Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Για μένα, ο Κακίσης...


ΓΙΑ ΜΕΝΑ, Ο ΚΑΚΙΣΗΣ…

Στα 1979, όταν είχαν εκδοθεί Τα Σύρματα, η πρώτη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση, ένας άλλος ποιητής, ο Τάσος Λειβαδίτης έγραφε για «…έναν ποιητή, που αν δεν πέσουν οι κεραυνοί του Δία πάνω του ή δεν εγκλωβιστεί απ’ τις στυγνές απαιτήσεις του καθ’ ημέρα βίου θα έχει, χωρίς καμιά αμφιβολία ένα ποιητικό μέλλον βέβαιο και ευρύ». Διότι, κατά τον Λειβαδίτη, «με την πρώτη του κιόλας συλλογή κατορθώνει αυτό το τόσο δυσκολοαπάντητο (και πάντα με την ωριμότητα κατακτημένο): να ενώσει όλο το ακαθόριστο, ασαφές και ευκίνητο της σύγχρονης ποίησης με ουσιαστικότητες στέρεες, σαν ακρογωνιαίους λίθους ή σαν μικρά θαύματα καθαρότητας και συναισθηματικής πληρότητας. Ο Σωτήρης Κακίσης δεν θέλει απλώς να γράψει. Έχει να πει. Η διαφορά είναι μεγάλη»

«Ο Κακίσης», συνέχιζε ο Λειβαδίτης τότε, «έχει το προτέρημα να εκφράζει τα πιο πολύπλοκα ψυχολογικά προβλήματα μ' έναν πλάγιο τρόπο, μέσα από κάποιο θολό και αόριστο φως, που, ενώ δεν αφαιρεί τίποτε απ' την οξύτητα τους, τους προσδίνει συγχρόνως και μια μαγεία -απαραίτητη για να δημιουργηθεί ο ποιητικός λόγος».

Εγώ όμως τότε τον Κακίση δεν τον ήξερα. Ήταν στα 1984 όταν άκουσα για πρώτη φορά το όνομά του, ήταν το Δεύτερο Πρόγραμμα, ήταν η Σοφία Μιχαλίτση κι ήσαν τα Κόκκινα Πατίνια. Έκτοτε πέρασαν πολλά χρόνια, πολλά πράγματα τα ξέχασα, κι έμαθα άλλα, χρήσιμα κι άχρηστα, το όνομα όμως Σωτήρης Κακίσης δεν το ξέχασα. Και δεν ήταν δυνατόν να το ξεχάσω, διότι το όνομα αυτό το έβρισκα συνεχώς μπροστά μου, στις κάθε είδους καλλιτεχνικές αναζητήσεις μου, σε κάθε μου προσπάθειες να υπερκεράσω το προφανές, να αποφύγω το διαφανές, να ανακαλύψω το αφανές. Και μολονότι τώρα εδώ εγώ μιλώ για τον εαυτό μου, είμαι βέβαιος πως το ίδιο ακριβώς συνέβη και με πολλούς άλλους της γενιάς μου. Κι όταν λέω «γενιά μου», εννοώ όλους αυτούς που γεννηθήκαμε μεταξύ 1965 και 1975, όλους εμάς που δρέψαμε από την εφηβεία μας τους καρπούς της Μεταπολίτευσης, όλους εμάς που στην ιδεολογική αναρχία των καιρών αναζητήσαμε ένα καλλιτεχνικό αποκούμπι, που όμως δεν θα μας χρησίμευε στο μέλλον ως ένα εύχρηστο άλλοθι για τα πάσης φύσεως πνευματικά ατοπήματα ή/και ελλείμματά μας, αλλά θα ήταν αληθινό καταφύγιο, ένας πραγματικός τόπος ανεφοδιασμού για τις μελλοντικές μας μάχες.

Το αποκούμπι αυτό, λοιπόν, ήταν, τουλάχιστον για μένα ο Κακίσης και, αν είναι υπερβολή να πω «μόνο ο Κακίσης», σίγουρα δεν είναι αν πω «κυρίως ο Κακίσης»: νέος ποιητής, με ευρύτητα πνεύματος, μορφωμένος, με βαθειά κι ουσιαστική γνώση της γλώσσας μας σ’ όλες της τις εκδοχές, κυρίως όμως με σπάνιο ένστικτο κι ακόμη πιο σπάνια ικανότητα εντοπισμού των πράγματι σημαντικών, κατόρθωσε από τις πρώτες του κιόλας ποιητικές συλλογές, από τα Σύρματα και την Συσκευή του Νεκρού Ανθρώπου να …προβιβασθεί από ποιητικός σε ποιητή, κατά τη σχετική γι’ αυτόν κάποτε ρήση του Μάνου Χατζιδάκι, και να καταστεί ήδη από πολύ μικρός σημαντικός παράγων των ελληνικών γραμμάτων.

Πώς αλλιώς άλλωστε να χαρακτηριστεί κάποιος, που έχει μεταφράσει επιτυχώς τα άπαντα της Σαπφώς, του Αλκαίου, του Ιππώνακτα, του Ηρώνδα, σημαντικό μέρος της Αρχαίας Ελληνικής Λυρικής Ποίησης εν γένει, ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύει πρωτοποριακή δράση στο χώρο τόσο των εκδόσεων, ως εμπνευστής της σειράς «Πλούσιος Αετός» των εκδόσεων Οδυσσέας μια φορά κι έναν καιρό (όπου εκδίδονται εξαίρετα για τότε και σημαντικά για σήμερα βιβλία), όσο και εκείνον της δημοσιογραφίας, εγκαινιάζοντας έναν άλλο, διαφορετικό κι άγνωστο έως εκείνη τη στιγμή τρόπο συνεντεύξεων, αυτόν που η συνομιλία δεν είναι απλώς μια τεχνική ερωταπαντήσεων, αλλά γίνεται ένα άλλο λογοτεχνικό είδος, το έναυσμα, η αφορμή για μια διαχρονική κι όχι απλώς επίκαιρη αποκάλυψη της προσωπικότητας και της εποχής του δέκτη των ερωτήσεων.

Παράλληλα, βέβαια, όλ’ αυτά τα χρόνια ο Κακίσης δεν παραλείπει να εκδίδει τα ιδιαίτερης χάρης και ύφους σημαντικώτατα ποιήματά του, ενώ δοκιμάζει και εισάγει στο χώρο των ελληνικών βιβλίων έναν νέο υφολογικά τρόπο γραφής κειμένων, ποιητικών πάντα κειμένων, με θεματολογία ετερόκλητη, από Έλβις Πρίσλεϋ και Ρούκουνα έως Χατζιδάκι και Πανούση κι από Πινόκιο και Μαρία Κάλλας έως Μίμη Παπαϊωάννου, αλλά και …ταινίες πορνό ! Το βιβλίο του «Τρόμος στο Κολλέγιο και άλλα Αστυνομικά Δοκίμια», αρέσει-δεν αρέσει σε κάποιους, είναι σίγουρα βιβλίο-σταθμός για τη δεκαετία του ’80 και σηματοδοτεί μια νέα εποχή στο χώρο: μας παρουσιάζει το πολυσυλλεκτικό βιβλίο, με επιμελώς …ατημέλητη θεματολογία, κάτι σαν τα σημερινά μπλογκς, κάτι που σχεδόν αμέσως πολλοί το μιμήθηκαν και σήμερα έχει πια καταστεί σύνηθες.

Και σαν να μην έφταναν όλα τα προηγούμενα, ο Σωτήρης Κακίσης συμμετέχει στη δισκογραφία, στον κινηματογράφο, αλλά και στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο: «Κόκκινα Πατίνια» με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά, σε μουσική Άγγελου Κατσίρη, «Σαπφώ» με την Αλέκα Κανελλίδου, σε μουσική Σπύρου Βλασσόπουλου, «Στη Μέση της Κομπανίας» με την Οπισθοδρομική Κομπανία και την Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Τζέρυ Λούις» με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» με τον Διονύση Σαββόπουλο, «Ανίσχυρα Ψεύδη», «Γλυκόξινο Κρασί», «Δευτέρες στον Μελωδία», «Μυθομανία» στην …ΕΡΑ-σπορ κι άλλα κι άλλα. Και, φυσικά, «Μ’ Αγαπάς;» και «Μια Μέρα τη Νύχτα» με τον σπουδαιότερο Έλληνα κινηματογραφιστή, τον Γιώργο Πανουσόπουλο. (Δεν πρέπει να ξεχάσω ούτε το ερωτικο-πορνογραφικό και δημοφιλέστατο «Οι Ξανθιές Το Γλεντάνε», που έγραψε με το ψευδώνυμο Έλσα Ροζάκη κι έγινε κόμικ σε συνεργασία με τον Πέτρο Ζερβό, ούτε το «Bed Side Stories», που έγραψε ως Δάφνη Φοίβου ο Κακίσης, ούτε τις μεταφράσεις του στα άπαντα του Γούντυ Άλλεν, στον «Αμφίβολο Επισκέπτη» του Γκόρυ, στους «Μύθους για την Εποχή μας» και στο «Άσπρο Ελάφι» του Τζέημς Θέρμπερ).

Θα αναφερθώ, τέλος, και στην πρωτοπορία των διπλών βιβλίων, των βιβλίων δύο όψεων δηλαδή, όπως ακριβώς οι νέες του εδώ ποιητικές συλλογές, που εγκαινιάστηκαν με τα «Παραμύθια σαν Αστεία Άστρα» του Κακίση και την «Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ» του Χρήστου Βακαλόπουλου και συνεχίστηκαν με τον Θέρμπερ, την Έλσα Ροζάκη και τα «Βρωμόλογα απ’ τις Τουαλέτες Γυναικών», παραλείποντας συνειδητά τη σωρεία των λοιπών βιβλίων και δραστηριοτήτων του, για λόγους οικονομίας του χρόνου και μόνον.

Για μένα, λοιπόν, ο Κακίσης, αλλά και για τη γενιά μου, δεν είναι απλώς σημαντικός, δεν είναι απλώς πολύ σημαντικός. Είναι ο άνθρωπος που λόγω και έργω μας έδειξε ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι γραφής, τρόποι που τείνουν να μας οδηγήσουν στην υποχώρηση των λέξεων και των σύνθετων νοημάτων, στην ανάδειξη και υπεροχή των συναισθημάτων. Κι εγώ απόψε, χρησιμοποίησα σωρεία λέξεων, δικών μου και ξένων, επιδιώκοντας ακριβώς αυτό: τα συναισθήματα να μείνουν για τον ποιητή Σωτήρη Κακίση, ως ελάχιστη ανταπόδοση για όλα όσα μας έχει προσφέρει τόσα χρόνια, για τη στήριξη που μας παρέχει αφειδώς, για την αγάπη και τη γενναιοδωρία του, γι’ αυτόν που στήριξε από την αρχή το oxy-moron μου, που αφουγκράστηκε τις «σκόρπιες μου ιδέες», που σε όλα τα αξιόλογα και ανιδιοτελή διαδικτυακά δρώμενα ήταν εκεί, αμέσως, ευχαρίστως κι αφιλοκερδώς.

Ο Κακίσης, δηλαδή, για μένα, μέχρι να τον γνωρίσω, μέχρι να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι και ωσίν, όχι μόνον το εύρος της πνευματικής του συγκρότησης αλλά κυρίως την ευχαρίστηση της καθημερινής συναναστροφής μαζί του, υπήρξε ένα σύμβολο νεανικής, φρέσκιας σκέψης, που σήμερα, μετά από 18 ποιητικές συλλογές και πλειάδα βιβλίων και λοιπών δραστηριοτήτων, με βάζει μαγικά στη θέση ενός κατοίκου «Μισού Νησιού», να αδημονώ, να μην «Βλέπω την Ώρα», επειδή δεν γίνεται ή επειδή δεν μπορώ, αμφίσημα πάντα, αμφίσημα πάντως, διότι είναι δύσκολο να διαπιστώνεις στην πράξη ποιητής τι θα πει… Ο Σωτήρης Κακίσης, ο ποιητής, που απ’ τα μικρά μου χρόνια -πίστεψέ το, αν θέλεις- με δίδαξε ότι, αφού «το παρελθόν χλωμό και άσπρο είναι», εγώ «μες στο παρόν» πρέπει «έγχρωμος να μείνω». Ο Σωτήρης Κακίσης, ο ποιητής, που έχει γίνει μέντορας για μένα, για όλα όσα λέω ιδιωτικώς, και θα μπορούσα να πω και δημοσίως, εάν μπορούσα να μιλήσω «μετά παρρησίας και ακατακρίτως».

Γι’ αυτό δεν θα πω άλλα δικά μου, θα κλείσω όπως ξεκίνησα, πάλι με τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη, στην Αυγή πάλι, δύο χρόνια μετά, στα 1981, όταν είχε εκδοθεί και «Η Συσκευή του Νεκρού Ανθρώπου» του Κακίση: «Ο Κακίσης συνεχίζει πλουτίζοντας με το δεύτερο βιβλίο του την ήδη καλά σχεδιασμένη πορεία του: οι «ήχοι» που χρησιμοποιεί είναι πάντοτε πλάγιοι. Η προσπάθεια να κατακτήσει το θέμα του δεν είναι ποτέ καταμέτωπη, αλλά ψάχνει να βρει την αχίλλειο πτέρνα του, που είναι πάντα μισο-κρυμμένη ή εντελώς κρυμμένη πίσω από μιαν αχλύ, μιαν ομίχλη. Οι σκηνές που διαδραματίζονται στην ποίησή του είναι σαν κοιταγμένες πίσω από ένα χιονισμένο τζάμι -αφήνοντας τη φαντασία να συμπληρώσει τις λεπτομέρειες. Αυτή η «ποιητική» μοιάζει με τεντωμένο σκοινί. Πρέπει συνεχώς ν' ακροβατείς πάνω του. Να σου δίνεται έτσι μια αίσθηση αγωνίας κι επικείμενης καταστροφής. Γενικά, ο Κακίσης γράφει, κι αυτό είναι το σπουδαίο, σαν να μην ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα. Έτσι, δίνει το καλύτερο αποτέλεσμα»…


Φώτης Μπατσίλας.



Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο διάβασα έναν ακριβώς χρόνο πριν, την 1η Μαρτίου 2011, στο ABOUT, κατά την παρουσίαση της τελευταίας διπλής ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Κακίση «Μισό Νησί/Δεν Βλέπω την Ώρα» (εκδόσεις Ερατώ). Λίγες μέρες μετά, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, με φωτογραφίες του Θοδωρή Σκριβάνου, στο διαδικτυακό περιοδικό Βακχικόν (http://www.vakxikon.gr/content/view/801/4678/lang,el/). Οι εδώ φωτογραφίες από την εκδήλωση είναι του Κώστα Μητρόπουλου και δημοσιεύονται για πρώτη φορά, με την άδεια του δημιουργού.  Ποιήματα του Κακίση διάβασαν ο Φοίβος Δεληβοριάς (http://www.vakxikon.gr/content/view/868/3765/lang,el/) και ο ίδιος ο ποιητής:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου