ο άνθρωπος. Με τον Σίμινο που ’κανε τον «Ελαφοκυνηγό», που ’κανε την επόμενη ταινία του και τους στοίχησε 30.000.000 δολλάρια και δεν μαζέψανε ούτε 10.000.000, και του κλείσανε όλες τις πόρτες. Δεν μπορεί να σταυρώσει δολλάριο, δολλάριο. Πουθενά! Και τον έχουνε βγάλει τρελό. Μετά απ’ αυτή την επιτυχία, μετά απ’ αυτή τη φοβερή επιτυχία, τον «Ελαφοκυνηγό»! Και μετράει πάντα η τελευταία δουλειά που κάνεις, καταλαβαίνεις; Μετράει πάντα η τελευταία σου δουλειά.

Μιλάει για την ανάγκη των μεγάλων ηθοποιών κι ιδιαίτερα των κωμικών να γίνονται παραγωγοί των ταινιών τους, να μην έχουν ανάγκη να τους «φιλοξενούν» τα θέματά τους κατά τις ανάγκες της αγοράς ή κατά την κρίση του οποιουδήποτε οικονομικού παράγοντα.

Θ.Β.: Δεν είναι οικονομικό το θέμα όταν ο Τζέρρυ Λούις γίνεται παραγωγός. Δεν θα οικονομήσει πέντε δεκάρες παραπάνω. Ίσα-ίσα, θα οικονομήσει πέντε δεκάρες λιγότερες. Όπως εγώ κάποτε. Αλλά δεν το βάζω κάτω. Μετά το «Μεγάλο Κανόνι», επανέρχομαι σαν παραγωγός. Θου-Βου: Ταινίες Γέλιου!

Επανερχόμαστε λοιπόν στο ιδιόρρυθμο των ταινιών του Βέγγου. Των ειδικών απαιτήσεων που έχουν, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν:

Θ.Β.: Τα πάντα πρέπει να τρέχουν. Η ταινία μου έχει πάντα διαφορετικό κλίμα. Αν τ’ αφήσεις και λειτουργήσουν τα πράγματα σε μια ταινία, τα πάντα θα ’ναι ωραία και καλά. Στη δική μου περίπτωση είναι τ’ αντίθετο. Εδώ για να λειτουργήσει το πράμα πρέπει να περάσουμε απ’ αυτές τις διαδικασίες. Εφτά κολλήσεις εδώ! Εφτά κολλήσεις σ’ ένα τόσο δα! Και σε ρωτώ: είναι στα υπέρ του Βέγγου αυτό ή στα κατά; Γιατί να χρειαζόμαστε εφτακόσια κολλήματα; Εδώ γίνεται ολόκληρος αγώνας να περισωθούνε καρέ. Και πάνε οι ταινίες στις αίθουσες και χρατς, χρουτς. Εσύ αγωνίζεσαι για ένα καρέ, κι αυτός μ’ ένα χρατς έχει πετάξει τη μισή ταινία…

Εξοντωτική δουλειά πάντα. Με ταινίες προς αίθουσες, που όταν δεν βάζει κάρβουνο ο μηχανικός και σκοτεινιάζει το φιλμ, οι ταξιθέτριες φωνάζουνε: -Έτσι είναι η ταινία! Κι ο Βέγγος να βγαίνει απ’ τα ρούχα του με τις προχειρότητες, με την αυθάδεια, με το θράσος:

Θ.Β.: Απορούν λέει πώς δεν κάνουν νούμερο σόλο. Ένα εξάμηνο στο θέατρο. Ούτε καταδέχεται να σου πει Καλησπέρα. Η Καλησπέρα που ’ναι του Θεού, ρε παιδί; -Έχω προβλήματα, μη με παρεξηγείς, κύριε Βέγγο. Ξαπλωμένος εκεί πέρα… Κι εμείς να ’μαστε μια ’βδομάδα εδώ. Πήγαμε δεκαπέντε φορές να δούμε το Κανόνι, ρόδα-ρόδα, πώς κατασκευαζότανε. Και αλλάχτε, και μεγαλώστε, και προσθέστε ένα κομμάτι ακόμα στη μπούκα, και μονταρίστε το να το δούμε, ρε παιδιά. Το σπάσανε οι πιτσιρικάδες έξω σε μια μάντρα που το ’χαμε, το ξαναφτιάξαμε. Έπεσε χτικιό δεκαπέντε ημερών για να γυριστούν αυτά τα τριάντα πλάνα που βλέπεις. Για τριάντα πλάνα. Το στήσαμε, μας το γκρέμισε ο αέρας. Η αψίδα, όλη αυτή η αψίδα που βλέπεις, έπεσε κάτω την πρώτη μέρα. Κατάλαβες ότι δεν πρέπει να απορούνε οι συνάδελφοι; Όταν λέω συνάδελφοι εννοώ γενικώς, αυτοί που κατασκευάζουνε ταινίες. Μην είναι κατάπληκτοι!

Βέβαια, δεν ξέρω, μπορεί να ’χουμε πέσει κι έξω. Να μην είναι αυτό που περιμένει ο κόσμος. Αλλά η προσπάθεια έγινε. Αυτό δηλαδή απαγορεύεται να το αμφισβητήσει ο οποιοσδήποτε. Α-πα-γο-ρεύ-ε-ται. Τέσσερις μήνες χτικιό. Σενάριο, φασαρίες, γύρισμα, διακοπές, πάλι απ’ την αρχή.

Κι αυτό που είναι βέβαιο πάλι είναι ότι ο Θανάσης Βέγγος τον ζει το ρόλο του. Όπως οι παλιοί μεγάλοι Έλληνες ηθοποιοί, όταν παίζει τον πατέρα, ένα ταλαίπωρο μασέρ, που ο γιος του αντί για σπουδές τού γίνεται στη Γερμανία νεοναζί, είναι ο πατέρας αυτός. Στεναχωριέται το ίδιο, επαναστατεί με την ίδια ακριβώς ένταση. Προσωπικά:

Θ.Β.: Τί να σας πω για την ταινία; Το πρώτο μέρος φαίνεται μια καθαρόαιμη κωμωδία. Αυτός είναι μασέρ, κάνει μασάζ, πότε σε κυρίες, πότε σε κυρίους. Σαστισμένος, πελαγωμένος είναι, τρέχει σαν τρελός. Κι έχει το παιδί στη Γερμανία. Κατάλαβες; Τί γίνεται, τί νέα απ’ το παιδί σου; Κι όλο θέλει να μαθαίνει νέα απ’ το παιδί του. Εφτά μήνες τώρα. Στείλτε και στείλτε ο γιος. Τί το περάσατε λέει, Ελλάδα πως είναι εδώ; Και του βγαίνει νεοναζί. Ο Βλάκας. Κι είναι φασουλής, δεν είναι συνειδητός. Ένα απ’ τα προβλήματα της κάθε οικογένειας δεν είναι τι θα βγει το παιδί; Αλλά νεοναζί!

Και σε μια άλλη διάσταση του προσωπικού, ο Βέγγος, μέσα στην ταινία, καταλαμβάνεται από εκδικητική μανία προς τον ίδιο τον Χίτλερ. Αδιάφορο αν ο Χίτλερ είναι πεθαμένος κοντά σαράντα χρόνια. «-Αδόλφε, θα το ’φχαριστηθείς!», λέει. «-Εγκληματία! Ανώμαλε! Φιγουρατζή! Αμ, δε, που έφυγε! Όπου υπάρχουνε παιδιά χτυπάει. Στα παιδιά χτυπάει αυτός: είναι διεστραμμένος!»

Με μπερδεμένες τις δυο ζωές πια, τη δική του κι εκείνη του Θανάση Απαλοχέρη, τρέχει αυτές τις μέρες ο Θανάσης Βέγγος. Ανησυχώντας πάντα όμως και για την άλλη του ταινία, που βγαίνει κι αυτή στις αίθουσες φέτος. Το «Ο Θανάσης και το Καταραμένο Φίδι» του Κατσουρίδη:

Θ.Β.: Γενικά, μας πέτυχες πάλι πάνω σε ηρεμία. Ξένοιαστους. Τί θες από μένα, βρε Σωτήρη; Πώς πετυχαίνεις και καθηλώνεις έναν άνθρωπο; Θα χρειαστεί μια μέρα γι’ αυτό. Ποιός διαθέτει μια μέρα απ’ τη ζωή του πια; Φεύγει μια φράση και καπ, κρεμιούνται από ’κει. Κρεμιούνται και σε κυνηγάνε κα’να χρόνο. Τώρα σχηματίζεται η ταινία. Έχουμε ένα, πάμε για το καλύτερο. Ο Βασίλης με τη ζύμη ήρθε; Όχι; Ε, δεν είμαστε καλά! Έχουμε να πάμε ν’ ανάψουμε ένα φούρνο, να κάνουμε, να δείξουμε. Παιδιά, να ειδοποιηθεί η ζύμη! Κάτ’σε να δεις τώρα. Θα φτιάξουμε τη ζύμη. Εδώ είναι η πλάκα τώρα!

Μέσα στο μήνα που κυνήγησα τον Θανάση Βέγγο, μόνο μια φορά κατάφερα να του κάνω μια ερώτηση, με τον τρόπο των συνεντεύξεων.

Σ.Κ.: Παλιά, στην αρχή της καριέρας σας, σας καπάκωνε στο θέατρο ένα κρεβάτι. Λέγανε ότι γι’ αυτό έτρεχε ο κόσμος να δει το έργο, ότι γινότανε κατά λάθος, πάνω στη φούρια τη μεγάλη...

Θ.Β.: Αυτό ήτανε στα Κόκκινα Τριαντάφυλλα. Το ’63. Με το Γιώργο τον Δάνη κάναμε ένα ζευγάρι. Δυο ασθενείς του Ι.Κ.Α. Γινότανε της κακομοίρας. Κι η Ταϋγέτη έπαιζε. Έκανε μια νοσοκόμα. Το κρεβάτι με καπάκωνε έξι μήνες. Δήθεν λάθος. Έξι μήνες… Έξι μήνες με καπάκωνε το κρεβάτι !



 
ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η μοναξιά του κωμικού μακρινών αποστάσεων

του Χρήστου Βακαλόπουλου

 

Τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας λαμπρών κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου, ο Θανάσης Βέγγος, μοιάζει σήμερα παράξενα θλιμμένος κι ιδιαίτερα μόνος, σχεδόν φυλακισμένος στις αραιές τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Προερχόμενος από έναν κόσμο στον οποίο το να παίζεις ακόμα κι έναν τρίτο ρόλο σήμαινε να επιστρατεύσεις όλες τις δημιουργικές δυνάμεις που υπήρχαν μέσα σου, ο Βέγγος βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, όπως όλοι μας άλλωστε, σε μια οπτικοακουστική πραγματικότητα, που κωμωδία σημαίνει, πρώτα και κύρια, να ειρωνεύεσαι το θεατή! Όμως ο Βέγγος προέρχεται από μία παράδοση στην οποία ο κωμικός αναλαμβάνει τα κοινά βάρη, παθαίνει, με σκοπό να μάθει ο θεατής, να ταυτιστεί μαζί του κι ύστερα να λυτρωθεί. Σήμερα όπου κανείς δε θέλει να πάθει ή να μάθει κάτι, ο πραγματικός κωμικός μένει εντελώς μόνος.
Θα θυμάμαι πάντα τον Βέγγο, έτσι όπως τον είδα παιδί, σ’ ένα θαυμάσιο μελόδραμα του Αλέκου Σακελλάριου, τα Χαμένα Όνειρα. Σ’ ένα γραφείο, όπου όλοι ονειρεύονται, χωρίς κανείς ποτέ να εκπληρώνει τα όνειρά του, ο Βέγγος είναι ο καφετζής. Εμφανίζεται καμιά δεκαριά φορές και λέει πάντα την ίδια φράση στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, ζητώντας του να μεσολαβήσει ώστε να αναλάβει ο Βέγγος το μπαρ ενός κινηματογράφου. «Θα μου πεις κι εδώ δεν τρως ψωμάκι;» αναρωτιέται ο Βέγγος. «Όμως δεν είναι το ίδιο να τρως ψωμάκι από μια δική σου δουλίτσα, έτσι δεν είναι;» Σ’ ολόκληρη την ταινία ο Βέγγος λέει αυτή τη φράση δέκα με δεκαπέντε φορές, κι όμως κάθε φορά η αγωνία του βαθαίνει κι ο θεατής διψάει ν’ ακούσει κάτι που γνωρίζει εκ των προτέρων, κάτι που θα τον λυτρώσει χωρίς να ξέρει το πώς και το γιατί.
Με την ίδια δίψα περιμέναμε τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ή σκηνοθέτησε ο Θανάσης Βέγγος, λίγο αργότερα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα παρασυρθούμε σε μια έντονη σχέση με την τρελή κι αδέσποτη όψη της πραγματικότητας, με οδηγό τον πιο συμπαθητικό αντι-ηθοποιό που γέννησε ποτέ ο ελληνικός κινηματογράφος. Γιατί ο Βέγγος δεν προερχόταν ούτε από το θέατρο, ούτε από την επιθεώρηση (το είχε γνωρίσει ο Νίκος Κούνδουρος στη Μακρόνησο) κι έμοιαζε να έχει γεννηθεί κατευθείαν για να παίξει στον κινηματογράφο. Σε όποια ταινία τρύπωνε γινόταν κάτι απροσδιόριστα μοντέρνο, καθόλου υπολογισμένο, πάντα ανεξήγητα αυθόρμητο. Η παρουσία του ήταν ήδη καταλυτική όταν έπαιζε πίσω από άλλους (με τον Χατζηχρήστο, τον μεγαλύτερο των ηθοποιών, στο Ο Ηλίας του 16ου) ή δίπλα τους (με τον Σταυρίδη στους Δοσατζήδες). Όμως όταν ο Βέγγος άρχισε να οργανώνει τις ταινίες, συνειδητά ή ασυνείδητα, γύρω από τον εαυτό του, τότε παρακολουθήσαμε μια έκρηξη, ίσως την τελευταία που εμφανίστηκε ποτέ στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ο Βέγγος διέτρεξε με απίστευτη ταχύτητα το κινηματογραφικό θέαμα καταπίνοντας κάθε μυθοπλασία που του προσφέρθηκε και συνθέτοντας ένα γιγάντιο σουρεαλιστικό ντοκυμαντέρ, χιλιάδες μέτρα, επικαίρων, για το ελαφρό θέαμα. Ο θεατής των ταινιών του σπάνια θυμάται υποθέσεις, μόνο ατάκες, μούτες και χειρονομίες στριφογυρίζουν στη μνήμη του. Όλα τα άλλα μπερδεύονται, η βασική αρχή της μυθοπλασίας («μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος») καταργείται. Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του ο κωμικός δανείζει στον «παλιό» ελληνικό κινηματογράφο μια παρουσία που τυφλώνει με το φως της και τελικά, τον ανατρέπει από τα μέσα ολοκληρώνοντάς τον πολύ πιο γρήγορα από ό,τι ο ίδιος φαντάστηκε ότι θα συμβεί. Άλλωστε η αποστολή του κωμικού ήταν πάντα η υπερβολή. Και ο Βέγγος, ακόμα και σε παραγωγές χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις (Τύφλα να ’χει ο Μάρλον Μπράντο, Τρελός, παλαβός και Βέγγος) τινάζει στον αέρα ένα μοντέλο εμπορικής ταινίας υπερβάλλοντας στο έπακρο τον μηχανισμό της. Έτσι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η κριτική επισημαίνει τον αθεράπευτο μοντερνισμό του Βέγγου χαιρετίζοντάς τον μέσα από τα κείμενα του Κώστα Σταματίου και του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου.
Η συνέχεια είναι λίγο παράξενη και τα αποτελέσματά της είναι μια σειρά από αμήχανες καταστάσεις. Με το Τί έκανες στον πόλεμο, Θανάση; Του Ντίνου Κατσουρίδη ο Βέγγος περνάει σε μια πραγματική ωριμότητα, μόνο που οι προβολείς είναι στραμμένοι πάνω του, περιμένοντας κάτι απ’ αυτόν, κάτι που δεν του ταιριάζει καθόλου. Κι αυτό το κάτι δεν είναι άλλο από τη μετατροπή του κωμικού σε «φορέα μηνύματος». Η Αριστερά υιοθετεί τον Βέγγο και μ’ αυτόν τον τρόπο τον αναιρεί γιατί το μόνο μήνυμα που μεταφέρει ο Βέγγος είναι το απρόβλεπτο, αινιγματικό και τρομερά ανθρώπινο στοιχείο που κουβαλάει ο ίδιος, ως μοναδική κι όχι ως «αντιπροσωπευτική» παρουσία, όπως επιθυμεί η Αριστερά. Έτσι, σιγά-σιγά, ο Βέγγος μετατρέπεται σ’ ένα μηχανισμό παραγωγής εντυπώσεων Βέγγου, ιδιαίτερα μέσα από τις «στρατευμένες» κωμωδίες του Θόδωρου Μαραγκού. Όμως, ολόκληρος ο ελληνικός κινηματογράφος, μοιάζει εκείνη την εποχή να έχει οδηγηθεί σε μια παρεξήγηση. Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία πνέει τα λοίσθια και ο Βέγγος οδηγείται στα τηλεοπτικά Βεγγαλικά, τελευταία προσωπική του δουλειά, όπου εμφανίζεται να παλεύει μ’ ένας εφιάλτη.
Η μοίρα του κωμικού είναι η μοναξιά. Ο Θανάσης Βέγγος είναι ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας κωμικός του κινηματογράφου και του οφείλουμε όλοι ένα σημαντικό κομμάτι από την κινηματογραφική ευαισθησία μας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, κάθε φορά που οι φωτογραφίες μιας καινούριας ταινίας με τον Θανάση Βέγγο γέμιζαν τις προθήκες του «Ρόξυ» στην πλατεία Κυψέλης, οι μικροί μαθητές του 26ου δημοτικού σχολείου της Φωκίωνος Νέγρη ζούσαν με την προσμονή της απογευματινής προβολής του Σαββάτου. Τα πρώτα νέα μας τα έφερνε ο Κεραμιδάς που εργαζόταν στο μπαρ του κινηματογράφου. Παρακολουθούσε την ταινία τρεις φορές τη μέρα, μάθαινε απ’ έξω τα γκαγκ και τις ατάκες και μας έπαιζε την ταινία στα διαλείμματα. Έτσι, όταν πηγαίναμε, επιτέλους, το Σάββατο στο «Ρόξυ», το πρώτο «καλέ μου άνθρωπε» το ψυθιρίζαμε από μέσα μας σχεδόν ταυτόχρονα με τον θανάση. Ήταν ο άνθρωπός μας και μας μάθαινε περισσότερα από τους δασκάλους μας για το πώς θα τα βγάζαμε πέρα. Η κινηματογραφική αίθουσα ήταν ένα κράμα σχολείου και εκκλησίας. Αλλά αυτά, καλοί μου άνθρωποι, συνέβαιναν τα πολύ παλιά χρόνια.




ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Ο σκηνοθέτης Θανάσης Βέγγος

«Ένας αρχαίος εμφανίστηκε σήμερα το μεσημέρι στην Ακρόπολη και τράβηξε την προσοχή των επισκεπτών του ιερού βράχου». Έτσι ξεκινούσε το ρεπορτάζ της παλιάς τηλεοπτικής εκπομπής (της δεκαετίας του εβδομήντα) με τον τίτλο «Σήμερα». Ο «Αρχαίος» ήταν ο Τάκης Μηλιάδης, ανεβασμένος σ’ έναν βράχο στην Ακρόπολη, κι απέναντί του ο Βέγγος, με τον μικρόσωμο Κατσουρίδη στους ώμους του να φωτογραφίζει τον Μηλιάδη! Ο Μηλιάδης στήνεται κι ο Βέγγος, με τον Κατσουρίδη πάντα στους ώμους, δίνει οδηγίες στον Τάκη, για το ύφος, για τη στάση. Γλυκός, καλοσυνάτος κι εκφραστικός, ο σκηνοθέτης Θανάσης Βέγγος προετοίμαζε την τελευταία ταινία που γύρισε μ’ αυτήν την ιδιότητα, το «Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», 1973. Ο Θανάσης Βέγγος, ο άνθρωπος που μέχρι το 1954 δεν γνώριζε ίσως τι πα’ να πει «σκηνοθέτης», από το 1967 έως το 1973, στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και, συνάμα, στη δική του χρυσή (και εμπορικά) εποχή, αποφάσισε να γυρίζει ο ίδιος τις ταινίες του. Γιατί, άραγε; Τι ήταν αυτό που έκανε να μάθει και να εξασκήσει την τέχνη της σκηνοθεσίας, και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία (κι ας λένε μερικοί «σπουδαίοι» σκηνοθέτες ότι ο Βέγγος «χρειαζόταν» κάποιον άλλον να του βάλει όρια…); Μας εξηγεί ο ίδιος στην πρώτη (απ’ όσο γνωρίζω) συνέντευξη που έδωσε στον (μετέπειτα σκηνοθέτη, επίσης) Τάκη Παπαγιαννίδη για το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (τεύχος 13, 1971), η οποία δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο «Θανάσης Βέγγος», 1992 της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών κινηματογράφου (33ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης): « […]Μέσα σε δυο χρόνια έπαιξα 22 μικρούς ρόλους που μ’ είχαν τσακίσει. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, οπωσδήποτε κάτι πιο σημαντικό. Είχα κάποια επιτυχία και μου δώσαν ρόλους πρωταγωνιστή. Πνιγόμουνα εκεί μέσα, καταλάβαινα πως δεν ήμουν εγώ, αλλά κάποιος ηθοποιός Βέγγος που τον μεταχειριζόντουσαν όπως ήθελαν. Σε τέτοιο σημείο φτάσανε τα πράγματα, και σκέφτηκα να κάνω μια δική μου εταιρία παραγωγής, όπου οι ταινίες θα γινόντουσαν όπως πάνω-κάτω ήθελα. Με βοήθησαν πολύ δύο σκηνοθέτες που κατάλαβαν και πίστεψαν σ’ αυτά που σκεφτόμουνα. Ο Πάνος Γλυκοφρύδης και ο Ερρίκος Θαλασσινός. Ταινίες σαν τον «Παπατρέχα» ή το «Μην Είδατε τον Παναή» δεν θα ’βγαιναν χωρίς αυτούς. Και μέχρις ένα σημείο ήμουνα ήσυχος. Είχα δυο ανθρώπους που μπορούσαν να με καταλάβουν και να προωθήσουν τις σκέψεις μου πάνω στο φτιάξιμο μιας ταινίας. Μια μέρα ο Γλυκοφρύδης μου είπε πως ήταν αδύνατο να συνεχίσει μαζί μου, γιατί δεν πίστευε πως οι ταινίες αυτές ανταποκρίνονταν στις απόψεις που είχε για το σινεμά. Η επιτυχία τού «Με τη λάμψη στα μάτια» σιγούρεψε τη στάση του. Λίγο κατόπιν οι δουλειές του Θαλασσινού δεν του αφήναν περιθώρια ν’ ασχοληθεί μαζί μου. Τότε βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε άλλο άνθρωπο και το χειρότερο, πίστευα πως δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος που να με καταλαβαίνει. Έτσι πέρασα στη σκηνοθεσία…». Κι όσον αφορά το πώς άσκησε αυτήν την δύσκολη τέχνη μας λέει ότι «…Θα σου πω κάτι. Ο Κούνδουρος στη Μαγική Πόλη, όταν πήγε να στήσει τη μηχανή έφαγε καρπαζιά με το κουτάλι. Δεν είχε ιδέα τι του γινόταν. Στο τρίτο γύρισμα ήτανε ξεφτέρι. Δασκάλευε και τους δασκάλους του. Αυτό σημαίνει πως περισσότερο μετράει αν έχεις κάτι μέσα σου για να πεις. Τα υπόλοιπα μαθαίνονται. Λοιπόν, εγώ, ο Θανάσης Βέγγος, είμαι ενστικτώδης άνθρωπος. Ίσως μέσα μου να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Μπαίνω στο πλατώ και διαβάζω τη σκηνή που έχω να γυρίσω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω: η μηχανή εδώ. Αν με ρωτήσεις γιατί εδώ κι όχι εκεί, δεν ξέρω ν’ απαντήσω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η μηχανή θα στηθεί εδώ. Αφού τελειώσει η λήψη, δε θα γυρίσω να κοιτάξω πίσω. Η μηχανή στήθηκε εδώ, πάει και τελείωσε. Αν δω τη σκηνή στην οθόνη, ίσως να μη μ’ αρέσει. Την επόμενη φορά η μηχανή θα στηθεί σ’ άλλο μέρος. Εκεί που θα ’μαι σίγουρος, χωρίς να ξέρω γιατί ότι πρέπει να στηθεί…».

Ο Βέγγος σκηνοθέτησε επτά (7) συνολικά ταινίες (ενώ είναι προφανές ότι είχε συμμετοχή και στη σκηνοθεσία σε όλες σχεδόν τις ταινίες που γύρισε από τη σύσταση της «Θ.Β. – Ταινίες Γέλιου» κι εφ’ εξής. Παρακάτω ακολουθεί η φιλμογραφία του σκηνοθέτη Θανάση Βέγγου, με αναλυτική παρουσίαση και των 7 ταινιών του:

1967 –Βοήθεια!... ο Βέγγος, Φανερός (ή Φαλακρός) Πράκτωρ 000

Σενάριο: Νίκος Τσιφόρος – Ναπολέων Ελευθερίου
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Παύλος Φιλίππου
Διάρκεια: 91 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Ζαννίνο, Νίκος Φέρμας, Περικλής Χριστοφορίδης, Λαυρέντης Διανέλλος, Δημήτρης Νικολαΐδης, Γιώργος Γρηγορίου, Αλέξανδρος Γκόλφης, Ρία Δελούτση, Κώστας Μπάκας, Τάκης Χριστοφορίδης, Σταύρος Ιατρίδης, Γιώργος Αττίκος, Γιώργος Γιαλούρης, Τάσος Ιωαννίδης, Μήτση Κωνσταντάρα, Ανδρέας Λιναρδάτος, Τάκης Μηλιάδης, Βίρνα Νιάβα, Κώστας Παπαχρήστος, Μαξ Ρομάν, Κώστας Σταυρινουδάκης κ.α.

Πρότυπος Σχολή Ελλήνων Ιδιωτικών Πρακτόρων «Ο Τζέημς Μποντ», Δημοτικόν –Γυμνάσιον. Φροντίστε για το μέλλον των παιδιών σας. Αυτό λέει η επιγραφή έξω απ’ τη σχολή που φοιτά ο Θου-Βου. Και μέσα στην τάξη: «Άλλο πράκτωρ, άλλο εισπράκτωρ» και «Ένας καλός πράκτωρ δεν πουλάει ποτέ λαχεία». Επτά μαθητές, τρεις δοκιμασίες για τον καθένα, μετά από πολλή και σκηρή εκπαίδευση (καράτε, σκοποβολή, τρέξιμο, άλμα επί κοντώ κ.α.). Ο Θου-Βου, αν και πολύ φιλότιμος, ίσως από υπερβολικό ζήλο παίρνει σ’ όλες τις δοκιμασίες … μηδέν. Έτσι, ονομάζεται πράκτωρ …000!

Σπονδυλωτή, κατ’ ουσίαν, ταινία, σάτιρα των ταινιών κατασκοπείας, που αναδεικνύει όχι μόνον το σπάνιο ταλέντο του Βέγγου στην ηθοποιία αλλά και την εμπνευσμένη (ή/και ενσικτώδη) σκηνοθετική του έφεση.

1967 -Τρελός Παλαβός και Βέγγος
(ή Κουρδιστός Θανάσης
ή Ένας Υπέροχος Τρελλός Βέγγος
ή Θανάση, Ξέρεις από Βέσπα;)

Σενάριο: Ναπολέων Ελευθερίου
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Διάρκεια: 125 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Ελένη Ανουσάκη, Τάκης Μηλιάδης, Στράτος Παχής, Σάσα Καστούρα, Γιάννης Αργύρης, Ντέπυ γεωργίου, Φραγκούλης Φραγκούλης, Περικλής Χριστοφορίδης, Αλέξανδρος Γκόλφης, Ταϋγέτη, Γιώργος Τζιφός, Νίκος Πασχαλίδης, Γιώργος Ξύδης, Κώστας Σταυρινουδάκης, Δημήτρης Κούκης κ.α.

Ο Θανάσης, σερβιτόρος στο εξοχικό κέντρο «Τα 7 Αδέρφια», πρόκειται να παντρευτεί την αδελφή των 7 ιδιοκτητών. Λίγο πριν τον γάμο, μετά από χτύπημα στο κεφάλι, παθαίνει αμνησία και ξεκινάει μια τρελλή περιπλάνηση στην πόλη, ενώ τα αδέρφια της νύφης τον αναζητούν και τον κυνηγούν, θεωρώντας πως προσπαθεί ν’ αποφύγει τον γάμο.

Ιλιγγιώδεις ρυθμοί, έξοχη σκηνοθεσία, επικίνδυνες λήψεις και καταιγισμός από γκαγκ συνθέτουν μία από τις καλύτερες ταινίες του Βέγγου.


1968 – Δόκτωρ Ζιβέγγος

Σενάριο: Νίκος Τσιφόρος
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης
Διάρκεια: 79 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Χρήστος Τσαγανέας, Νίτσα Τσαγανέα, Περικλής Χριστοφορίδης, Κώστας Τύμβιος, Νόρα Κατσέλη, Κούλα Αγαγιώτου, Μαρίσα Νεστορίδου, Φώτης Μεταξόπουλος, Φραγκούλης Φραγκούλης, Ρένα Πασχαλίδου, Γιώργος Ζαμπέτας, Μανταλένα κ.α.

Η ταινία αποτελείται, κατ’ ουσίαν, από 2 μέρη: το πρώτο, στο οποίο επαναλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο το μοτίβο της ταινίας «Πολυτεχνίτης κι Ερημοσπίτης» (του Αλέκου Σακελλάριου), όπου ο Βέγγος προσπαθεί να στεριώσει σε κάποια δουλειά, και το δεύτερο, στο οποίο ο Βέγγος, υπάλληλος κουρείου με άσπρη ρόμπα, εκλαμβάνεται από παρεξήγηση ως γιατρός, του ζητείται να σώσει τη ζωή της κόρης ενός πλουσίου, αποδέχεται την «πρόκληση» και μπλέκεται εκών-άκων σε μία περίεργη υπόθεση κληρονομιάς.

Θεωρώ ότι το πρώτο μέρος της ταινίας, εκτός του ότι είναι κατά πολύ ανώτερο από το δεύτερο, αποτελεί μία μία από τις καλύτερες κωμικές στιγμές των ταινιών του Βέγγου (και, συνεπώς, του Ελληνικού Κινηματογράφου).


1969 – Ποιος Θανάσης;

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης (από το θεατρικό «Το Έξυπνο Πουλί» των Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη).
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Δημήτρης Παπακωνσταντής
Διάρκεια: 84 λεπτά.

Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Άννα Φόνσου, Τάκης Μηλιάδης, Νίτσα Μαρούδα, Σάσα Καζέλη, Γιώργος Βελέντζας, Αιμιλία Υψηλάντη, Βαγγέλης Πλοιός, Νάσος Κεδράκας, Φραγκούλης Φραγκούλης, Γιώργος Τζιφός, Ρένα Πασχαλίδου, Καίτη Σιγάλα, Ασπασία Αναγνωστοπούλου, Ανδρέας Νομικός, Γιώργος Ζαμπέτας.

Ο Βέγγος διατηρεί κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και πουλάει με δόσεις και, δίχως καλά-καλά να το καταλάβει, προσλαμβάνει ως υπάλληλο τη Φανή (Άννα Φόνσου), μια έξυπνη πλην δυστυχισμένη κοπέλα. Πάλι δίχως να το καταλάβει ερωτεύεται τη Φανή, η οποία κατορθώνει και το σώζει απ’ τη χρεωκοπία, αποκαλύπτοντας μάλιστα τον διπρόσωπο χαρακτήρα των φίλων του. Στο τέλος, κι αφού η σχέση του περνάει κάποια … κρίση, ο ένας πέφτει στην αγκαλιά του άλλου!

Δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του θεατρικού των Τσιφόρου – Βασιλειάδη και πάλι από τον Γιώργο Λαζαρίδη (η πρώτη κινηματογραφική εκδοχή αποτέλεσε την ταινία « Το Έξυπνο Πουλί», 1962, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Άννα Φόνσου – και πάλι!- στους βασικούς ρόλους). Δεν υπάρχει λόγος να συγκρίνουμε τις ταινίες. Καθεμιά έχει την χάρη της και ίσως κάποια σημεία υπεροχής έναντι της άλλης (π.χ. ο Αυλωνίτης υπερέχει, έστω και λίγο, του Κεδράκα). Σε κάθε περίπτωση, η μία είναι ταινία του Βέγγου και η άλλη του Χατζηχρήστου με όσα αυτά συνεπάγονται…



1969 -Ένα Aσύλληπτο Kορόιδο

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης
Παραγωγή: θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Νίκος Δημόπουλος
Διάρκεια: 81 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Γιώργος Βελέντζας, Τάκης Μηλιάδης, Ζαννίνο, Νόρα Κατσέλη, Κώστας Παπαχρήστος, Κώστας Μέντης, Θανάσης Βέγγος, Ζαννίνο, Δώρα Φύτιζα, Υβόνη Βλαδίμηρου, Φραγκούλης Φραγκούλης, Κώστας Σταυρινουδάκης, Ηλίας Γεωργιάδης, Δημήτρης Καρυστινός, Ελένη Μεντή κ.α.

Ο Βέγγος είναι «ο κουρέας της … Πλάκας»! Κληρονόμησε το κουρείο του από τον πατέρα του κι αυτός απ’ τον δικό του κ.ο.κ. Αισθηματίας και καλοσυνάτος, πληγώνεται απ’ την άρνηση του γείτονά του Χαρούπογλου (Δ. Παπαγιαννόπουλου), δωσίλογου –συνεργάτη των Γερμανών στην Κατοχή, να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του (Ν. Κατσέλη). Η στάση όμως του Χαρούπογλου αλλάζει άρδην όταν έρχονται στην Ελλάδα 3 Γερμανοί, παλιοί συνεργάτες του, οι οποίοι του αποκαλύπτουν ότι στην αυλή του κορείου είναι κρυμμένος κάποιος θησαυρός. Ο Θανάσης αρνείται να του πουλήσει το οικόπεδο κι ο Χαρούπογλου μετέρχεται κάθε μέσο να του το πάρει, πράγμα που δημιουργεί πολλές κωμικές καταστάσεις. Στο τέλος ο Θανάσης ανακαλύπτει την αλήθεια, καθώς και ότι η κόρη του Χαρούπογλου δεν τον αγαπάει, κι όλα τελειώνουν καλώς με τον Θανάση να «ανακαλύπτει» και αποδέχεται την ειλικρινή και άδολη αγάπη της υπηρέτριας του Χαρούπογλου.


1969 – Θου-Βου, Φαλακρός Πράκτωρ, Επιχείρησις Γης Μαδιάμ.

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης, Ναπολέων Ελευθερίου και Θανάσης Βέγγος.
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης, Δημήτρης Παπακωνσταντής και Παύλος Φιλίππου
Διάρκεια: 105 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Αντώνης Παπαδόπουλος, Σάσα Καζέλη, Ζαννίνο, Βασίλης Ανδρεόπουλος, Κία Μπόζου, Περικλής Χριστοφορίδης, Δημήτρης Χατζηπαυλής, Κώστας Παπαχρήστος, Μάκης Δεμίρης, Δημήτρης Καρυστινός, Φώτης Μεταξόπουλος, Κώστας Μεντής, Στράτος Παχής, Μάικ, Ρένα Πασχαλίδου, Μαξ Ρομάν, Απόστολος Σουγκλάκος, Σόφη Ζαννίνου, Σταύρος Ξενίδης και Γιώργος Βελέντζας (φωνές), Γ. Ρώης, Διονυσία Ρώη κ.α.

Η συνέχεια του «Φανερού Πράκτορα 000». Ο Θοθ-Βου, αφού αποφοιτά από τη σχολή, ανοίγει …«Πρακτορείο» (!) και παίρνει ως συνεργάτη τον υποπράκτορα ΜΑΠ-31 (Α. Παπαδόπουλο). Ένας σκηνοθέτης, που διαπιστώνει το γέλιο που μπορούν να προκαλέσουν οι γκάφες των πρακτόρων, τους αναθέτει 3 φανταστικές αποστολές και κινηματογραφεί τις περιπέτειές τους.

Πολύ έξυπνα γκαγκ, φρενήρης δράση κι ένας Βέγγος… από άλλον πλανήτη! Πολύ καλός και ο Αντώνης Παπαδόπουλος (η καλύτερη κινηματογραφική του εμφάνιση).


1973 –Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ.

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης
Παραγωγή: Ντίνος Κατσουρίδης
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης
Διάρκεια: 84 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Κατερίνα Γιουλάκη, Τάκης Μηλιάδης Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Μαρία Μερτίκα, Τιτίκα Βλαχοπούλου, Κατερίνα Βανέζη, Σπ. Παπαφρατζής, Ν. Αστρινάκης, Γρ. Ευαγγελάτος, Μιχ. Γιαννάτος, Γ. Στρατηγάκης, Κ. Σταυρινουδάκης, Κώστας Μεντής, Αρτέμης Μάτσας, Στ. Χατζηπαυλής, Γιώργος Τζιφός, Γιάννης Φύριος, Ν. Κάρλος, Ντ. Δουλγεράκης, Τζ. Στεφανάκου, Ν. Δούγιας, Μ. Αναγνωστοπούλου, Μαρία και Μάνια Λυκούδη, Γ. Λιανός και Αντώνης Παπαδόπουλος.

«Αργόστροφοι όλου του κόσμου … κινηθείτε!». Αυτό είναι το σύνθημα! Παπατρέχας και πάλι ο Βέγγος, με πολλά οικογενειακά βάρη στις πλάτες του, εργάζεται ως πλασιέ και προσπαθεί να αποκαταστήσει τους συγγενείς του, ώστε να παντρευτεί κι αυτός την κοπέλα που αγαπάει.

Το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη. Η πτώση της χούντας και η αδηφάγος μεταπολίτευση οδήγησαν τον Βέγγο σε πιο ...«στρατευμένες» επιλογές, που αποτέλεσαν και τις λιγότερο καλές στιγμές του Βέγγου.



ΜΕΡΟΣ ΙV

Ο Βέγγος στα cd και στα βινύλια.

Συγκέντρωσα από μνήμης τα τραγούδια στα οποία συμμετείχε ο Βέγγος ως ερμηνευτής, καθώς κι όσα αναφέρονται στον ίδιο τον Βέγγο. Ο Βέγγος ήταν, βεβαίως, φάλτσος, αλλά αφ’ ενός μεν το γνώριζε κι ίδιος και περιόρισε στο ελάχιστο τις ερμηνευτικές του προσπάθειες, κι αφ’ ετέρου θα ήταν άδικο και στρεβλό να κρίνει κανείς τις ερμηνείες του με αυστηρά μουσικά κριτήρια. Η ιδιαιτέρως χαρακτηριστική και αναγνωρίσιμη φωνή του, ταίριαζε απόλυτα στα τραγούδια-πρόζες που ερμήνευσε, πράγμα που στη δεκαετία του ενενήντα διέγνωσε πλήρως και χρησιμοποίησε επιτυχώς ο Φοίβος Δεληβοριάς. Για τη δεύτερη λίστα των τραγουδιών πήρα την αφορμή απ’ την κοινότοπη (πλέον) έκφραση «τρέχω σαν τον Βέγγο», που καθιστά τον Βέγγο και το τρέξιμο σχεδόν συνώνυμα, και που περιέχεται αυτούσια σε ένα τραγούδι του Βαγγέλη Γερμανού ήδη από το 1984. Εξυπακούεται ότι οι λίστες πιθανόν να είναι ελλιπείς, οπότε οποιαδήποτε διόρθωση ή προσθήκη είναι ευπρόσδεκτη. Αναλυτικά:


Ι) Ερμηνεύει ο Βέγγος!

1. «Είμ’ ενας άντρας γόης», των Γ. Δασκαλόπουλου – Κ. Παλαιολόγου, από την ταινία του Πάνου Γλυκοφρύδη «Ζήτω η Τρέλλα», 1962. Περιέχεται και στους δίσκους «Όταν οι Ηθοποιοί Τραγουδούν, Νο 2», 1993, και «Τα Κινηματογραφικά», 2010.

Είμαι ένας άντρας που σκορπά γύρω του γοητεία.
Για τις γυναίκες ήμουνα πάντοτε πειρασμός.
Κι όταν μέσα στα μάτια τους, γεννάω την αμαρτία,
ρίχνω κρυφά τα δίχτυα μου και γίνομαι καπνός
Και γίνομαι καπνός
Και γίνομαι καπνός

Έχω ρίξει Αθηναίες, έχω ρίξει κι Ευρωπαίες,
έχω ρίξει και τσακίστρες κι έχω ρίξει δυο μοδίστρες,
έχω ρίξει μαυρομάτες, έχω ρίξει τρεις γεμάτες,
έχω ρίξει χωρισμένες, μα και πέντε παντρεμένες,
έχω ρίξει και αρτίστες, μα με ρίξαν οι τουρίστες,
έχω ρίξει παραμάνες κι εικοσ’πέντε Αφρικάνες.

Έχω ρίξει και μαθήτριες, φοιτήτριες, ποιήτριες, καθηγήτριες, τραγουδίστριες, μανταρίστριες κι εννέα καθαρίστριες!
Έχω ρίξει θεατρίνες, νοσοκόμες και γιατρίνες, κυρίες και κυράδες, πιτσιρίκες και γιαγιάδες… έχω ρίξει, έχω πήξει…έχω ρίξει…

[Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω, και θα πιω κι ένα ποτήρι παραπάνωωωω… Ουχαχαχααααα!!!]

- Γεια σου, Ρωμαίο, λεβεντιά!
- Γεια σου, Σούλα, ντροπαλή!

2. «Η μπαλάντα των σκουπιδιών», σε στίχους Σταμάτη Δαγδελένη και μουσική Νίκου Κυπουργού (τραγουδούν ο Βέγγος, ο Άρης Χριστοφέλλης και η Έλλη Πασπαλά), από τον δίσκο του Κυπουργού «Τα Μυστικά του Κήπου», 2001.

Μια παλιά ψαροκασέλα
με γοβάκια και ομπρέλα
τα σκαλάκια στην πλατεία
τ’ ανεβαίνει τρία τρία.

Δυο κασόνες από μπύρες
και τρείς σόδες κακομοίρες
περιμένουνε στη στάση
μήπως γκαζοζέν περάσει.

-Οι παλιοκουρελαρίες! Παριστάνουν τις κυρίες.
-Τι κι αν γίναμε σκουπίδια, δεν ξεχνάμε τα παιχνίδια.
-Τρέμουνε το σκουπιδιάρη, μην περάσει και τις πάρει.
-Και οι πιο σαχλές απλίκες ίσως γίνουνε αντίκες.

Μια βαλίτσα χαρτονένια
μήπως βρέξει έχει έννοια
κι έχει πιάσει κουβεντούλα
με μια νάιλον σακούλα.

Δυο γριούλες ανθοστήλες
εβδομήντα χρόνια φίλες
συζητάνε για τον πάπα
με μια τρίφυλλη ντουλάπα.

-Οι παλιοκουρελαρίες ! Παριστάνουν τις κυρίες...

Δύο ραγισμένα βάζα
ό,τι πρέπει για τα μπάζα
βλέπουν σαν ξελιγωμένα
κάτι κρίνα μαραμένα

Οι σκουπιδοντενεκέδες
προσλαμβάνουνε λακέδες
τα σκουπίδια περισσεύουν
τρείς λαλούν και δυο χορεύουν.

-Οι παλιοκουρελαρίες! Παριστάνουν τις κυρίες

Τα σκουπίδια περισσεύουν
τρείς λαλούν και δυο χορεύουν.

3. «Το ’πα το ’κανα» σε στίχους και μουσική Φοίβου Δεληβοριά, με τον ίδιο και τον Θανάση Βέγγο, από τον δίσκο «Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία», 1995.

Το ’πα το ’κανα, σε έψαξα σε βρήκα
κι ας μην είχες προίκα, κι ας ήσουνα πτωχή,
καθώς ήρωας Ελληνικής ταινίας λόγω αφελείας
σε αγάπησα πολύ.
Ποιο τσαρδάκι θα χωρέσει εμάς τους δυο, ποιο λεωφορείο
θα μας βάλει στον ουρανό;
Σήκω αγάπη μου απόψε και στολίσου.
Μόνο εγώ μαζί σου
κιι όλοι αυτοί για μας τους δυο.

Αχ πώς χορεύεις και πώς κλέβεις
κάθε φλώρου την ψυχή.
Αχ πώς κουνιέσαι.
Μοναχή σου τυραννιέσαι
για να λυτρωθούν αυτοί.

Η γενιά μου εμφανίζεται τις νύχτες, σαν τους διαρρήκτες και τα ξωτικά.
Κάθε Σάββατο γυρνάει την Ποσειδώνος
κι από δίπλα μόνος την κοιτάζω σιωπηλά.
Για χατίρι της εγώ θα γίνω αράπης,
λόγια της αγάπης να της πω με το ρυθμό,
και με υπολογιστές των Ιαπώνων
το μεγάλο πόνο θα της πω και τον καημό.

Δες πώς χορεύει και πώς κλέβει
κάθε φλώρου την ψυχή.
Δες πώς κουνιέται,
μοναχή της τυραννιέται
για να λυτρωθείς εσύ

Το 'πα το 'κανα και σου 'γραψα τραγούδι,
μαύρο αγγελούδι, σαμποτερ του κόσμου αυτού.
Καθώς ήρωας παράξενης ταινίας, λόγω απελπισίας
έφυγα ξανά για αλλού.
Δεν μας χώρεσε ετούτο το τσαρδάκι,
το καινούργιο σπίτι μας ας ζει στον ουρανό.
Συνομήλικο μου, ατίθασο παιδάκι,
σ' αγαπούσα μια ζωή θα σ' αγαπώ.

Αχ που χορεύεις και που κλέβεις
κάθε φλώρου την ψυχή.
Αχ που κουνιέσαι.
Μοναχή σου τυραννιέσαι,
για να βγει αυτή η ζωή

Δες πώς χορεύει και πώς κλέβει
κάθε φλώρου την ψυχή.
Δες πώς κουνιέται.
Μοναχή της τυραννιέται,
για να λυτρωθείς εσύ.

4. «Βρες αν μπορείς» των Ramos – Γ. Οικονομίδη, από την ταινία «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη, 1962. Περιέχεται στον δίσκο «Όταν οι Ηθοποιοί Τραγουδούν, Νο 1», 1993.

Μου ’πες πως τώρα δεν θέλεις για δώρα
βραχιόλια χρυσά και μπιζού
κι όμως δεν ξέρω τι να σου προσφέρω
για να μ’ αγαπήσεις ναζού.

[…] Βρες αν μπορείς,
τι σου έφερα απόψε
τα ναζάκια σου κόψε
να σου δώσω αυτό που κρατώ…

(- «Καφέ»!)

Η φωνή του Βέγγου (και ιδίως το γέλιο του) έχει καταγραφεί με μουσική συνοδεία και στον δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι «Για σένα την αγάπη μου», 1960, το soundtrack της ομώνυμης ταινίας του Γιώργου Διζικιρίκη.



ΙΙ) Οι αναφορές στον Βέγγο.

1. «Στρατο-λογία», σε στίχους και μουσική Βαγγέλη Γερμανού από τον δίσκο του «Βραχυκύκλωμα», 1984.

Τελειώνοντας σχολείο
με πήρανε Στρατό,
με πρήξαν στο καψόνι
για να προσαρμοστώ.
Από την Κω στον Έβρο,
με όπλα και στολή,
να τρέχω σαν το Βέγγο
και το κεφάλι μου γουλί.

2. «Το πάρτυ», σε στίχους και μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη, από τον δίσκο του «Χαμηλή Πτήση», 1982.

Στο πάρτυ του Λουκιανού, με όλους τους μεγάλους και διάσημους καλεσμένους, δεν θα μπορούσε, βέβαια, να λείπει ο Βέγγος:

[...] Να ’ρθει ο Ντίλιγκερ,
να ’ρθει ο Βέγγος
να ’ρθει ο Γκέρσουιν
να ’ρθει κι Μπραμς
να ’ρθει κι ο Άμποτ
με τον Κοστέλλο
να ’ρθει ο Τσιτσάνης
και να ’ρθει κι Μπαχ. [...]

3. «Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», σε στίχους Ηλία Κατσούλη και μουσική Μιχάλη Κουμπιού, από το δίσκο τους, με τους Goin’ Trough (Νίκο Βουρλιώτη στη φωνή) και την Σαββέρια Μαργιόλα.

Μεγάλωσε ο Βέγγος μεγαλώσαμε κι εμείς
που τρέχαμε παρέα στην αρχή της διαδρομής.
Με φόντο αναμνήσεις περνάει η ζωή
και ό,τι μας θαμπώνει στο τέλος θα καεί. [..]


4. «Σαν τον Δευκαλίωνα», σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου, με τον ίδιο.

Μη με κουτουπώνεις με την Παναγιά
Μέχρι και του Βέγγου έχω τα γυαλιά

5. «Αθήνα», σε στίχους, μουσική κι ερμηνεία των Goin’ Through.

[...]
Ξένε καλωσήρθες, εδώ είναι ο παράδεισος,
όπως της γυναίκας η ψυχή είναι μια άβυσσος,
άβυσσος και δω, ζωή είναι αυτή που κάνω;
Τρέχω απ’ το πρωί σαν τον Βέγγο και δεν φτάνω...
[...]


Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο, εκτός από τη 2η, την 3η, την 4η και την 5η (κατά σειρά) που είναι του Γιώργου Τζερτζίνη. Στην 4η εξ αυτών εκονίζονται ο Βέγγος και ο Κακίσης, ενώ στην 3η ο Κακίσης με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη.

Αθήνα, 9 Μαΐου 2011


Φώτης Μπατσίλας