Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Το Λιμάνι της Χάβρης (Aki Kaurismaki, Le Havre, 2011)




Το Λιμάνι της Χάβρης (Aki Kaurismaki, Le Havre, 2011)

Εκκινώντας απ’ την παραδοχή ότι κάθε γεγονός είναι «ατομικό, μοναδικό κι ανεπανάληπτο», θα μπορούσα να πω, συνακόλουθα, ότι κάθε γεγονός έχει τη δική του αξία, ακόμη κι αν για τους πολλούς είναι παντελώς ασήμαντο κι αδιάφορο, ακόμη κι εάν είναι ένα εξαιρετικό, μεμονωμένο, καθώς λένε, γεγονός. Διότι και το μεμονωμένο γεγονός μπορεί να χρησιμεύσει είτε ως παράδειγμα προς μίμηση είτε ως παράδειγμα προς αποφυγήν και, συνεπώς, υπ’ αυτήν την έννοια, έχει ιδιαίτερη αξία, αρκεί, βεβαίως, να είναι γεγονός πρόσφορο να χρησιμεύσει ως παράδειγμα. Κι αν είναι, έχει καλώς, αν δεν είναι, αφήνουμε το μεμονωμένο γεγονός στη μοίρα του, που, φυσικά, δεν είναι άλλη απ’ τη λήθη…


Όλες οι παραπάνω σκέψεις σχετικά με την αξία των μεμονωμένων γεγονότων μου δημιουργήθηκαν το Σάββατο το βράδυ βγαίνοντας απ’ το ΑΣΤΥ, όπου είδα την τελευταία ταινία του πιο φημισμένου Φινλανδού σκηνοθέτη, του Άκι Καουρισμάκι (Aki Kaurismaki). Μιλώ για «Το Λιμάνι της Χάβρης» (Le Havre, 2011), μια ταινία στην οποία ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει ένα συγκινητικό παραμύθι, μια ιστορία δηλαδή που δεν έχει την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα, όσο αληθοφανώς κι αν παρουσιάζεται, μια ιστορία που, σε κάθε περίπτωση, μόνον ως μεμονωμένο γεγονός μπορεί να αντιμετωπιστεί (κι εκτιμηθεί). Όπως προείπα, το εν λόγω παραμύθι βρίθει συγκινητικών στοιχείων, η αφήγηση αιχμαλωτίζει συναισθηματικά τον θεατή, τον εκβιάζει, τον εξαναγκάζει να είναι με την πλευρά των «καλών ανθρώπων», για να του αποσπάσει εν τέλει τη συγκατάβαση για όλα όσα αυθαίρετα κι ανεδαφικά περιέχει. Το παραμύθι αυτό, για να καταλάβετε τι εννοώ (όσοι δεν είδατε την ταινία), έχει λίγο-πολύ ως εξής:

Ένας σχετικώς ηλικιωμένος άντρας, ο Μαρσέλ Μαρξ (Andre Vilms) ζει με την άρρωστη γυναίκα του Αρλετί (Kati Outinen) και τη σκύλα του Λάικα (Laika) σε μια φτωχογειτονιά του λιμανιού της Χάβρης, και βγάζει τα προς το ζην τους εργαζόμενος ως περιπλανώμενος λούστρος. Μια μέρα συναντάει τυχαία έναν μικρό Αφρικανό παράνομο μετανάστη, τον Ιντρίσσα (Blondin Miguel), ο οποίος ταξίδευε για το Λονδίνο, όπου ζει η μητέρα του, αλλά από σύμπτωση κατέληξε στη Χάβρη, κι ο οποίος αναζητείται από τις Αρχές ως φυγάς. Ο Μαρσέλ αποφασίζει να βοηθήσει τον μικρό να φτάσει στον προορισμό του, το Λονδίνο, και στην προσπάθειά του αυτή βρίσκει συμμάχους όλη τη γειτονιά του (τη φουρνάρισσα, τον μανάβη, την ιδιοκτήτρια του καφέ-μπαρ), πλην ενός κακού (όλα τα παραμύθια έχουν έναν κακό, μην το ξεχνάμε), ο οποίος συνεχώς τους καρφώνει στην Αστυνομία. Ταυτόχρονα, η Αρλετί μεταφέρεται στο νοσοκομείο δίχως ελπίδα επιβίωσης. Μετά από πολλές και διάφορες κωμικές καταστάσεις στην προσπάθεια εξεύρεσης των αναγκαίων χρημάτων (για τα υπέρογκα ναύλα του ταξιδιού), οι «καλοί άνθρωποι» πετυχαίνουν τον στόχο τους και κατορθώνουν να βάλουν τον Ιντρίσσα στο αμπάρι ενός καϊκιού που θα τον μεταφέρει στ’ ανοιχτά, απ’ όπου θα επιβιβαστεί (παράνομα πάλι) σε άλλο πλοίο για το Λονδίνο. Για να πετύχει όμως η προσπάθειά τους χρειάζεται η συνδρομή (ή, αλλιώς, «παράβαση καθήκοντος») του επιθεωρητή της τοπικής Αστυνομίας Μονέ (Jean-Pierre Darroussin), ο οποίος, από λόγους καλοσύνης κι αγάπης και μόνον, κάνει τα στραβά μάτια και φυγαδεύει κατ’ ουσίαν τον μικρό παράνομο μετανάστη. Η καλή πράξη του Μαρσέλ και των γειτόνων του δεν μένει χωρίς ανταπόδοση: θείο θαύμα λαμβάνει χώρα κι Αρλετί… γιατρεύεται κι επιστρέφει σπίτι υγιής, στον άντρα της, τη σκύλα και τη γειτονιά της!

Εάν, λοιπόν, ο Καουρισμάκι, με το παραπάνω παραμύθι, θέλει να μας δείξει τι θα μπορούσε να συμβεί, πού μπορεί να οδηγήσει η καλοσύνη κι η αγάπη του κόσμου, ή να μας διδάξει ότι ειδικώς στο θέμα της παράνομης μετανάστευσης πρέπει να είμαστε καλοί και αλληλέγγυοι με τους μετανάστες, αν θέλει δηλαδή να μας παρουσιάσει κάτι ουτοπικό, ναι, ομολογώ, το πετυχαίνει. Μόνο που το παραμύθι, το μεμονωμένο περιστατικό, που αφηγείται έχει πολλές και σημαντικές ιδιαιτερότητες και δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορο να χρησιμεύσει ως παράδειγμα ούτε στις κοινωνίες του Δυτικού Κόσμου, αλλ’ ούτε, φοβάμαι, και σε μια άλλη, περισσότερο συνειδητοποιημένη κοινωνία. Εξηγούμαι: τι θα συνέβαινε, άραγε, αν την ακριβώς επόμενη ημέρα ο Μαρσέλ ή κάποιος από την ομάδα των καλών συναντούσε όχι έναν αλλά πέντε ή δέκα ή εκατό παράνομους οικονομικούς μετανάστες, οι οποίοι μάλιστα δεν θα ήταν παιδιά με γλυκό κι αθώο προσωπάκι, σαν τον Ιντρίσσα, αλλά ενήλικες που, μάλιστα, δεν θα είχαν στόχο να ταξιδέψουν κάπου αλλού αλλά να μείνουν στη γειτονιά του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται; Τα ίδια ακριβώς που συνέβησαν και με τον Ιντρίσσα; Και πού ακριβώς βρίσκεται το όριο; Κι είναι το όριο αριθμητικό ή ποιοτικό; Συμφωνώ ότι οι μεμονωμένες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν από το άτομο ή μια ομάδα ατόμων, τη γειτονιά, αλλά τι γίνεται με το συνολικό πρόβλημα; Δυστυχώς, η μετανάστευση (και δη αυτό που ονομάζεται «λαθρομετανάστευση») αποτελεί πρόβλημα τέτοιου μεγέθους που μόνο με κρατική παρέμβαση μπορεί να λυθεί (αλλιώς πρέπει να πιστέψουμε ότι η φιλανθρωπία θα λύσει το πρόβλημα της φτώχειας και, συνεπώς, πρέπει να συστρατευθούμε με την… Μαριάννα Βαρδινογιάννη!). Ναι, κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται και να είναι «λαθραίος» (κι εγώ χρησιμοποιώ τη λέξη για να δηλώσω τον παράνομο, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, τρόπου μετακίνησης, κι όχι για να προσβάλω το πρόσωπο των μεταναστών), αυτό όμως προϋποθέτει μια άλλη κοινωνία, μια άλλη οργάνωση των Κρατών, μια ευρύτερη αναδιανομή των πάσης φύσεως «αγαθών», το οποίο όμως δεν εμπεριέχει αναγκαστικά τη δυνατότητα στον κάθε Μαρσέλ ή στον κάθε αστυνομικό επιθεωρητή να επιδείξουν ευγενή συναισθήματα και καλοσύνη, όπως επέδειξαν στην ταινία.


Δεν θα επεκταθώ περισσότερο. Το θέμα είναι τεράστιο και δεν μπορεί να αναλυθεί σε λίγες γραμμές ούτε, δυστυχώς, σε μια ταινία (έστω κι αν ο σκηνοθέτης είναι ο Καουρισμάκι). Κρατώ, λοιπόν, από την ταινία την προσπάθεια του σκηνοθέτη για ένα «μάθημα αγάπης», τα πολύ ωραία τραγούδια που ακούστηκαν και δύο σημαντικές (για διαφορετικούς λόγους) σκηνές:

Σκηνή πρώτη: ενώ έχουμε δει τον Μαρσέλ να εργάζεται όλη την ημέρα ως λούστρος και να καρφώνει συνεχώς τα μάτια του στα παπούτσια των διερχόμενων, και μετά να γυαλίζει τα παπούτσια των ξένων, των πελατών, το βράδυ, στο σπίτι του, η άρρωστη σύζυγός του τού γυαλίζει τα δικά του παπούτσια…

Σκηνή δεύτερη: Ο Τσάνγκ, συνάδελφος του Μαρσέλ, προθυμοποιείται να προσφέρει για τα «ναύλα» του μικρού Ιντρίσσα 200 € που συγκέντρωσε κάνοντας οικονομίες για να αγοράσει ποδήλατο στη μικρούλα κόρη του! Ο Καουρισμάκι μας «χτυπάει» εκεί που πονάμε, εκβιάζει την συγκίνησή μας, αλλά δεν κρατώ αυτό, κρατώ το ότι ο Βιετναμέζος Τσανγκ έχει ήδη εισαχθεί επιτυχώς στον δυτικό τρόπο ζωής και (κυρίως) σκέψης, αυτόν που ο σκηνοθέτης κριτικάρει δια της ίδιας της πράξης του Τσανγκ: θυσιάζει το αγαθό του δυτικού τρόπου ζωής, αφού προηγουμένως στερήθηκε για να το αποκτήσει! Ναι, αυτό, λέγεται και οξύμωρον!

Σημειώνω, τέλος, ότι στο διαφημιστικό φυλλάδιο της ταινίας όπου περιέχεται κρίση της εφημερίδας Los Angeles Times, αλλά και σε πολλές κριτικές της ταινίες Ελλήνων κριτικών (και μη) αναφέρεται ότι η ταινία θυμίζει… Μπάστερ Κήτον! Προφανώς, είτε πρόκειται περί τυφλής αναπαραγωγής ενός «λάθους» ή … «αστείου», είτε κανείς απ’ όλους αυτούς τους κριτικούς (και μη) δεν έχει δει ποτέ του Μπάστερ Κήτον. Εκτός κι αν, πάλι, πιστεύουν ότι ο Μπάστερ Κήτον είναι το ίδιο με τον… Τσάρλι Τσάπλιν, οπότε πάω πάσο!

Αθήνα, 21 Φεβρουαρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου