Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση





Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση

Μετά από μία σχετικώς μακρά περίοδο αδράνειας, το oxy-moron συνεχίζει σήμερα τα Μικρά Αφιερώματα παρουσιάζοντας τους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση. Το αφιέρωμα αποτελείται από 7 μέρη και περιλαμβάνει: 1. Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς που διασώθηκε ολόκληρο, σε μετάφραση του Κακίση, που δημοσιεύτηκε το 2005 στη στήλη "Αντίλογος" του περιοδικού "4 Τροχοί", 2. Ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση με τίτλο "Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση", από το βιβλίο του Το Σύμπλεγμα του Κάιν (εκδόσεις Άκμων), 3. Ένα κείμενο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη με τίτλο "Για τη μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Βαρβέρης στα  "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 4. Ένα απόσπασμα κειμένου της Κατερίνας Καρπινάτο, σε μετάφραση Λένας Λυγερού-Russo, με τίτλο "Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής" (Βενετία 2004), 5. Ένα κείμενο του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου με τίτλο "Για τον Αλκαίο του Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Μαρκόπουλος επίσης στα "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 6. Ένα πρόσφατο κείμενο του Χρόνη Μπερτόλη με τίτλο "Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα" και υπότιτλο "Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση", και 7. Τα ποιήματα "Ατθίδα" και "Ανακτόρια" της Σαπφώς στη μετάφραση του Κακίση, όπως διαμορφώθηκαν για τις ανάγκες των τραγουδιών, καθώς και 3 βίντεο των μελοποιημένων από τον Σπύρο Βλασσόπουλο και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και ερμηνευμένων από την Αλέκα Κανελλίδου και την Ελευθερία Αρβανιτάκη ποιημάτων της Σαπφώς, από τους δίσκους "Σαπφώ" (LYRA, 1986) και "Τραγούδια για τους Μήνες" (POLYDOR, 1996). Τέλος, το αφιέρωμα περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό που παραχώρησε στο oxy-moron ο Σωτήρης Κακίσης. Τον ευχαριστώ θερμώς! Απολαύστε το αφιέρωμα:





ΜΕΡΟΣ 1ο


Σαπφώ 2005



Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς σε πανελλήνια πρώτη, μεταφρασμένο από τον ποιητή Σωτήρη Κακίση:


Εσείς, παιδιά, να ψάχνετε της ποίησης τα δώρα
μες στων μουσών τις αγκαλιές, στην ομορφιά της λύρας.


Εμένα πάει, γέρασε το τρυφερό μου δέρμα,
γίνανε άσπρα τα μαλλιά που ήτανε πρώτα μαύρα.


Βάρυνε πια η ψυχούλα μου, τα πόδια δεν βαστάνε,
που στο χορό πετάγανε, λιγνά σαν ελαφάκια.


Στεναχωριέμαι και πονώ. Μα πώς αλλιώς να γίνει;
Ο άνθρωπος είναι θνητός, το ξέρει, θα γεράσει.


Δεν λένε πως τον Τιθωνό η Αυγούλα η ροδοχέρα
ερωτευμένη έκρυψε στην άκρη αυτού του κόσμου,


κι ήτανε νέος κι όμορφος. Μα τσάκισε κι εκείνος
με τον καιρό. Κι ας έζησε μ' αθάνατη γυναίκα.


          Ποιoς είπε ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι «νεκρή»; Ο «Αντίλογος» έχει το προνόμιο να παρουσιάσει ένα νέο ποίημα μιας ποιήτριας που έζησε πριν από... 2.600 χρόνια.
Μέχρι πρόσφατα, εκτός από διάσπαρτα στιχάκια, μόνο τρία ποιήματα της Σαπφώς είχαν σωθεί ολοκληρωμένα. Από το 2004, τα σωθέντα ποιήματα έχουν γίνει τέσσερα! Απόσπασμα από το ποίημα είχε βρεθεί το 1922 σε έναν πάπυρο της «Οξυρρύγχου» στην Αίγυπτο. Το 2004, δύο επιστήμονες, οι Μάικλ Γκρόνγουολντ και Ρόμπερτ Ντάνιελ, ανακοίνωσαν ότι κατάφεραν να αναγνωρίσουν σε έναν πάπυρο στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας νέα αποσπάσματα από ποιήματα της Σαπφώς. Το τέταρτο ποίημα φανερώθηκε από το συνδυασμό των δύο ευρημάτων. 

Το μετάφρασε από τα αρχαία ελληνικά και το παραχώρησε στον «Αντίλογο» ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης, έγκυρος μεταφραστής της Σαπφώς. Το μελοποιεί η συνθέτης Κριστέλλα Δημητρίου, με προοπτική να το εντάξει στο CD «Σαπφώ-Καβάφης». Η φωτογραφία του παπύρου στον οποίο σώζεται απόσπασμα του ποιήματος προέρχεται από την ιντερνετική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, όπου την έχει ανεβάσει ο Χρόνης Μπερτόλης. 

Έρωτας και θνητότητα. Η θεά Ηώ (ή Αυγή) ερωτεύτηκε τον Τιθωνό. Η Ηώ ζήτησε από το Δία να του δώσει αθανασία, αλλά παρέλειψε να ζητήσει και αιώνια νεότητα. Έτσι, ο Τιθωνός γινόταν όλο και πιο γέρος, καταδικασμένος να μην πεθάνει ποτέ. Η Σαπφώ βλέπει στο μύθο τη δική της μοίρα, καθώς γερνά ανάμεσα στον κύκλο των προστατευόμενών της κοριτσιών, που δείχνουν να μη μεγαλώνουν. 

Το ποίημα της Σαπφώς δεν είναι παρά η αρχή. Σημαντικότατα έργα του αρχαίου κόσμου -ανάμεσά τους τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη- που θεωρούνταν χαμένα για πάντα έρχονται πάλι στο φως. Εφαρμόζοντας την υπέρυθρη ανάλυση του φωτός, η «Οξύρρυγχος», μια συλλογή χιλιάδων αρχαίων παπύρων που βρέθηκαν θαμμένοι στην Αίγυπτο, διαβάζεται από την αρχή, αυξάνοντας την αρχαία ελληνική γραμματεία κατά 20%!





ΜΕΡΟΣ 2ο

Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση
(ένα εγκυκλοπαιδικό λήμμα)

Προϊόν εξωφιλολογικού πάθους για την ποίηση, αυτές οι μεταφράσεις οδηγούν τις αντιλήψεις μας σχετικά με την κλασική παράδοση μακριά απ’ την αυστηρή εικόνα που αναπαράγουν διαρκώς οι επιστήμες του κειμένου: εδώ κυριαρχεί απλώς, με δροσερό τρόπο, αυτή η «φιλική επιστροφή του συγγραφέα», για την οποία έγινε, σε άλλες περιπτώσεις, τόσος λόγος. Ο Κακίσης ενδιαφέρεται για κείνη τη χαμένη διαύγεια του συμβολικού με την οποία μπορούν ακόμη να μας πλησιάζουν οι αόρατες χειρονομίες των ανθρώπων που κρύβονται πίσω απ’ τις φράσεις. Ανοίγεται εδώ ένας αινιγματικός χώρος, γεμάτος από κάποιο στοργικό ενδιαφέρον για τους πόθους, τα φετίχ, τις καθημερινές συνήθειες, τις υπεκφυγές, τα πονηρά τεχνάσματα, τη μικρή προσωπική διαλεκτική των υποκειμένων που μιλούν μέσα απ’ αυτή την αποσπασματική λογοτεχνία – των σχημάτων δηλαδή ενός πεπρωμένου τόσο μακρινού ώστε να παραμένει για μας σε κατάσταση αιώνια αναστολής, λογοκριμένο απ’ τις ορθολογιστικές νευρώσεις του φιλόλογου και τον καθωσπρεπισμό του ιστορικού. Σε κάποιο σημείο ο Κακίσης αισθάνεται πολύ κοντά σε κείνα τα ταλαιπωρημένα και υπέροχα πρόσωπα: εκείνο το πλησίασμα, αυτή η αμφίβολη οικειότητα δεν είναι επίμοχθη αλλά φυσιολογική, και παρ’ όλα αυτά, επικίνδυνη, γιατί στις μεταφραστικές αποσκευές που παίρνει μαζί του σ’ αυτό το εκκεντρικό ξεκίνημα δεν θα βρει κανείς τον υπερτροφικό και γεμάτο άγχος σεβασμό προς το δεοντολογικό τέρας που φρουρεί τον ύπνο των φιλολόγων και των πανεπιστημιακών διδασκάλων. Ιδωμένα απ’ την όχθη όχι της μεταφραστικής εκλογής, αλλά μιας μυθικής κοινότητας, τα κείμενα των λυρικών επιστρέφουν στην ποίηση έξω από κάθε σοβαρή πρόθεση, σχεδόν τυχαία. Γίνονται σκόρπιοι ήχοι, προϊόντα μιας ανάλαφρης ώθησης, εξαρτήματα ενός παιγνιδιού, σχήματα που βλασταίνουν δίχως νόημα, λαμπερά και παράδοξα ερείπια (κάποιων γραφτών με ενότητα που όμως δεν υπάρχει πια), μέσα στα οποία ο τωρινός αναγνώστης περιπλανιέται από κέφι ή περιέργεια κι όχι χάρη σε κάποιο μυστηριώδες καθήκον. Φυσικά, η αφέλεια μιας τέτοιας προσέγγισης κοστίζει πολύ ακριβά, κι ο Κακίσης πέφτει θύμα της ποινικοποίησης των μεθόδων: ο δεκαπεντασύλλαβος, η κάπως άνετη μετακίνηση μέσα στα νοήματα, οι ρυθμικές επινοήσεις, θα θεωρηθούν από αρκετούς πράγματα ξένα προς το πνεύμα των κειμένων. Ωστόσο, αυτό το πνεύμα δεν είναι διόλου μια κλειστή φύση, είναι μια διασπορά. Αλλά η τέχνη του Κακίση είναι επίσης μια διασπορά, κι έτσι οι δύο γραφές συγχέονται παράδοξα σε ένα διπλό ξετύλιγμα, στο δίχτυ των σπινθήρων που η γοητεία του δεν έρχεται πάντοτε απ’ τη γλώσσα ή την ακρίβεια, και σχετικά με την οποία η θεωρία της λογοτεχνίας δεν έχει να προσθέσει τίποτα. Ό,τι απομένει είναι ένα καινούριο έργο, μικρές λυρικές παρενθέσεις, επιτύμβια ίσως μιας φωτεινής και κάπως κουρασμένης στοργής για τον άνθρωπο, ψίθυροι, σημειώσεις στο περιθώριο της περιπλάνησης, θραύσματα, γρίφοι, μισόλογα, κομψές επιφυλάξεις, με δυο λόγια τα υλικά μιας μοναξιάς: μυστικές προεκτάσεις των Συρμάτων.
Ευγένιος Αρανίτσης





ΜΕΡΟΣ 3ο

Για τη Μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση

        Ο εκ Μυτιλήνης λυρικός ποιητής Αλκαίος είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τον σύγχρονό μας ποιητή Σωτήρη Κακίση, γι’ αυτό και ο δεύτερος επέπρωτο να μεταφράσει τον πρώτο.
        Τα 4 βασικά στοιχεία του Αλκαίου που παρατηρούνται και στον Κακίση είναι τα εξής:
          α) Ο Αλκαίος ως νέος ήτο ζωηρός, φιλοπαίγμων και φιλόπατρις. Το αυτό και ο Κακίσης.
          β) Ο Αλκαίος ήτο εκ των υπερτιμώντων την αξίαν του πλούτου («χρήματα, χρήματα ανήρ, ουδέν εστί τάλλα πλην ο χρυσός»). Το αυτό και ο Κακίσης, εφ’ ω άλλωστε ήτοι προς πλουτισμόν και μετέφρασε Αλκαίον.
         γ) Ο Αλκαίος ήτο πολεμικώτατος και αντιμετώπισε ως αριστοκρατικός τους δημοκρατικούς εις πλείστας όσας εξεγέρσεις. Επίσης αριστοκρατικός είναι και ο Κακίσης, στασιάζων και εξεγειρόμενος όμως διά μόνης της απομακρύνσεως και της σιωπής.
         δ) Όπως το περιεχόμενον των ποιημάτων του Αλκαίου ήτο ποικίλον και ποικίλη η μετρική μορφή αυτών ούτω συνέβη και με τον Κακίση. Άλλα τα «Σύρματα», άλλο το «Μη με Ζηλεύεις», άλλο «Οι Ξανθές το Γλεντάνε», αλλιώς τα «Μέρη που Χάσανε τη Μαγεία τους»...
        Η μικρή αυτή συγκριτική φιλολογική μελέτη κοινότητος στοιχείων μεταξύ των δύο ποιητών θα μπορούσε να συνεχισθεί επ’ αόριστον ή έστω μέχρι επιπέδου διδακτορικής διατριβής. Για να αποφύγω όμως μια τέτοια χρονική δικτατορική σας διατριβή, σας παραπέμπω στην άλκιμη μετάφραση Αλκαίου υπό του Κακίση. Εκεί όλα αποδεικνύονται.
        Για δε την περίσταση θυμίζω αμετάφραστο ένα γνωμικό του Αλκαίου: «οίνος γαρ ανθρώποις δίοπτρον».

Γιάννης Βαρβέρης




ΜΕΡΟΣ 4ο

Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής

(…) Ο Κακίσης επίσης εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για την πλούσια και ποικίλη μεταφραστική του δραστηριότητα. Ο διάλογός του με τις άλλες γλώσσες, με τη γλώσσα του άλλου, γίνεται ιδιωτικό και προσωπικό όργανο, και είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της πνευματικής του δραστηριότητας. Πράγματι, ο Κακίσης στα κείμενα που μετέφρασε δούλεψε όχι με βάση τους αυστηρούς κανόνες της «φιλολογικώς ορθής» μετάφρασης, μα με βάση τους εξίσου σοβαρούς και ακριβείς κανόνες της γλωσσικής μεσολάβησης, που ο ίδιος επέβαλε στον εαυτό του: επιλέγει να μιλήσει κατά πρόσωπο με τους ποιητές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, χωρίς εκείνο το ιερό δέος και το θρησκευτικό σεβασμό που συχνά κάνει την ανάγνωση των κλασσικών ποιητικών κειμένων άκαμπτη και απολιθωμένη. Πεπεισμένος ότι κρυμμένα πίσω (ή μέσα) στα αποσπάσματα του  Αλκαίου, της Σαπφώς, του Αλκμάνα (και των άλλων ποιητών της αρχαίας Ελλάδας) μπορεί κανείς να διακρίνει και να ανακαλύψει, όχι μόνο τα ίχνη ενός μεγάλου και λατρευτού πολιτισμού, αλλά και τις πάλλουσες από αίμα αρτηρίες, τα στίγματα στο δέρμα και τις συγκινήσεις ανθρώπων που υπήρξαν πραγματικά, με σάρκα και οστά, ο Σωτήρης Κακίσης αποκαλύπτει ό,τι ανθρώπινο μπορεί ακόμα να σωθεί μέσα σ’ εκείνες τις σπασμένες λέξεις, εκείνους τους ακρωτηριασμένους στίχους που στερήθηκαν το  συνολικό τους περιεχόμενο και τη μουσικότητά τους. Από τα ψίχουλα της αρχαίας ελληνικής ποίησης που σώθηκαν μέχρι σήμερα, χάρη στον προσωπικό του εκφραστικό κώδικα, οι ποιητές της αρχαιότητας όχι μόνο αποκτούν φωνή, αλλά αναβιώνουν μέσα από ένα είδος ποιητικής ενσάρκωσης. Οι στίχοι του γίνονται προσωπικές ερμηνείες: όποιος κατηγορήσει τον Κακίση ότι ο Αλκαίος του είναι περισσότερο Κακίσης παρά Αλκαίος, έχει δίκιο και πέτυχε διάνα. Μα ο Κακίσης επιθυμεί να κινείται ακριβώς σε αυτό το είδος της μετάφρασης-εξομοίωσης, της μετάφρασης-ολοκλήρωσης, της μετάφρασης-συγχώνευσης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μεταφράσεις του είναι ποιητικές επανεγγραφές και όχι μεταφράσεις strictu sensu, ποιητικές επανεγγραφές με βάση τις γλωσσικές παραμέτρους που ο Κακίσης επέλεξε και στις οποίες παρέμεινε πιστός σ΄όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του διαδρομής» …΄


Κατερίνα Καρπινάτο
(Βενετία 2004, μετάφραση Λένα Λυγερού-Russo)








ΜΕΡΟΣ 5ο

Αλκαίος του Σωτήρη Κακίση

Ήταν ένα όμορφο βράδυ στα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του ’70, στην «Ώρα» του αξέχαστου Ασαντούρ Μπαχαριάν, όπου πρωτο-ακούγοντας ποιήματα του Σωτήρη Κακίση κατάλαβα πως άλλο ένα χαρισματικό και χυμώδες παιδί είχε ήδη προστεθεί στη μεγάλη παρέα της γενιάς μας, που με αφοπλιστική αθωότητα βιαζόταν να ρουφήξει, διαμιάς λες, την κρυμμένη εκείνη στις πιο απίθανες πτυχές της καθημερινότητάς μας ποίηση.

Και πράγματι. Ο καιρός και τα γραπτά απέδειξαν πως ο Σωτήρης Κακίσης είναι ένας από εκείνους τους ποιητές που διαθέτουν το χάρισμα να κρατούν σε επίπεδα τέτοια τον λόγο τους, έτσι ώστε αυτός να τους βοηθά στο τέλος να προωθούν στην επιφάνεια τα καλύτερα και μόνον στοιχεία της έμπνευσής τους. Το έργο του δεν αποσκοπεί, λοιπόν, παρά να είναι ο χώρος της έκθεσης κάποιων αυστηρά επιλεγμένων ποιητικών του στιγμών, ενώ το ύφος της γραφής του δεν διαπνέεται παρά από τις επιδιώξεις ενός ανθρώπου, που, πάνω απ’ όλα, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην όλη του κειμένου του εμφάνιση και μορφή. Αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ευθύς εξ αρχής ως κλειδί για την προσέγγισή του. Γιατί, μέσα ακριβώς από αυτή την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ο Κακίσης αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα που τον περιστοιχίζουν.

Από τότε, λοιπόν, από την εποχή της «’Ωρας», τα χρόνια πέρασαν. Ο Σωτήρης Κακίσης δοκίμασε τα φτερά του και δοκιμάστηκε στα περισσότερα είδη του Λόγου, όπως άλλωστε όλοι γνωρίζουμε, με ιδιαίτερη επιτυχία. Τα βιβλία του γνώρισαν εκδόσεις και επανεκδόσεις, κέρδισε τη φήμη, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ακόμα κι εκεί που αυτή μοιάζει κρυμμένη. Η εν λόγω προσπάθειά του στάθηκε πολύτιμη και εν προκειμένω, στην απόδοση δηλαδή στα νέα ελληνικά του αρχαίου ποιητή Αλκαίου. Όπου η πλαστικότητα στην έκφραση κυριαρχεί, χωρίς παράλληλα να μειώνεται η φιλολογική εγκυρότητα, και όπου το αποτέλεσμα προβάλλει υπέροχο.

Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ποιητής εξαίρετος. Δεν μετράει τις λέξεις με το υποδεκάμετρο, αλλά η ποιητική φωνή του, η γλώσσα αυτή των πουλιών η μυστηριώδης, οδηγεί τις λέξεις αυτόματα στη σωστή τους θέση, σαν από θαύμα. Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ξέρει να ανασύρει τη μαγεία των στίχων, ξέρει να ξαναφωτίζει τις εικόνες αποφασιστικά, να υποψιάζεται πάντα σωστά το αρχαίο μέτρο, που είναι ίδιο στην ουσία του με το νέο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει πάντα εντός του ένα κρυφό καμπανάκι, δώρο της φύσης, που όταν κάτι του ξεφεύγει, αυτό τον επαναφέρει, του δείχνει πώς να επαναφορτίσει το συναίσθημα. Έτσι βρίσκει την κεκοιμημένη ένταση του αρχικού ποιήματος, τα αποσπάσματα ξαφνικά αποκτούν συνοχή και αυθυπαρξία, τα σπαράγματα ξαναϋψώνονται και βαδίζουν πάλι στο δρόμο όπου συναντούν στην ψυχή μας μέσα τον χαμένο τους αδελφό, το ταίρι τους, αυτές οι θυελλώδεις στιγμές του παρελθόντος μας: τη συνέχεια δηλαδή και της Ελλάδας εκείνης σήμερα.


Γιώργος Μαρκόπουλος





ΜΕΡΟΣ 6ο

Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα
-ή Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση

Λατρεύω τους αθλητές.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Τους ποιητές, αντίθετα, τους απεχθάνομαι.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Ομολογώ ότι τα κριτήριά μου είναι πολύ επιφανειακά, δηλαδή είμαι φυσιογνωμιστής.  Όλα αυτά που λένε, ότι ο άνθρωπος έχει βάθος: μπούρδες.  Όλα στην επιφάνεια είναι, αρκεί να είσαι καλός φυσιογνωμιστής. 

Που λέτε, κυρ-ποετάστροι, θα σας πω ένα μυστικό και θα σας το πω ελλειπτικά, ποιητικά καταπώς βαυκαλίζεστε: δεν.  ΔΕΝ.  Τα Ελληνικά είναι βαριά βαλίτσα και σεις, δενΔεν κάνετε την ίδια δουλειά.  Δεν παίζετε στην ίδια θέση.  Να το πω πιο αργκό: αυτός είναι τήδε και σεις κακείσε.  Γκέγκε;

Είναι βαριά τα Ελληνικά και δεν τα σηκώνεις εύκολα, ειδικά αν ξέρεις τι έχει μέσα η βαλίτσα, τον Αλκαίο, τον Ιππώνακτα, τον Αρχίλοχο και της Σαπφώς τα μάτια.  Ν’ αναμετρηθείς με δαύτους, δεν γίνεται.  Πολλώ μάλλον αν δεν τους έχεις καν υπόψη σου, κυρ-ποετάστροι, και σεις, -το ξανάπα- δεν.  Μα, θα πείτε, αυτά είναι των φιλολόγων.  Όχι.  Δεν!  Δεν είναι των φιλολόγων και εκτός αυτού στην Ελλάδα έχουμε και αυτό το πρόβλημα (ή, ίσως, μόνον αυτό το πρόβλημα): οι χειρότεροι φιλόλογοι είναι οι φιλόλογοι.  Άρα, εάν το άλας μωρανθή, τίνι αρτυθήσεται? 

Γράφει, που λέτε, ο Σ.Κ., πλην όμως αυτά που γράφει ποιήματα δεν μοιάζουν.  Δεν έχουν στιχάκια, not even of any kind.  Δεν έχουν ρίμες, δεν έχουν καν μια ατάκα να την πάρει ο λαός και να την τραγουδήσει.  Παράξενα είναι.  Κάτι σαν μικρο-πεζά, αλλά ούτε πεζά τα λες.  Ούτε έχουν κάτι να δώσουν, πάρα μόνο να πάρουν, να σου πάρουν, αναγνώστα παντογνώστα.  Σε ψάχνουν, σε ξεψαχνίζουν και μετά σπλαχνίζονται τα σπλάχνα σου, αν έχεις.  Που συνήθως δεν έχεις.  Τελικά τα ποιήματά του είναι αποίητα, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, σχεδόν τίποτα, α! βρήκα τη λέξη που έψαχνα:  μικρο-τίποτα.  Les Petits Riens.  Αλλέγκρο, λάργκο, ανταντίνo, λαργκέτo και γκαβότα. 

Υπάρχει ένα ποίημα που η Σαπφώ δεν έγραψε ποτέ.  Μας παραδόθηκε κάπως έτσι:

ν δ’ δωρ ψχρον κελάδει δι’ σδων
μαλίνων, αθυσσομένων δ φύλλων,
κμα κατάρρει

Διότι από χαρτιά σβησμένα, σκισμένα, σαπισμένα, σκωροφαγωμένα, μισοκαμμένα τα διαβάζουμε αυτά και τις στάχτες βάζουμε στη σειρά μία-μία, να βγάλουμε άκρη.  Δεν το έγραψε έτσι η Σαπφώ.  Έχει κι άλλα κομμάτια που χάθηκαν, μερικά ίσως για πάντα, κι άλλα που βρήκαμε μετά.  Ου φροντίς.  Ο Σ.Κ. πήρε όσες στάχτες είχαμε, τις κοιλοπόνεσε και τις ξαναγέννησε.  Είπαμε, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα:

νεράκι γύρω κελαηδά περνώντας παγωμένο
απ’ τα κλωνάρια της μηλιάς κι όπως θροΐζουν πάνω
τα φύλλα, κάτω ένας βαθύς ύπνος αργοκυλάει.

Εγώ τη συνέχεια την ξέρω απέξω.  Νεράκι την ξέρω.  Να σας την πω;

λαφροΐσκιωτε καλέ, γι πς πόψε τί δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρ
ς ποσς γς, ορανς κα θάλασσα ν πνένε,
Ο
δ᾿ σο κάν᾿ μέλισσα κοντ στ λουλουδάκι,
Γύρου σ
κάτι τάραχο π᾿ σπρίζει μς στ λίμνη,
Μονάχο
νακατώθηκε τ στρογγυλ φεγγάρι,
Κι
᾿ μορφη βγαίνει κορασι ντυμένη μ τ φς του.

Την Ανακτορία εννοεί.  Μην είμαι ιερόσυλος, κυρ-ποετάστροι;  Μπορεί και να ’μαι.  Ου φροντίς.  Δεν θα το κρίνετε σεις αυτό.


Χρόνης Μπερτόλης
(27-3-2012)






ΜΕΡΟΣ 7ο


ΣΑΠΦώ,
ΑΝΑΚΤόΡΙΑ

Εγώ νομίζω πως εδώ, σ' αυτή τη γη τη μαύρη
εκείνο είν' ομορφότερο, ό,τι ποθεί καθένας.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Εύκολη, πολύ εύκολη είν' η καρδιά του ανθρώπου
και θέλει να 'χει στη στιγμή ό,τι ο νους του βάζει.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Την Ανακτόρια μου, λοιπόν, θυμήθηκα που λείπει,
το αγαπημένο βήμα της 'πεθύμησα, κι ακόμα
τη λάμψη πάλι να 'βλεπα που έχει το πρόσωπό της,
παρά τα όπλα των Λυδών, τ' άρματα και τις μάχες.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ





ΣΑΠΦώ,
ΑΤΘίΔΑ

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.

Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ' το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.

Πάει καιρός που κάποτε σ' αγάπησα, Ατθίδα,
μα τότε μου 'μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης,
απ' όλα το καλύτερο εσύ 'σαι το αστέρι.

Μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ.



ΣΑΠΦώ, 3 βίντεο (Συγκριτική Μελέτη, Ανακτόρια, Ατθίδα):









Υ.Γ.: (Όλα τα υπόλοιπα βίντεο του δίσκου ΣΑΠΦΩ μπορείτε να τα δείτε στο κανάλι του youtube: ffotis18). Επίσης, στις φωτογραφίες κατά σειρά: 1. Σαπφώ 2005 (Αντίλογος, 4 Τροχοί),  2. Σαπφώ (εξώφυλλο δίσκου), 3. Σαπφώ με τα γράμματα του Κακίση, 4. Αλκαίος, Κακίσης, Χουλιαράς (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Νεφέλη), 5. IL CASO DI SOTIRIS KAKISIS, 6. Σαπφώ, Κακίσης, Φασιανός (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Ερατώ), 7. Ο Στέφανος Κουμανούδης στον Σωτήρη Κακίση, 8. Ανάγνωση της Σαπφώς του Κακίση σε Ιταλικό Γυμνάσιο της Νάπολης, 2011, 9. Σαπφώ, 5η έκδοση, Κέδρος, 10. Σωτήρης Κακίσης, Ηριδανός (φωτό Τζων Σαμέλλας).






Αθήνα, 22 Απριλίου 2012


(και για την αντιγραφή)
Φώτης Μπατσίλας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου