Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Μικρό Αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο


Ο Θανάσης Βέγγος, λοιπόν, ο καλός μας άνθρωπος κι ο καλύτερός μας ηθοποιός, ένα ανήσυχο πνεύμα και το πιο ανήσυχο σώμα του ελληνικού κινηματογράφου. Από το 1954 έως το 2010, για πάνω από μισόν αιώνα, από τον Κούνδουρο ως τον Βούλγαρη. «έτρεξε» τον ελληνικό κινηματογράφο με τον δικό του τρόπο, γρήγορα κι όχι πρόχειρα, αστεία, όχι γελοία, λαϊκά, όχι λαϊκίστικα. Μάρλον Μπράντο και …Παναής στον Λάσκο, αστροναύτης στον Καψάσκη, τρελλάρας στον Αλιφέρη, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, αλλά και τσιφούτης στον Σακελλάριο, γαμπρός και …ποδοσφαιριστής για κλάμματα στον Καραγιάννη, ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης στον Δαλιανίδη και τον Φυλακτό, πολύτεκνος και παπατρέχας στον Θαλασσινό, κατά λάθος αντιστασιακός στον Κατσουρίδη (κι άλλοι ρόλοι κι άλλοι τύποι και σ’ άλλους σκηνοθέτες, στον Γεωργιάδη, τον Δημόπουλο, τον Μανθούλη, τον Γλυκοφρύδη έως και τον Στράντζαλη) και, ιδίως, δόκτωρ και τρελός, παλαβός και …πράκτωρ στα ίδια του τα χέρια, αντεπεξήλθε με επιτυχία σ’ όλους τους ρόλους της καθημερινότητας κι αναδείχθηκε σε όλους πρωταγωνιστής, διότι ήταν πάντοτε ο πρώτος αγωνιστής (όπως λέει κι ο Σωτήρης Κακίσης).
Τώρα, λοιπόν, που το ανήσυχο σώμα του ησύχασε, το oxy-moron παρουσιάζει ένα μικρό αφιέρωμα σ’ αυτό το σώμα, αλλά και στο πνεύμα του Βέγγου, το ιδιόρρυθμο και διαυγές, το διασκεδαστικό και διδακτικό μαζί, το πιο υπέροχο όλων, του πρώτου, πάνω απ’ όλους, πάνω απ’ όλα, καλλιτέχνη της κωμωδίας που έβγαλε ποτέ ο τόπος μας.
Το αφιέρωμα περιλαμβάνει: μία απ’ τις σπάνιες (ολοκληρωμένες) συνεντεύξεις του Βέγγου, στον Σωτήρη Κακίση, που δημοσιεύτηκε στις 9 Νοεμβρίου 1981 με φωτογραφίες του Γιώργου Τζερτζίνη στην εφημερίδα ΕΓΝΑΤΙΑ και περιλήφθηκε και στα βιβλία του Κακίση ΑΠΠΙΑ ΟΔΟΣ (Εξάντας, 1982) και ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ (Αδάμ, 1992 και Κίνητρον, 2005), ένα κείμενο του αγαπημένου μας Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Η Μοναξιά του Κωμικού Μακρινών Αποστάσεων» που πρωτοδημοσιεύτηκε στην τιμητική για τον Βέγγο έκδοση της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου του 33ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια των Γιάννη Μπακογιαννόπουλου και Γιάννη Σολδάτου και τίτλο «Θανάσης Βέγγος –Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», και αργότερα περιλήφθηκε και στην «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας» του Βακαλόπουλου (Εστία, 2005, σε επιμέλεια και κείμενα –επίμετρο Κώστα Λιβιεράτου), και, τέλος, δυο εργασίες δικές μου, μία για τον σκηνοθέτη Θανάση Βέγγο και μία για τον Βέγγο «στα cd και στα βινύλια».
Ας σημειωθεί ότι, εντελώς συμπτωματικά, σχεδόν ταυτόχρονα με τον θάνατο του Βέγγου, κυκλοφόρησε από τις κυπριακές εκδόσεις «Αιγαίον» ένα διπλό βιβλίο, στο οποίο περιέχονται, κατά βάσιν, μια συνομιλία των Γιάννη Βαρβέρη, Σωτήρη Κακίση και Γιώργου Πανουσόπουλου με τίτλο «Η Λογοτεχνία ως Σινεμά» (το πρώτο εξ αυτών) και μία συζήτηση του Σωτήρη Κακίση και του Χρήστου Βακαλόπουλου με τίτλο «Ο Βέγγος Δεν Είναι Κιτς», καθώς κι ένα κείμενο του Κακίση με τίτλο «Ο Βέγγος». Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση για την συνέντευξη του Βέγγου, και για την πολύτιμη συνδρομή εν γένει.
Ενδιαφέρουσες αναρτήσεις για τον Βέγγο μπορείτε να δείτε και στους ακόλουθους συνδέσμους:

http://www.vakxikon.gr/content/view/320/474/lang,el%20/ (Κακίσης, Βακαλόπουλος)

http://diskoryxeion.blogspot.com/2011/05/blog-post_03.html (Τάκης Παπαγιαννίδης)

http://www.vakxikon.gr/content/view/404/1305/lang,el/ (Κακίσης, Πανουσόπουλος)



ΜΕΡΟΣ Ι

Θανάσης Βέγγος: «Έξι μήνες με καπάκωνε το κρεβάτι !».

Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση


Θ.Β.: Όλοι θέλουμε ψυχραιμία, αλλά δεν την έχουμε. Μου ’χουνε γίνει ευέξαπτοι όλοι. Πώς τη χρειάζεται μόνο ο άλλος την ψυχραιμία;

Ο Θανάσης Βέγγος διαμαρτύρεται. Διαμαρτύρεται στο λόφο του Φιλοπάππου, εκεί που στέκεται για μια στιγμή δίπλα στον Επιτελικό Χάρτη της Γερμανίας, με τo Αστεροσκοπείο και τους σεισμούς και τη μόλυνση στο φόντο. Διαμαρτύρεται ότι σφήνωσε η σπάθα του, πολιορκημένος από θεατές περίεργους και το πλήρωμα ενός περιπολικού, που παράτησε τον ασύρματο και χαζεύει. -Γεια σας, κύριε Βέγγο, ΠΡΩ-ΤΑ-ΓΩ-ΝΙ-ΣΤΗ!, επιμένει να τον χαιρετήσει κάποιος, κι όταν ο Βέγγος του απαντάει: -Καλή σας μέρα. Τι κάνετε;, ξέρει πολύ καλά ότι το Πρωταγωνιστής λέγεται με την πραγματική του σημασία, του πρώτου αγωνιστή…

Θ.Β.: Τρέχουμε να προλάβουμε ημερομηνίες. Είναι κατάσταση παραφροσύνης. Η αυλαία δεν ανοίγει νορμάλ, φυσάει. Τεχνικά προβλήματα. Εδώ θα ’μαι απ’ τις εφτά το πρωί, μέχρι τις εφτά το βράδυ. Άρπα από μια αυλή ένα κανάτι, Γιώργο, ό,τι να ’ναι. Το χρειαζόμαστε. Κάσκα χωρίς δίχτυ; Πάω χαμένος!

Όλα αυτά εξελίσσονται μέσα στο Στρατόπεδο του Λοχία Θανάση Απαλοχέρη και Σία. Στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Κομμάντος κατά Χίτλερ. Με το Κανόνι, τα οδοφράγματα, τη σημαία την ελληνική, το φυλάκιο, τα τσουβάλια, τον Επιτελικό Χάρτη που λέγαμε.

Θ.Β.: Ένας καραγκιόζ-μπερντές είναι, κατάλαβες; Ανοίγει κι αποκαλύπτεται το Κανόνι κι η Ακρόπολη από πίσω…

Ασταμάτητος, μαζεύει όλα τα χώματα, τα χαρτάκια, σκουπίζει όλο το Λόφο. Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη αναμπουμπούλα θυμάται να βάψει τις σκουριές του κράνους του. Μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα είναι ευγενικός:

Θ.Β.: Δε μπορείς να μ’ απομονώσεις, να σ’ απομονώσω. Ο χώρος είναι αφιλόξενος. Τί να σας προσφέρουμε; Μόνο νερό υπάρχει. Ε, παιδιά, μη μας πιάσει μελαγχολία σήμερα!

Γιατί μια ταινία με Βέγγο είναι ιδιόρρυθμη, λέει ο σκηνοθέτης του Μεγάλου κανονιού Πάνος Γλυκοφρύδης, της ταινίας που γυρίζεται στου Φιλοπάππου και που θα δούμε φέτος. -Ο Βέγγος χρειάζεται ειδική μεταχείριση, ο Βέγγος χρειάζεται ελευθερία. Πρέπει να φτιάχνεις το πλαίσιο να κινηθεί. Όλοι οι μεγάλοι κωμικοί έτσι είναι: χρειάζεσαι την πλήρη συγκατάθεσή τους. Πρέπει να τα καταλαβαίνουν όλα. Χωρίς τη συγκατάθεσή του; Μελαγχολία. Κι εγώ συμφωνώ. Είναι όντως ιδιόρρυθμος, και μοναδικός, και ιδιοφυής ο Θανάσης Βέγγος. Ένας κλόουν, με όλη την παλιά, μεγάλη σημασία της λέξης. Ενσυνείδητος:

Θ.Β.: Πού είναι η καινούρια γενιά που θα υπηρετήσει τον κινηματογράφο; Είχαμε εδώ ένα παιδί. Ξέρει τα πάντα γύρω απ’ τον κινηματογράφο. Κάθε του φράση σε ρυθμό υπαγορεύσεως, σαν τηλεγράφημα. Πετάει μια λέξη, περνάνε δέκα λεπτά, λέει άλλη μία. Στα λύνει τα προβλήματα όλα του κινηματογράφου, με θεωρία όμως. Θεωρητικά μόνο. Τώρα έπεσε σε μια ταινία που ειλικρινά τον ενδιαφέρει, μοναδική ευκαιρία, πού να τη βρει άλλος; Εξακόσια πλάνα, χίλια τρακόσια στη μουβιόλα. Ε, σηκώθηκε κι έφυγε να πάει στο Διεθνές Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Εμείς εδώ είμαστε στην 150η ταινία και ξημεροβραδιαζόμαστε. Τί να δει, πέστε μου, στις τριάντα έτοιμες ταινίες;
Το ξέρεις πως κατέληξε ταινία να έχει πέντε μέρες μοντάζ; Το ξέρεις; Και απορούνε με μας, τους ηλίθιους που καθόμαστε με τα μερόνυχτα. Έτσι μας λένε: ηλίθιους. Κι είναι οι έξυπνοι αυτοί. Βέβαια, όταν δουλεύουνε οι ταινίες τους, είμαστε δυο φορές ηλίθιοι. Όπως πέρυσι. Μόλις δούλεψε μια ταινία, -Τί κάθεστε και κάνετε, βρε; Εδώ καθορίστηκε το πράμα: τέσσερις ’βδομάδες γύρισμα, δύο ’βδομάδες μοντάζ, τρεις ώρες μιξάζ, και πάει η ταινία γραμμή. Και βγαίνει στους κινηματογράφους και κάνει 200.000 εισιτήρια. Κάναμε κι εμείς κακές ταινίες, αλλά υπήρχε μια μαστοριά, υπήρχανε εξακόσια πλάνα μέσα, υπήρχανε έξι ’βδομάδες γύρισμα. Αποκλείεται να ’ταν πιο κακές απ’ τ’ άλλα τα κατασκευάσματα.
Έχει δημιουργηθεί λοιπόν ένα περίεργο κοινό που προέρχεται απ’ τ’ αναψυκτήρια. Τί να κάνει ο ανθρωπάκος; Να φύγει τώρα απ’ το Περιστέρι, να πάει στην άλλη μεριά της Αθήνας; Δεν έχει τρακόσια φράγκα. Τα ίδια θα δει κι εκεί. Είμαστε 4.000.000 άνθρωποι στην Αθήνα. Και λέμε: είδανε την ταινία 300.000 άνθρωποι. Λοιπόν, και τί έγινε; Υπάρχει ένα ειδικό κοινό που πάει στις ταινίες ποιότητος που λέμε. Κι εμείς καμαρώνουμε ότι κάναμε 300.000 εισιτήρια. Κι όλοι οι άλλοι, τα τρισήμισι εκατομμύρια είναι «Η Πάνιβαρ Παρουσιάζει». Καταλαβαίνεις; Σ’ αυτό το στυλ.

Δεν πάνε όμως πάντα καλά οι ταινίες τους...

Θ.Β.: Άμα δεν πάνε καλά τα κατασκευάσματά τους, πέφτουνε τα φτερά τους. Πέρυσι, με συναντάει ένας που έσκιζε τότε και μου λέει: -Σου έχω ένα σενάριο να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Μην κάθεσαι και αυτώνεις. Και με κοίταγε με οίκτο. Τι κάθομαι και κάνω και νταραβερίζομαι. Αυτός θα μου βρει το ρόλο που μου λείπει στις εκατόν πενήντα ταινίες που ’χω κάνει μέχρι τώρα. Και τον βλέπω τις άλλες και μου λέει, -Μας ρήμαξε η ατυχία αυτή τη φορά. Δεν πάει τίποτα, μου λέει. Παίζαμε με 33 βαθμούς θερμοκρασία. Μα πέρυσι ήταν 32ο, δεν ήταν 33ο, και κάνατε 150.000 εισιτήρια, τί έγινε; Δε φταίει η ζέστη μονάχα, φταίει εκείνος, φταίει αυτός. Ο ένας τα ρίχνει στον άλλο τώρα. Δυο ’βδομάδες γύρισμα μου κάνανε. Ρε, εσύ δεν είσαι ο πρωταγωνιστής; Τί θα πει σου κάνανε; Πού σ’ οδηγήσανε δηλαδή; Κι εσύ τί έκανες; Δεν είπες στη δεύτερη ’βδομάδα, πού είναι η τρίτη, πού είναι η τέταρτη;

Είναι σοβαρά τα πράγματα πια. Ή πρέπει να πας στο επίπεδο εκείνο, να ’σαι ευχαριστημένος γιατί οικονομάς πέντε δραχμές, ή να, εδώ πέρα. Και θα γίνουνε αυτοί οι είκοσι χιλιάδες, θα γίνουνε τριάντα, θα γίνουνε σαράντα, θα γίνουνε πενήντα.

Κι ο Θανάσης Βέγγος μιλάει για την Κέρκυρα, το Χατζιδάκι και τους Αγώνες Τραγουδιού:

Θ.Β.: Είδατε τους Αγώνες Τραγουδιού του Χατζιδάκι; Το ’δατε; Είδατε λοιπόν; Ε, δεν μπορεί του χρόνου να μη συμβεί κάτι με τους Αγώνες Τραγουδιού αυτούς. Θα υποχρεωθεί η Θεσσαλονίκη να τους φιλοξενήσει. Πώς θα γίνει δηλαδή; Που βγήκε ο πρόεδρος και λέει: -Σ’ αυτά όλα δεν συμφωνεί ο Πρόεδρος και δεν υπογράφει! Που είπε η επιτροπή στη Θεσσαλονίκη: -Είμαστε υποχρεωμένοι να ψηφίσουμε τρία τραγούδια. Το υλικό που ’χουμε στα χέρια μας είναι τόσο απαράδεκτο που, μα την Παναγία, είναι για πέταμα. Αυτό ήταν, μέσες-άκρες, το σκεπτικό. -Λοιπόν, δώσαμε τρεις ψήφους, υποχρεωμένοι ήμασταν, ευχόμαστε του χρόνου να ’ναι τα πράγματα πολύ πιο συμπαθητικά, γιατί αλλιώς κανένας δεν θα δέχεται να κάνει την επιτροπή. Σ’ αυτά όλα λέει δεν συμφωνεί ο Πρόεδρος της Εκθέσεως και δεν υπογράφει! Δηλαδή, όλα ήτανε στη θέση τους, τα τραγούδια ήταν όμορφα, η παρουσίαση ήταν όμορφη, η ορχήστρα, τα πάντα! Όλα ήταν εντάξει και γι’ αυτό δεν υπέγραφε! Καταπληκτικό! Το κατάλαβες; Κι απευθύνεται σ’ όλη την Ελλάδα! Να ’ναι ένα μέλος της επιτροπής, και να πει εντάξει, εγώ δεν συμφωνώ. Αλλά ο Πρόεδρος της Έκθεσης που φιλοξενεί όλη αυτή την ιστορία, εγώ δεν συμφωνώ μ’ όλους αυτούς εδώ πέρα! Κι έπεσε στην Κέρκυρα η κάμερα πάνω, και βλέπεις τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Γκάτσο, τον Σαββόπουλο, δέκα προσωπικότητες. Πώς θα γίνει δηλαδή; Κι ο Χατζιδάκις…

Κι ο Βέγγος φαίνεται πως ενδιαφέρεται για τα πάντα. Πως παρακολουθεί κι ενδιαφέρεται, σαν καλλιτέχνης και άνθρωπος σύγχρονος. Με μια δίψα εντυπωσιακή, αλλά και μ’ έναν αυθορμητισμό και σ’ αυτά μεγάλο, όσο ζωντανό θα τον περίμενες μετά την εικόνα του την κινηματογραφική.

Θ.Β.: Αν έχω δει το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»; Δεν έχω δει συγκλονιστικότερη ταινία, εγώ, κατά τη γνώμη μου. Και οι «Σταυροί στο Μέτωπο» του Κιούμπρικ! Καταπληκτικό!

Μου λέει ότι έχει δει όλες τις ταινίες του Γούντυ Άλλεν. Το «Μανχάτταν». Τι ταινία! Αλλά ξέρει ότι ο Γούντυ Άλλεν είναι άλλο πράγμα, «δεν του πάει». Ο Τζέρρυ Λούις, ναι, αυτός ο μέγας!

Κι ύστερα για τον Άλλαν Άρκιν:

Θ.Β.: Παναγία μου! Πες μου, δεν μπορεί να κάνει ο,τιδήποτε αυτός ο άνθρωπος; Καρατερίστας εκπληκτικός. Εκπληκτικός. Εκείνη η φωνή του. Η σαστιμάρα που έχει. Θεέ μου. Τα ’χω δει όλα του. Μιλάμε για ηθοποιούς τώρα.

Κι ύστερα για τον Τσάρλυ Τσάπλιν:

Θ.Β.: Που τον διώξανε, που τόλμησε ν’ αμφισβητήσει την ησυχία του θεατή, του καθιστού, με το «Δικτάτορα». Και του την πήρανε την ταινία και την κλειδώσανε στα ντουλάπια και τη βγάλανε μετά από εικοσπέντε χρόνια. Τόλμησε να κάνει σάτιρα που κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί. Κι ήταν ο δικός σου τόσο σίγουρος! Τότε!

Εδώ ο Βέγγος θυμάται ίσως τα δικά του προβλήματα. Όταν αναφέρεται στα εξοντωτικά κυκλώματα των αμερικανικών εταιρειών:

Θ.Β.: Δεν είδες με τον «Κλόουν» του Τζέρρυ Λούις; Τί του κάνανε; Και το ’ριξε στα ναρκωτικά ο άνθρωπος. Με τον Σίμινο που ’κανε τον «Ελαφοκυνηγό», που ’κανε την επόμενη ταινία του και τους στοίχησε 30.000.000 δολλάρια και δεν μαζέψανε ούτε 10.000.000, και του κλείσανε όλες τις πόρτες. Δεν μπορεί να σταυρώσει δολλάριο, δολλάριο. Πουθενά! Και τον έχουνε βγάλει τρελό. Μετά απ’ αυτή την επιτυχία, μετά απ’ αυτή τη φοβερή επιτυχία, τον «Ελαφοκυνηγό»! Και μετράει πάντα η τελευταία δουλειά που κάνεις, καταλαβαίνεις; Μετράει πάντα η τελευταία σου δουλειά.

Μιλάει για την ανάγκη των μεγάλων ηθοποιών κι ιδιαίτερα των κωμικών να γίνονται παραγωγοί των ταινιών τους, να μην έχουν ανάγκη να τους «φιλοξενούν» τα θέματά τους κατά τις ανάγκες της αγοράς ή κατά την κρίση του οποιουδήποτε οικονομικού παράγοντα.

Θ.Β.: Δεν είναι οικονομικό το θέμα όταν ο Τζέρρυ Λούις γίνεται παραγωγός. Δεν θα οικονομήσει πέντε δεκάρες παραπάνω. Ίσα-ίσα, θα οικονομήσει πέντε δεκάρες λιγότερες. Όπως εγώ κάποτε. Αλλά δεν το βάζω κάτω. Μετά το «Μεγάλο Κανόνι», επανέρχομαι σαν παραγωγός. Θου-Βου: Ταινίες Γέλιου!

Επανερχόμαστε λοιπόν στο ιδιόρρυθμο των ταινιών του Βέγγου. Των ειδικών απαιτήσεων που έχουν, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν:

Θ.Β.: Τα πάντα πρέπει να τρέχουν. Η ταινία μου έχει πάντα διαφορετικό κλίμα. Αν τ’ αφήσεις και λειτουργήσουν τα πράγματα σε μια ταινία, τα πάντα θα ’ναι ωραία και καλά. Στη δική μου περίπτωση είναι τ’ αντίθετο. Εδώ για να λειτουργήσει το πράμα πρέπει να περάσουμε απ’ αυτές τις διαδικασίες. Εφτά κολλήσεις εδώ! Εφτά κολλήσεις σ’ ένα τόσο δα! Και σε ρωτώ: είναι στα υπέρ του Βέγγου αυτό ή στα κατά; Γιατί να χρειαζόμαστε εφτακόσια κολλήματα; Εδώ γίνεται ολόκληρος αγώνας να περισωθούνε καρέ. Και πάνε οι ταινίες στις αίθουσες και χρατς, χρουτς. Εσύ αγωνίζεσαι για ένα καρέ, κι αυτός μ’ ένα χρατς έχει πετάξει τη μισή ταινία…

Εξοντωτική δουλειά πάντα. Με ταινίες προς αίθουσες, που όταν δεν βάζει κάρβουνο ο μηχανικός και σκοτεινιάζει το φιλμ, οι ταξιθέτριες φωνάζουνε: -Έτσι είναι η ταινία! Κι ο Βέγγος να βγαίνει απ’ τα ρούχα του με τις προχειρότητες, με την αυθάδεια, με το θράσος:

Θ.Β.: Απορούν λέει πώς δεν κάνουν νούμερο σόλο. Ένα εξάμηνο στο θέατρο. Ούτε καταδέχεται να σου πει Καλησπέρα. Η Καλησπέρα που ’ναι του Θεού, ρε παιδί; -Έχω προβλήματα, μη με παρεξηγείς, κύριε Βέγγο. Ξαπλωμένος εκεί πέρα… Κι εμείς να ’μαστε μια ’βδομάδα εδώ. Πήγαμε δεκαπέντε φορές να δούμε το Κανόνι, ρόδα-ρόδα, πώς κατασκευαζότανε. Και αλλάχτε, και μεγαλώστε, και προσθέστε ένα κομμάτι ακόμα στη μπούκα, και μονταρίστε το να το δούμε, ρε παιδιά. Το σπάσανε οι πιτσιρικάδες έξω σε μια μάντρα που το ’χαμε, το ξαναφτιάξαμε. Έπεσε χτικιό δεκαπέντε ημερών για να γυριστούν αυτά τα τριάντα πλάνα που βλέπεις. Για τριάντα πλάνα. Το στήσαμε, μας το γκρέμισε ο αέρας. Η αψίδα, όλη αυτή η αψίδα που βλέπεις, έπεσε κάτω την πρώτη μέρα. Κατάλαβες ότι δεν πρέπει να απορούνε οι συνάδελφοι; Όταν λέω συνάδελφοι εννοώ γενικώς, αυτοί που κατασκευάζουνε ταινίες. Μην είναι κατάπληκτοι!

Βέβαια, δεν ξέρω, μπορεί να ’χουμε πέσει κι έξω. Να μην είναι αυτό που περιμένει ο κόσμος. Αλλά η προσπάθεια έγινε. Αυτό δηλαδή απαγορεύεται να το αμφισβητήσει ο οποιοσδήποτε. Α-πα-γο-ρεύ-ε-ται. Τέσσερις μήνες χτικιό. Σενάριο, φασαρίες, γύρισμα, διακοπές, πάλι απ’ την αρχή.

Κι αυτό που είναι βέβαιο πάλι είναι ότι ο Θανάσης Βέγγος τον ζει το ρόλο του. Όπως οι παλιοί μεγάλοι Έλληνες ηθοποιοί, όταν παίζει τον πατέρα, ένα ταλαίπωρο μασέρ, που ο γιος του αντί για σπουδές τού γίνεται στη Γερμανία νεοναζί, είναι ο πατέρας αυτός. Στεναχωριέται το ίδιο, επαναστατεί με την ίδια ακριβώς ένταση. Προσωπικά:

Θ.Β.: Τί να σας πω για την ταινία; Το πρώτο μέρος φαίνεται μια καθαρόαιμη κωμωδία. Αυτός είναι μασέρ, κάνει μασάζ, πότε σε κυρίες, πότε σε κυρίους. Σαστισμένος, πελαγωμένος είναι, τρέχει σαν τρελός. Κι έχει το παιδί στη Γερμανία. Κατάλαβες; Τί γίνεται, τί νέα απ’ το παιδί σου; Κι όλο θέλει να μαθαίνει νέα απ’ το παιδί του. Εφτά μήνες τώρα. Στείλτε και στείλτε ο γιος. Τί το περάσατε λέει, Ελλάδα πως είναι εδώ; Και του βγαίνει νεοναζί. Ο Βλάκας. Κι είναι φασουλής, δεν είναι συνειδητός. Ένα απ’ τα προβλήματα της κάθε οικογένειας δεν είναι τι θα βγει το παιδί; Αλλά νεοναζί!

Και σε μια άλλη διάσταση του προσωπικού, ο Βέγγος, μέσα στην ταινία, καταλαμβάνεται από εκδικητική μανία προς τον ίδιο τον Χίτλερ. Αδιάφορο αν ο Χίτλερ είναι πεθαμένος κοντά σαράντα χρόνια. «-Αδόλφε, θα το ’φχαριστηθείς!», λέει. «-Εγκληματία! Ανώμαλε! Φιγουρατζή! Αμ, δε, που έφυγε! Όπου υπάρχουνε παιδιά χτυπάει. Στα παιδιά χτυπάει αυτός: είναι διεστραμμένος!»

Με μπερδεμένες τις δυο ζωές πια, τη δική του κι εκείνη του Θανάση Απαλοχέρη, τρέχει αυτές τις μέρες ο Θανάσης Βέγγος. Ανησυχώντας πάντα όμως και για την άλλη του ταινία, που βγαίνει κι αυτή στις αίθουσες φέτος. Το «Ο Θανάσης και το Καταραμένο Φίδι» του Κατσουρίδη:

Θ.Β.: Γενικά, μας πέτυχες πάλι πάνω σε ηρεμία. Ξένοιαστους. Τί θες από μένα, βρε Σωτήρη; Πώς πετυχαίνεις και καθηλώνεις έναν άνθρωπο; Θα χρειαστεί μια μέρα γι’ αυτό. Ποιός διαθέτει μια μέρα απ’ τη ζωή του πια; Φεύγει μια φράση και καπ, κρεμιούνται από ’κει. Κρεμιούνται και σε κυνηγάνε κα’να χρόνο. Τώρα σχηματίζεται η ταινία. Έχουμε ένα, πάμε για το καλύτερο. Ο Βασίλης με τη ζύμη ήρθε; Όχι; Ε, δεν είμαστε καλά! Έχουμε να πάμε ν’ ανάψουμε ένα φούρνο, να κάνουμε, να δείξουμε. Παιδιά, να ειδοποιηθεί η ζύμη! Κάτ’σε να δεις τώρα. Θα φτιάξουμε τη ζύμη. Εδώ είναι η πλάκα τώρα!

Μέσα στο μήνα που κυνήγησα τον Θανάση Βέγγο, μόνο μια φορά κατάφερα να του κάνω μια ερώτηση, με τον τρόπο των συνεντεύξεων.

Σ.Κ.: Παλιά, στην αρχή της καριέρας σας, σας καπάκωνε στο θέατρο ένα κρεβάτι. Λέγανε ότι γι’ αυτό έτρεχε ο κόσμος να δει το έργο, ότι γινότανε κατά λάθος, πάνω στη φούρια τη μεγάλη...

Θ.Β.: Αυτό ήτανε στα Κόκκινα Τριαντάφυλλα. Το ’63. Με το Γιώργο τον Δάνη κάναμε ένα ζευγάρι. Δυο ασθενείς του Ι.Κ.Α. Γινότανε της κακομοίρας. Κι η Ταϋγέτη έπαιζε. Έκανε μια νοσοκόμα. Το κρεβάτι με καπάκωνε έξι μήνες. Δήθεν λάθος. Έξι μήνες… Έξι μήνες με καπάκωνε το κρεβάτι !



 
ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η μοναξιά του κωμικού μακρινών αποστάσεων

του Χρήστου Βακαλόπουλου

 

Τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας λαμπρών κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου, ο Θανάσης Βέγγος, μοιάζει σήμερα παράξενα θλιμμένος κι ιδιαίτερα μόνος, σχεδόν φυλακισμένος στις αραιές τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Προερχόμενος από έναν κόσμο στον οποίο το να παίζεις ακόμα κι έναν τρίτο ρόλο σήμαινε να επιστρατεύσεις όλες τις δημιουργικές δυνάμεις που υπήρχαν μέσα σου, ο Βέγγος βρέθηκε, χωρίς να το καταλάβει, όπως όλοι μας άλλωστε, σε μια οπτικοακουστική πραγματικότητα, που κωμωδία σημαίνει, πρώτα και κύρια, να ειρωνεύεσαι το θεατή! Όμως ο Βέγγος προέρχεται από μία παράδοση στην οποία ο κωμικός αναλαμβάνει τα κοινά βάρη, παθαίνει, με σκοπό να μάθει ο θεατής, να ταυτιστεί μαζί του κι ύστερα να λυτρωθεί. Σήμερα όπου κανείς δε θέλει να πάθει ή να μάθει κάτι, ο πραγματικός κωμικός μένει εντελώς μόνος.
Θα θυμάμαι πάντα τον Βέγγο, έτσι όπως τον είδα παιδί, σ’ ένα θαυμάσιο μελόδραμα του Αλέκου Σακελλάριου, τα Χαμένα Όνειρα. Σ’ ένα γραφείο, όπου όλοι ονειρεύονται, χωρίς κανείς ποτέ να εκπληρώνει τα όνειρά του, ο Βέγγος είναι ο καφετζής. Εμφανίζεται καμιά δεκαριά φορές και λέει πάντα την ίδια φράση στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, ζητώντας του να μεσολαβήσει ώστε να αναλάβει ο Βέγγος το μπαρ ενός κινηματογράφου. «Θα μου πεις κι εδώ δεν τρως ψωμάκι;» αναρωτιέται ο Βέγγος. «Όμως δεν είναι το ίδιο να τρως ψωμάκι από μια δική σου δουλίτσα, έτσι δεν είναι;» Σ’ ολόκληρη την ταινία ο Βέγγος λέει αυτή τη φράση δέκα με δεκαπέντε φορές, κι όμως κάθε φορά η αγωνία του βαθαίνει κι ο θεατής διψάει ν’ ακούσει κάτι που γνωρίζει εκ των προτέρων, κάτι που θα τον λυτρώσει χωρίς να ξέρει το πώς και το γιατί.
Με την ίδια δίψα περιμέναμε τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ή σκηνοθέτησε ο Θανάσης Βέγγος, λίγο αργότερα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα παρασυρθούμε σε μια έντονη σχέση με την τρελή κι αδέσποτη όψη της πραγματικότητας, με οδηγό τον πιο συμπαθητικό αντι-ηθοποιό που γέννησε ποτέ ο ελληνικός κινηματογράφος. Γιατί ο Βέγγος δεν προερχόταν ούτε από το θέατρο, ούτε από την επιθεώρηση (το είχε γνωρίσει ο Νίκος Κούνδουρος στη Μακρόνησο) κι έμοιαζε να έχει γεννηθεί κατευθείαν για να παίξει στον κινηματογράφο. Σε όποια ταινία τρύπωνε γινόταν κάτι απροσδιόριστα μοντέρνο, καθόλου υπολογισμένο, πάντα ανεξήγητα αυθόρμητο. Η παρουσία του ήταν ήδη καταλυτική όταν έπαιζε πίσω από άλλους (με τον Χατζηχρήστο, τον μεγαλύτερο των ηθοποιών, στο Ο Ηλίας του 16ου) ή δίπλα τους (με τον Σταυρίδη στους Δοσατζήδες). Όμως όταν ο Βέγγος άρχισε να οργανώνει τις ταινίες, συνειδητά ή ασυνείδητα, γύρω από τον εαυτό του, τότε παρακολουθήσαμε μια έκρηξη, ίσως την τελευταία που εμφανίστηκε ποτέ στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ο Βέγγος διέτρεξε με απίστευτη ταχύτητα το κινηματογραφικό θέαμα καταπίνοντας κάθε μυθοπλασία που του προσφέρθηκε και συνθέτοντας ένα γιγάντιο σουρεαλιστικό ντοκυμαντέρ, χιλιάδες μέτρα, επικαίρων, για το ελαφρό θέαμα. Ο θεατής των ταινιών του σπάνια θυμάται υποθέσεις, μόνο ατάκες, μούτες και χειρονομίες στριφογυρίζουν στη μνήμη του. Όλα τα άλλα μπερδεύονται, η βασική αρχή της μυθοπλασίας («μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος») καταργείται. Υπερασπιζόμενος τον εαυτό του ο κωμικός δανείζει στον «παλιό» ελληνικό κινηματογράφο μια παρουσία που τυφλώνει με το φως της και τελικά, τον ανατρέπει από τα μέσα ολοκληρώνοντάς τον πολύ πιο γρήγορα από ό,τι ο ίδιος φαντάστηκε ότι θα συμβεί. Άλλωστε η αποστολή του κωμικού ήταν πάντα η υπερβολή. Και ο Βέγγος, ακόμα και σε παραγωγές χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις (Τύφλα να ’χει ο Μάρλον Μπράντο, Τρελός, παλαβός και Βέγγος) τινάζει στον αέρα ένα μοντέλο εμπορικής ταινίας υπερβάλλοντας στο έπακρο τον μηχανισμό της. Έτσι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η κριτική επισημαίνει τον αθεράπευτο μοντερνισμό του Βέγγου χαιρετίζοντάς τον μέσα από τα κείμενα του Κώστα Σταματίου και του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου.
Η συνέχεια είναι λίγο παράξενη και τα αποτελέσματά της είναι μια σειρά από αμήχανες καταστάσεις. Με το Τί έκανες στον πόλεμο, Θανάση; Του Ντίνου Κατσουρίδη ο Βέγγος περνάει σε μια πραγματική ωριμότητα, μόνο που οι προβολείς είναι στραμμένοι πάνω του, περιμένοντας κάτι απ’ αυτόν, κάτι που δεν του ταιριάζει καθόλου. Κι αυτό το κάτι δεν είναι άλλο από τη μετατροπή του κωμικού σε «φορέα μηνύματος». Η Αριστερά υιοθετεί τον Βέγγο και μ’ αυτόν τον τρόπο τον αναιρεί γιατί το μόνο μήνυμα που μεταφέρει ο Βέγγος είναι το απρόβλεπτο, αινιγματικό και τρομερά ανθρώπινο στοιχείο που κουβαλάει ο ίδιος, ως μοναδική κι όχι ως «αντιπροσωπευτική» παρουσία, όπως επιθυμεί η Αριστερά. Έτσι, σιγά-σιγά, ο Βέγγος μετατρέπεται σ’ ένα μηχανισμό παραγωγής εντυπώσεων Βέγγου, ιδιαίτερα μέσα από τις «στρατευμένες» κωμωδίες του Θόδωρου Μαραγκού. Όμως, ολόκληρος ο ελληνικός κινηματογράφος, μοιάζει εκείνη την εποχή να έχει οδηγηθεί σε μια παρεξήγηση. Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία πνέει τα λοίσθια και ο Βέγγος οδηγείται στα τηλεοπτικά Βεγγαλικά, τελευταία προσωπική του δουλειά, όπου εμφανίζεται να παλεύει μ’ ένας εφιάλτη.
Η μοίρα του κωμικού είναι η μοναξιά. Ο Θανάσης Βέγγος είναι ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας κωμικός του κινηματογράφου και του οφείλουμε όλοι ένα σημαντικό κομμάτι από την κινηματογραφική ευαισθησία μας. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, κάθε φορά που οι φωτογραφίες μιας καινούριας ταινίας με τον Θανάση Βέγγο γέμιζαν τις προθήκες του «Ρόξυ» στην πλατεία Κυψέλης, οι μικροί μαθητές του 26ου δημοτικού σχολείου της Φωκίωνος Νέγρη ζούσαν με την προσμονή της απογευματινής προβολής του Σαββάτου. Τα πρώτα νέα μας τα έφερνε ο Κεραμιδάς που εργαζόταν στο μπαρ του κινηματογράφου. Παρακολουθούσε την ταινία τρεις φορές τη μέρα, μάθαινε απ’ έξω τα γκαγκ και τις ατάκες και μας έπαιζε την ταινία στα διαλείμματα. Έτσι, όταν πηγαίναμε, επιτέλους, το Σάββατο στο «Ρόξυ», το πρώτο «καλέ μου άνθρωπε» το ψυθιρίζαμε από μέσα μας σχεδόν ταυτόχρονα με τον θανάση. Ήταν ο άνθρωπός μας και μας μάθαινε περισσότερα από τους δασκάλους μας για το πώς θα τα βγάζαμε πέρα. Η κινηματογραφική αίθουσα ήταν ένα κράμα σχολείου και εκκλησίας. Αλλά αυτά, καλοί μου άνθρωποι, συνέβαιναν τα πολύ παλιά χρόνια.




ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Ο σκηνοθέτης Θανάσης Βέγγος

«Ένας αρχαίος εμφανίστηκε σήμερα το μεσημέρι στην Ακρόπολη και τράβηξε την προσοχή των επισκεπτών του ιερού βράχου». Έτσι ξεκινούσε το ρεπορτάζ της παλιάς τηλεοπτικής εκπομπής (της δεκαετίας του εβδομήντα) με τον τίτλο «Σήμερα». Ο «Αρχαίος» ήταν ο Τάκης Μηλιάδης, ανεβασμένος σ’ έναν βράχο στην Ακρόπολη, κι απέναντί του ο Βέγγος, με τον μικρόσωμο Κατσουρίδη στους ώμους του να φωτογραφίζει τον Μηλιάδη! Ο Μηλιάδης στήνεται κι ο Βέγγος, με τον Κατσουρίδη πάντα στους ώμους, δίνει οδηγίες στον Τάκη, για το ύφος, για τη στάση. Γλυκός, καλοσυνάτος κι εκφραστικός, ο σκηνοθέτης Θανάσης Βέγγος προετοίμαζε την τελευταία ταινία που γύρισε μ’ αυτήν την ιδιότητα, το «Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», 1973. Ο Θανάσης Βέγγος, ο άνθρωπος που μέχρι το 1954 δεν γνώριζε ίσως τι πα’ να πει «σκηνοθέτης», από το 1967 έως το 1973, στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και, συνάμα, στη δική του χρυσή (και εμπορικά) εποχή, αποφάσισε να γυρίζει ο ίδιος τις ταινίες του. Γιατί, άραγε; Τι ήταν αυτό που έκανε να μάθει και να εξασκήσει την τέχνη της σκηνοθεσίας, και μάλιστα με πολύ μεγάλη επιτυχία (κι ας λένε μερικοί «σπουδαίοι» σκηνοθέτες ότι ο Βέγγος «χρειαζόταν» κάποιον άλλον να του βάλει όρια…); Μας εξηγεί ο ίδιος στην πρώτη (απ’ όσο γνωρίζω) συνέντευξη που έδωσε στον (μετέπειτα σκηνοθέτη, επίσης) Τάκη Παπαγιαννίδη για το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (τεύχος 13, 1971), η οποία δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο «Θανάσης Βέγγος», 1992 της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών κινηματογράφου (33ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης): « […]Μέσα σε δυο χρόνια έπαιξα 22 μικρούς ρόλους που μ’ είχαν τσακίσει. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, οπωσδήποτε κάτι πιο σημαντικό. Είχα κάποια επιτυχία και μου δώσαν ρόλους πρωταγωνιστή. Πνιγόμουνα εκεί μέσα, καταλάβαινα πως δεν ήμουν εγώ, αλλά κάποιος ηθοποιός Βέγγος που τον μεταχειριζόντουσαν όπως ήθελαν. Σε τέτοιο σημείο φτάσανε τα πράγματα, και σκέφτηκα να κάνω μια δική μου εταιρία παραγωγής, όπου οι ταινίες θα γινόντουσαν όπως πάνω-κάτω ήθελα. Με βοήθησαν πολύ δύο σκηνοθέτες που κατάλαβαν και πίστεψαν σ’ αυτά που σκεφτόμουνα. Ο Πάνος Γλυκοφρύδης και ο Ερρίκος Θαλασσινός. Ταινίες σαν τον «Παπατρέχα» ή το «Μην Είδατε τον Παναή» δεν θα ’βγαιναν χωρίς αυτούς. Και μέχρις ένα σημείο ήμουνα ήσυχος. Είχα δυο ανθρώπους που μπορούσαν να με καταλάβουν και να προωθήσουν τις σκέψεις μου πάνω στο φτιάξιμο μιας ταινίας. Μια μέρα ο Γλυκοφρύδης μου είπε πως ήταν αδύνατο να συνεχίσει μαζί μου, γιατί δεν πίστευε πως οι ταινίες αυτές ανταποκρίνονταν στις απόψεις που είχε για το σινεμά. Η επιτυχία τού «Με τη λάμψη στα μάτια» σιγούρεψε τη στάση του. Λίγο κατόπιν οι δουλειές του Θαλασσινού δεν του αφήναν περιθώρια ν’ ασχοληθεί μαζί μου. Τότε βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε άλλο άνθρωπο και το χειρότερο, πίστευα πως δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος που να με καταλαβαίνει. Έτσι πέρασα στη σκηνοθεσία…». Κι όσον αφορά το πώς άσκησε αυτήν την δύσκολη τέχνη μας λέει ότι «…Θα σου πω κάτι. Ο Κούνδουρος στη Μαγική Πόλη, όταν πήγε να στήσει τη μηχανή έφαγε καρπαζιά με το κουτάλι. Δεν είχε ιδέα τι του γινόταν. Στο τρίτο γύρισμα ήτανε ξεφτέρι. Δασκάλευε και τους δασκάλους του. Αυτό σημαίνει πως περισσότερο μετράει αν έχεις κάτι μέσα σου για να πεις. Τα υπόλοιπα μαθαίνονται. Λοιπόν, εγώ, ο Θανάσης Βέγγος, είμαι ενστικτώδης άνθρωπος. Ίσως μέσα μου να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Μπαίνω στο πλατώ και διαβάζω τη σκηνή που έχω να γυρίσω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω: η μηχανή εδώ. Αν με ρωτήσεις γιατί εδώ κι όχι εκεί, δεν ξέρω ν’ απαντήσω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η μηχανή θα στηθεί εδώ. Αφού τελειώσει η λήψη, δε θα γυρίσω να κοιτάξω πίσω. Η μηχανή στήθηκε εδώ, πάει και τελείωσε. Αν δω τη σκηνή στην οθόνη, ίσως να μη μ’ αρέσει. Την επόμενη φορά η μηχανή θα στηθεί σ’ άλλο μέρος. Εκεί που θα ’μαι σίγουρος, χωρίς να ξέρω γιατί ότι πρέπει να στηθεί…».

Ο Βέγγος σκηνοθέτησε επτά (7) συνολικά ταινίες (ενώ είναι προφανές ότι είχε συμμετοχή και στη σκηνοθεσία σε όλες σχεδόν τις ταινίες που γύρισε από τη σύσταση της «Θ.Β. – Ταινίες Γέλιου» κι εφ’ εξής. Παρακάτω ακολουθεί η φιλμογραφία του σκηνοθέτη Θανάση Βέγγου, με αναλυτική παρουσίαση και των 7 ταινιών του:

1967 –Βοήθεια!... ο Βέγγος, Φανερός (ή Φαλακρός) Πράκτωρ 000

Σενάριο: Νίκος Τσιφόρος – Ναπολέων Ελευθερίου
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Παύλος Φιλίππου
Διάρκεια: 91 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Ζαννίνο, Νίκος Φέρμας, Περικλής Χριστοφορίδης, Λαυρέντης Διανέλλος, Δημήτρης Νικολαΐδης, Γιώργος Γρηγορίου, Αλέξανδρος Γκόλφης, Ρία Δελούτση, Κώστας Μπάκας, Τάκης Χριστοφορίδης, Σταύρος Ιατρίδης, Γιώργος Αττίκος, Γιώργος Γιαλούρης, Τάσος Ιωαννίδης, Μήτση Κωνσταντάρα, Ανδρέας Λιναρδάτος, Τάκης Μηλιάδης, Βίρνα Νιάβα, Κώστας Παπαχρήστος, Μαξ Ρομάν, Κώστας Σταυρινουδάκης κ.α.

Πρότυπος Σχολή Ελλήνων Ιδιωτικών Πρακτόρων «Ο Τζέημς Μποντ», Δημοτικόν –Γυμνάσιον. Φροντίστε για το μέλλον των παιδιών σας. Αυτό λέει η επιγραφή έξω απ’ τη σχολή που φοιτά ο Θου-Βου. Και μέσα στην τάξη: «Άλλο πράκτωρ, άλλο εισπράκτωρ» και «Ένας καλός πράκτωρ δεν πουλάει ποτέ λαχεία». Επτά μαθητές, τρεις δοκιμασίες για τον καθένα, μετά από πολλή και σκηρή εκπαίδευση (καράτε, σκοποβολή, τρέξιμο, άλμα επί κοντώ κ.α.). Ο Θου-Βου, αν και πολύ φιλότιμος, ίσως από υπερβολικό ζήλο παίρνει σ’ όλες τις δοκιμασίες … μηδέν. Έτσι, ονομάζεται πράκτωρ …000!

Σπονδυλωτή, κατ’ ουσίαν, ταινία, σάτιρα των ταινιών κατασκοπείας, που αναδεικνύει όχι μόνον το σπάνιο ταλέντο του Βέγγου στην ηθοποιία αλλά και την εμπνευσμένη (ή/και ενσικτώδη) σκηνοθετική του έφεση.

1967 -Τρελός Παλαβός και Βέγγος
(ή Κουρδιστός Θανάσης
ή Ένας Υπέροχος Τρελλός Βέγγος
ή Θανάση, Ξέρεις από Βέσπα;)

Σενάριο: Ναπολέων Ελευθερίου
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Διάρκεια: 125 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Ελένη Ανουσάκη, Τάκης Μηλιάδης, Στράτος Παχής, Σάσα Καστούρα, Γιάννης Αργύρης, Ντέπυ γεωργίου, Φραγκούλης Φραγκούλης, Περικλής Χριστοφορίδης, Αλέξανδρος Γκόλφης, Ταϋγέτη, Γιώργος Τζιφός, Νίκος Πασχαλίδης, Γιώργος Ξύδης, Κώστας Σταυρινουδάκης, Δημήτρης Κούκης κ.α.

Ο Θανάσης, σερβιτόρος στο εξοχικό κέντρο «Τα 7 Αδέρφια», πρόκειται να παντρευτεί την αδελφή των 7 ιδιοκτητών. Λίγο πριν τον γάμο, μετά από χτύπημα στο κεφάλι, παθαίνει αμνησία και ξεκινάει μια τρελλή περιπλάνηση στην πόλη, ενώ τα αδέρφια της νύφης τον αναζητούν και τον κυνηγούν, θεωρώντας πως προσπαθεί ν’ αποφύγει τον γάμο.

Ιλιγγιώδεις ρυθμοί, έξοχη σκηνοθεσία, επικίνδυνες λήψεις και καταιγισμός από γκαγκ συνθέτουν μία από τις καλύτερες ταινίες του Βέγγου.


1968 – Δόκτωρ Ζιβέγγος

Σενάριο: Νίκος Τσιφόρος
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης
Διάρκεια: 79 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Χρήστος Τσαγανέας, Νίτσα Τσαγανέα, Περικλής Χριστοφορίδης, Κώστας Τύμβιος, Νόρα Κατσέλη, Κούλα Αγαγιώτου, Μαρίσα Νεστορίδου, Φώτης Μεταξόπουλος, Φραγκούλης Φραγκούλης, Ρένα Πασχαλίδου, Γιώργος Ζαμπέτας, Μανταλένα κ.α.

Η ταινία αποτελείται, κατ’ ουσίαν, από 2 μέρη: το πρώτο, στο οποίο επαναλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο το μοτίβο της ταινίας «Πολυτεχνίτης κι Ερημοσπίτης» (του Αλέκου Σακελλάριου), όπου ο Βέγγος προσπαθεί να στεριώσει σε κάποια δουλειά, και το δεύτερο, στο οποίο ο Βέγγος, υπάλληλος κουρείου με άσπρη ρόμπα, εκλαμβάνεται από παρεξήγηση ως γιατρός, του ζητείται να σώσει τη ζωή της κόρης ενός πλουσίου, αποδέχεται την «πρόκληση» και μπλέκεται εκών-άκων σε μία περίεργη υπόθεση κληρονομιάς.

Θεωρώ ότι το πρώτο μέρος της ταινίας, εκτός του ότι είναι κατά πολύ ανώτερο από το δεύτερο, αποτελεί μία μία από τις καλύτερες κωμικές στιγμές των ταινιών του Βέγγου (και, συνεπώς, του Ελληνικού Κινηματογράφου).


1969 – Ποιος Θανάσης;

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης (από το θεατρικό «Το Έξυπνο Πουλί» των Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη).
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Δημήτρης Παπακωνσταντής
Διάρκεια: 84 λεπτά.

Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Άννα Φόνσου, Τάκης Μηλιάδης, Νίτσα Μαρούδα, Σάσα Καζέλη, Γιώργος Βελέντζας, Αιμιλία Υψηλάντη, Βαγγέλης Πλοιός, Νάσος Κεδράκας, Φραγκούλης Φραγκούλης, Γιώργος Τζιφός, Ρένα Πασχαλίδου, Καίτη Σιγάλα, Ασπασία Αναγνωστοπούλου, Ανδρέας Νομικός, Γιώργος Ζαμπέτας.

Ο Βέγγος διατηρεί κατάστημα ηλεκτρικών ειδών και πουλάει με δόσεις και, δίχως καλά-καλά να το καταλάβει, προσλαμβάνει ως υπάλληλο τη Φανή (Άννα Φόνσου), μια έξυπνη πλην δυστυχισμένη κοπέλα. Πάλι δίχως να το καταλάβει ερωτεύεται τη Φανή, η οποία κατορθώνει και το σώζει απ’ τη χρεωκοπία, αποκαλύπτοντας μάλιστα τον διπρόσωπο χαρακτήρα των φίλων του. Στο τέλος, κι αφού η σχέση του περνάει κάποια … κρίση, ο ένας πέφτει στην αγκαλιά του άλλου!

Δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του θεατρικού των Τσιφόρου – Βασιλειάδη και πάλι από τον Γιώργο Λαζαρίδη (η πρώτη κινηματογραφική εκδοχή αποτέλεσε την ταινία « Το Έξυπνο Πουλί», 1962, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Άννα Φόνσου – και πάλι!- στους βασικούς ρόλους). Δεν υπάρχει λόγος να συγκρίνουμε τις ταινίες. Καθεμιά έχει την χάρη της και ίσως κάποια σημεία υπεροχής έναντι της άλλης (π.χ. ο Αυλωνίτης υπερέχει, έστω και λίγο, του Κεδράκα). Σε κάθε περίπτωση, η μία είναι ταινία του Βέγγου και η άλλη του Χατζηχρήστου με όσα αυτά συνεπάγονται…



1969 -Ένα Aσύλληπτο Kορόιδο

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης
Παραγωγή: θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Νίκος Δημόπουλος
Διάρκεια: 81 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Γιώργος Βελέντζας, Τάκης Μηλιάδης, Ζαννίνο, Νόρα Κατσέλη, Κώστας Παπαχρήστος, Κώστας Μέντης, Θανάσης Βέγγος, Ζαννίνο, Δώρα Φύτιζα, Υβόνη Βλαδίμηρου, Φραγκούλης Φραγκούλης, Κώστας Σταυρινουδάκης, Ηλίας Γεωργιάδης, Δημήτρης Καρυστινός, Ελένη Μεντή κ.α.

Ο Βέγγος είναι «ο κουρέας της … Πλάκας»! Κληρονόμησε το κουρείο του από τον πατέρα του κι αυτός απ’ τον δικό του κ.ο.κ. Αισθηματίας και καλοσυνάτος, πληγώνεται απ’ την άρνηση του γείτονά του Χαρούπογλου (Δ. Παπαγιαννόπουλου), δωσίλογου –συνεργάτη των Γερμανών στην Κατοχή, να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του (Ν. Κατσέλη). Η στάση όμως του Χαρούπογλου αλλάζει άρδην όταν έρχονται στην Ελλάδα 3 Γερμανοί, παλιοί συνεργάτες του, οι οποίοι του αποκαλύπτουν ότι στην αυλή του κορείου είναι κρυμμένος κάποιος θησαυρός. Ο Θανάσης αρνείται να του πουλήσει το οικόπεδο κι ο Χαρούπογλου μετέρχεται κάθε μέσο να του το πάρει, πράγμα που δημιουργεί πολλές κωμικές καταστάσεις. Στο τέλος ο Θανάσης ανακαλύπτει την αλήθεια, καθώς και ότι η κόρη του Χαρούπογλου δεν τον αγαπάει, κι όλα τελειώνουν καλώς με τον Θανάση να «ανακαλύπτει» και αποδέχεται την ειλικρινή και άδολη αγάπη της υπηρέτριας του Χαρούπογλου.


1969 – Θου-Βου, Φαλακρός Πράκτωρ, Επιχείρησις Γης Μαδιάμ.

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης, Ναπολέων Ελευθερίου και Θανάσης Βέγγος.
Παραγωγή: Θανάσης Βέγγος
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης, Δημήτρης Παπακωνσταντής και Παύλος Φιλίππου
Διάρκεια: 105 λεπτά.
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Αντώνης Παπαδόπουλος, Σάσα Καζέλη, Ζαννίνο, Βασίλης Ανδρεόπουλος, Κία Μπόζου, Περικλής Χριστοφορίδης, Δημήτρης Χατζηπαυλής, Κώστας Παπαχρήστος, Μάκης Δεμίρης, Δημήτρης Καρυστινός, Φώτης Μεταξόπουλος, Κώστας Μεντής, Στράτος Παχής, Μάικ, Ρένα Πασχαλίδου, Μαξ Ρομάν, Απόστολος Σουγκλάκος, Σόφη Ζαννίνου, Σταύρος Ξενίδης και Γιώργος Βελέντζας (φωνές), Γ. Ρώης, Διονυσία Ρώη κ.α.

Η συνέχεια του «Φανερού Πράκτορα 000». Ο Θοθ-Βου, αφού αποφοιτά από τη σχολή, ανοίγει …«Πρακτορείο» (!) και παίρνει ως συνεργάτη τον υποπράκτορα ΜΑΠ-31 (Α. Παπαδόπουλο). Ένας σκηνοθέτης, που διαπιστώνει το γέλιο που μπορούν να προκαλέσουν οι γκάφες των πρακτόρων, τους αναθέτει 3 φανταστικές αποστολές και κινηματογραφεί τις περιπέτειές τους.

Πολύ έξυπνα γκαγκ, φρενήρης δράση κι ένας Βέγγος… από άλλον πλανήτη! Πολύ καλός και ο Αντώνης Παπαδόπουλος (η καλύτερη κινηματογραφική του εμφάνιση).


1973 –Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ.

Σενάριο: Γιώργος Λαζαρίδης
Παραγωγή: Ντίνος Κατσουρίδης
Φωτογραφία: Ντίνος Κατσουρίδης
Διάρκεια: 84 λεπτά
Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Κατερίνα Γιουλάκη, Τάκης Μηλιάδης Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Μαρία Μερτίκα, Τιτίκα Βλαχοπούλου, Κατερίνα Βανέζη, Σπ. Παπαφρατζής, Ν. Αστρινάκης, Γρ. Ευαγγελάτος, Μιχ. Γιαννάτος, Γ. Στρατηγάκης, Κ. Σταυρινουδάκης, Κώστας Μεντής, Αρτέμης Μάτσας, Στ. Χατζηπαυλής, Γιώργος Τζιφός, Γιάννης Φύριος, Ν. Κάρλος, Ντ. Δουλγεράκης, Τζ. Στεφανάκου, Ν. Δούγιας, Μ. Αναγνωστοπούλου, Μαρία και Μάνια Λυκούδη, Γ. Λιανός και Αντώνης Παπαδόπουλος.

«Αργόστροφοι όλου του κόσμου … κινηθείτε!». Αυτό είναι το σύνθημα! Παπατρέχας και πάλι ο Βέγγος, με πολλά οικογενειακά βάρη στις πλάτες του, εργάζεται ως πλασιέ και προσπαθεί να αποκαταστήσει τους συγγενείς του, ώστε να παντρευτεί κι αυτός την κοπέλα που αγαπάει.

Το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη. Η πτώση της χούντας και η αδηφάγος μεταπολίτευση οδήγησαν τον Βέγγο σε πιο ...«στρατευμένες» επιλογές, που αποτέλεσαν και τις λιγότερο καλές στιγμές του Βέγγου.



ΜΕΡΟΣ ΙV

Ο Βέγγος στα cd και στα βινύλια.

Συγκέντρωσα από μνήμης τα τραγούδια στα οποία συμμετείχε ο Βέγγος ως ερμηνευτής, καθώς κι όσα αναφέρονται στον ίδιο τον Βέγγο. Ο Βέγγος ήταν, βεβαίως, φάλτσος, αλλά αφ’ ενός μεν το γνώριζε κι ίδιος και περιόρισε στο ελάχιστο τις ερμηνευτικές του προσπάθειες, κι αφ’ ετέρου θα ήταν άδικο και στρεβλό να κρίνει κανείς τις ερμηνείες του με αυστηρά μουσικά κριτήρια. Η ιδιαιτέρως χαρακτηριστική και αναγνωρίσιμη φωνή του, ταίριαζε απόλυτα στα τραγούδια-πρόζες που ερμήνευσε, πράγμα που στη δεκαετία του ενενήντα διέγνωσε πλήρως και χρησιμοποίησε επιτυχώς ο Φοίβος Δεληβοριάς. Για τη δεύτερη λίστα των τραγουδιών πήρα την αφορμή απ’ την κοινότοπη (πλέον) έκφραση «τρέχω σαν τον Βέγγο», που καθιστά τον Βέγγο και το τρέξιμο σχεδόν συνώνυμα, και που περιέχεται αυτούσια σε ένα τραγούδι του Βαγγέλη Γερμανού ήδη από το 1984. Εξυπακούεται ότι οι λίστες πιθανόν να είναι ελλιπείς, οπότε οποιαδήποτε διόρθωση ή προσθήκη είναι ευπρόσδεκτη. Αναλυτικά:


Ι) Ερμηνεύει ο Βέγγος!

1. «Είμ’ ενας άντρας γόης», των Γ. Δασκαλόπουλου – Κ. Παλαιολόγου, από την ταινία του Πάνου Γλυκοφρύδη «Ζήτω η Τρέλλα», 1962. Περιέχεται και στους δίσκους «Όταν οι Ηθοποιοί Τραγουδούν, Νο 2», 1993, και «Τα Κινηματογραφικά», 2010.

Είμαι ένας άντρας που σκορπά γύρω του γοητεία.
Για τις γυναίκες ήμουνα πάντοτε πειρασμός.
Κι όταν μέσα στα μάτια τους, γεννάω την αμαρτία,
ρίχνω κρυφά τα δίχτυα μου και γίνομαι καπνός
Και γίνομαι καπνός
Και γίνομαι καπνός

Έχω ρίξει Αθηναίες, έχω ρίξει κι Ευρωπαίες,
έχω ρίξει και τσακίστρες κι έχω ρίξει δυο μοδίστρες,
έχω ρίξει μαυρομάτες, έχω ρίξει τρεις γεμάτες,
έχω ρίξει χωρισμένες, μα και πέντε παντρεμένες,
έχω ρίξει και αρτίστες, μα με ρίξαν οι τουρίστες,
έχω ρίξει παραμάνες κι εικοσ’πέντε Αφρικάνες.

Έχω ρίξει και μαθήτριες, φοιτήτριες, ποιήτριες, καθηγήτριες, τραγουδίστριες, μανταρίστριες κι εννέα καθαρίστριες!
Έχω ρίξει θεατρίνες, νοσοκόμες και γιατρίνες, κυρίες και κυράδες, πιτσιρίκες και γιαγιάδες… έχω ρίξει, έχω πήξει…έχω ρίξει…

[Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω, και θα πιω κι ένα ποτήρι παραπάνωωωω… Ουχαχαχααααα!!!]

- Γεια σου, Ρωμαίο, λεβεντιά!
- Γεια σου, Σούλα, ντροπαλή!

2. «Η μπαλάντα των σκουπιδιών», σε στίχους Σταμάτη Δαγδελένη και μουσική Νίκου Κυπουργού (τραγουδούν ο Βέγγος, ο Άρης Χριστοφέλλης και η Έλλη Πασπαλά), από τον δίσκο του Κυπουργού «Τα Μυστικά του Κήπου», 2001.

Μια παλιά ψαροκασέλα
με γοβάκια και ομπρέλα
τα σκαλάκια στην πλατεία
τ’ ανεβαίνει τρία τρία.

Δυο κασόνες από μπύρες
και τρείς σόδες κακομοίρες
περιμένουνε στη στάση
μήπως γκαζοζέν περάσει.

-Οι παλιοκουρελαρίες! Παριστάνουν τις κυρίες.
-Τι κι αν γίναμε σκουπίδια, δεν ξεχνάμε τα παιχνίδια.
-Τρέμουνε το σκουπιδιάρη, μην περάσει και τις πάρει.
-Και οι πιο σαχλές απλίκες ίσως γίνουνε αντίκες.

Μια βαλίτσα χαρτονένια
μήπως βρέξει έχει έννοια
κι έχει πιάσει κουβεντούλα
με μια νάιλον σακούλα.

Δυο γριούλες ανθοστήλες
εβδομήντα χρόνια φίλες
συζητάνε για τον πάπα
με μια τρίφυλλη ντουλάπα.

-Οι παλιοκουρελαρίες ! Παριστάνουν τις κυρίες...

Δύο ραγισμένα βάζα
ό,τι πρέπει για τα μπάζα
βλέπουν σαν ξελιγωμένα
κάτι κρίνα μαραμένα

Οι σκουπιδοντενεκέδες
προσλαμβάνουνε λακέδες
τα σκουπίδια περισσεύουν
τρείς λαλούν και δυο χορεύουν.

-Οι παλιοκουρελαρίες! Παριστάνουν τις κυρίες

Τα σκουπίδια περισσεύουν
τρείς λαλούν και δυο χορεύουν.

3. «Το ’πα το ’κανα» σε στίχους και μουσική Φοίβου Δεληβοριά, με τον ίδιο και τον Θανάση Βέγγο, από τον δίσκο «Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία», 1995.

Το ’πα το ’κανα, σε έψαξα σε βρήκα
κι ας μην είχες προίκα, κι ας ήσουνα πτωχή,
καθώς ήρωας Ελληνικής ταινίας λόγω αφελείας
σε αγάπησα πολύ.
Ποιο τσαρδάκι θα χωρέσει εμάς τους δυο, ποιο λεωφορείο
θα μας βάλει στον ουρανό;
Σήκω αγάπη μου απόψε και στολίσου.
Μόνο εγώ μαζί σου
κιι όλοι αυτοί για μας τους δυο.

Αχ πώς χορεύεις και πώς κλέβεις
κάθε φλώρου την ψυχή.
Αχ πώς κουνιέσαι.
Μοναχή σου τυραννιέσαι
για να λυτρωθούν αυτοί.

Η γενιά μου εμφανίζεται τις νύχτες, σαν τους διαρρήκτες και τα ξωτικά.
Κάθε Σάββατο γυρνάει την Ποσειδώνος
κι από δίπλα μόνος την κοιτάζω σιωπηλά.
Για χατίρι της εγώ θα γίνω αράπης,
λόγια της αγάπης να της πω με το ρυθμό,
και με υπολογιστές των Ιαπώνων
το μεγάλο πόνο θα της πω και τον καημό.

Δες πώς χορεύει και πώς κλέβει
κάθε φλώρου την ψυχή.
Δες πώς κουνιέται,
μοναχή της τυραννιέται
για να λυτρωθείς εσύ

Το 'πα το 'κανα και σου 'γραψα τραγούδι,
μαύρο αγγελούδι, σαμποτερ του κόσμου αυτού.
Καθώς ήρωας παράξενης ταινίας, λόγω απελπισίας
έφυγα ξανά για αλλού.
Δεν μας χώρεσε ετούτο το τσαρδάκι,
το καινούργιο σπίτι μας ας ζει στον ουρανό.
Συνομήλικο μου, ατίθασο παιδάκι,
σ' αγαπούσα μια ζωή θα σ' αγαπώ.

Αχ που χορεύεις και που κλέβεις
κάθε φλώρου την ψυχή.
Αχ που κουνιέσαι.
Μοναχή σου τυραννιέσαι,
για να βγει αυτή η ζωή

Δες πώς χορεύει και πώς κλέβει
κάθε φλώρου την ψυχή.
Δες πώς κουνιέται.
Μοναχή της τυραννιέται,
για να λυτρωθείς εσύ.

4. «Βρες αν μπορείς» των Ramos – Γ. Οικονομίδη, από την ταινία «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη, 1962. Περιέχεται στον δίσκο «Όταν οι Ηθοποιοί Τραγουδούν, Νο 1», 1993.

Μου ’πες πως τώρα δεν θέλεις για δώρα
βραχιόλια χρυσά και μπιζού
κι όμως δεν ξέρω τι να σου προσφέρω
για να μ’ αγαπήσεις ναζού.

[…] Βρες αν μπορείς,
τι σου έφερα απόψε
τα ναζάκια σου κόψε
να σου δώσω αυτό που κρατώ…

(- «Καφέ»!)

Η φωνή του Βέγγου (και ιδίως το γέλιο του) έχει καταγραφεί με μουσική συνοδεία και στον δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι «Για σένα την αγάπη μου», 1960, το soundtrack της ομώνυμης ταινίας του Γιώργου Διζικιρίκη.



ΙΙ) Οι αναφορές στον Βέγγο.

1. «Στρατο-λογία», σε στίχους και μουσική Βαγγέλη Γερμανού από τον δίσκο του «Βραχυκύκλωμα», 1984.

Τελειώνοντας σχολείο
με πήρανε Στρατό,
με πρήξαν στο καψόνι
για να προσαρμοστώ.
Από την Κω στον Έβρο,
με όπλα και στολή,
να τρέχω σαν το Βέγγο
και το κεφάλι μου γουλί.

2. «Το πάρτυ», σε στίχους και μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη, από τον δίσκο του «Χαμηλή Πτήση», 1982.

Στο πάρτυ του Λουκιανού, με όλους τους μεγάλους και διάσημους καλεσμένους, δεν θα μπορούσε, βέβαια, να λείπει ο Βέγγος:

[...] Να ’ρθει ο Ντίλιγκερ,
να ’ρθει ο Βέγγος
να ’ρθει ο Γκέρσουιν
να ’ρθει κι Μπραμς
να ’ρθει κι ο Άμποτ
με τον Κοστέλλο
να ’ρθει ο Τσιτσάνης
και να ’ρθει κι Μπαχ. [...]

3. «Ο Άνθρωπος που Έτρεχε Πολύ», σε στίχους Ηλία Κατσούλη και μουσική Μιχάλη Κουμπιού, από το δίσκο τους, με τους Goin’ Trough (Νίκο Βουρλιώτη στη φωνή) και την Σαββέρια Μαργιόλα.

Μεγάλωσε ο Βέγγος μεγαλώσαμε κι εμείς
που τρέχαμε παρέα στην αρχή της διαδρομής.
Με φόντο αναμνήσεις περνάει η ζωή
και ό,τι μας θαμπώνει στο τέλος θα καεί. [..]


4. «Σαν τον Δευκαλίωνα», σε στίχους και μουσική Νικόλα Άσιμου, με τον ίδιο.

Μη με κουτουπώνεις με την Παναγιά
Μέχρι και του Βέγγου έχω τα γυαλιά

5. «Αθήνα», σε στίχους, μουσική κι ερμηνεία των Goin’ Through.

[...]
Ξένε καλωσήρθες, εδώ είναι ο παράδεισος,
όπως της γυναίκας η ψυχή είναι μια άβυσσος,
άβυσσος και δω, ζωή είναι αυτή που κάνω;
Τρέχω απ’ το πρωί σαν τον Βέγγο και δεν φτάνω...
[...]


Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο, εκτός από τη 2η, την 3η, την 4η και την 5η (κατά σειρά) που είναι του Γιώργου Τζερτζίνη. Στην 4η εξ αυτών εκονίζονται ο Βέγγος και ο Κακίσης, ενώ στην 3η ο Κακίσης με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη.

Αθήνα, 9 Μαΐου 2011


Φώτης Μπατσίλας








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου