Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ (Henri-Georges Clouzot, The wages of fear ή Le salaire de la peur – 1953)



  
  Το μεροκάματο του τρόμου. Τρόμου για την ίδια τη ζωή, στο επόμενο λεπτό, την επόμενη στιγμή ίσως. Τρόμος για ένα μεροκάματο μόλις, ένα μεροκάματο όμως που σημαίνει πολλά, κλειδί σε μια πόρτα κλειστή, εισιτήριο για ένα ταξίδι, ταξίδι επιστροφής στην πατρίδα, φυγής από έναν τόπο που μοιάζει φυλακή, που είναι κόλαση. Μια χούφτα άντρες, ρεμάλια κι αλήτες, ξένοι σε ξένη χώρα, δίχως σπίτι, δίχως προοπτική, άνεργοι και μπατίρηδες, μια γκαζόζα στα τέσσερα, μια ελπίδα στα τέσσερα, άχθος αρούρης, που λένε, σε χώρα της Λατινικής Αμερικής, εκείνης της παλιάς, δεκαετία του ’50, λάσπες κι απόνερα, κι αρρώστιες κάθε είδους, και έντομα πολλά, καταραμένη φτώχεια για όλους, και δίπλα ακριβώς οι αμερικανικές πετρελαιοπηγές, Southern Oil Company, SOC, σκέτο σοκ δηλαδή, εργατικά ατυχήματα, θυμός και γκρίνια, αλλά τέλμα, δυστυχώς. Πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος για να ξεφύγει απ’ την κόλαση, που η τύχη, αδιάφορο ποια ακριβώς, τον έριξε τόσο σκληρά; Τί μπορεί να κάνει; Πόσο μπορεί να ρισκάρει ο απελπισμένος για να υπηρετήσει το όνειρο της φυγής; Δεν υπάρχουν όρια! Η πετρελαϊκή εταιρεία θέλει 4 άντρες να μεταφέρουν με δυο φορτηγά ένα τεράστιο φορτίο νιτρογλυκερίνης, σε μια απόσταση πάνω από 300 χιλιόμετρα, σ’ έναν όμως κακοτράχαλο δρόμο, γεμάτο λακκούβες και κάθε είδους παγίδες. Ένα λάθος, ένας απλός κραδασμός του φορτηγού μπορεί, φυσικά, να φέρει την καταστροφή, να εκτινάξει το φορτίο μαζί με το πλήρωμα του φορτηγού. Κι όμως, πολλοί θέλουν ν’ αναλάβουν την αποστολή, να πάρουν το μεροκάματο, κι ας είναι του τρόμου, να αρπάξουν απ’ τα μαλλιά την ευκαιρία, 2.000 δολάρια, το εισιτήριο εξόδου απ’ την κόλαση, γι’ αυτό και ένας που δεν πήρε τη θέση άφησε ένα γράμμα στη μάνα του και κρεμάστηκε. Τη θέση στον ήλιο την κερδίζουν ο Μάριο (Yves Montand), ο Τζο (Charles Vanel), ο Λουίτζι (Folco Lulli) κι ο ξανθός ο Μπίμπα (Peter van Eyk). Όσοι έκαναν αυτή τη δουλειά δεν γύρισαν πίσω, όμως τα χρήματα είναι πολλά κι η καθημερινότητα ανυπόφορη. Μην πας, Μάριο, θα σκοτωθείς, ουρλιάζει η Λίντια (Vera Clouzot) που τον αγαπάει. Σκαρφαλώνει στο παράθυρο του φορτηγού και ξεσπάει σε λυγμούς: «αγάπη μου, τι έκανες; Θα έκανα τα πάντα για σένα, θα σκότωνα, θα λήστευα… Σε μισώ». Κι ο Μάριο, ανοίγει την πόρτα και την πετάει στο έδαφος, κι είναι σαν να πετάει στο έδαφος την παλιά του ζωή, σα να γαντζώνεται απερίσπαστος στην ελπίδα…


  Το ταξίδι των τεσσάρων ξεκινάει, ο Μάριο με τον Τζο, ο Λουίτζι με τον Μπίμπα, ταξίδι κυριολεκτικά φοβερό και τρομερό, και συνάμα αποκαλυπτικό του χαρακτήρα όλων, της δειλίας ή της ανδρείας, της ευαισθησίας ή της σκληρότητας, της συντροφικότητάς όλων. Πολλά τα εμπόδια, αγωνία συνεχής, το λάθος κι ο κίνδυνος καραδοκούν, όλα τα φοβούνται, όλα τα ξεπερνούν, κι ας φτάνουν στα όριά τους, κι ας μην ξέρουν τι τους περιμένει παρακάτω. Ένας βράχος στο δρόμο, τον ανατινάζει ο επιδέξιος Μπίμπα, όλα πήγαν καλά, μπροστά ο Λουίτζι με τον Μπίμπα, ξεθάρρεψε μέχρι κι ο Τζο, ώσπου… μια έκρηξη, τόσο απλά, μια έκρηξη μπροστά τους, πάνε ο Λουίτζι κι ο Μπίμπα, πάνε…


  Μια λίμνη από λάσπη, απροσπέλαστη, δύσκολη, ο Τζο μπροστά πεζός, ο Μάριο στο τιμόνι, δεν πρέπει να σταματήσει, αλλιώς κόλλησαν, χάθηκαν, κι όμως ο Τζο κολλάει, το φορτηγό του πατάει το πόδι, τι άλλο να ’κανε ο Μάριο, κατορθώνει και ξεκολλάει το φορτηγό, μαζεύει τον Τζο, τον παίρνει μαζί, μ’ αυτός ξεψυχάει μες στο φορτηγό, στην αγκαλιά του.


  Ο Μάριο, μόνος απ’ τους τέσσερεις, φέρνει σε πέρας την αποστολή, «μοιάζει σαν νεκρός», λένε, αλλά συνέρχεται και του δίνουν 4.000 δολλάρια, έτσι είναι το σωστό και το δίκαιο. Τώρα γυρίζει μόνος, κι η Λίντια που έχει μάθει τα νέα χορεύει χαρούμενη, κι αυτός με το φορτηγό χορεύουν, ζιγκ-ζαγκ, κάτι σαν βαλς, σαν ταγκό ίσως, δεν έχει σημασία, επιστρέφει, κέρδισε, κέρδισε, χορεύει, Θεέ μου, μια στροφή, δεν προσέχει, Θεέ μου, το φορτηγό πέφτει στο γκρεμό, καταστρέφεται… τέλος!


  Το μεροκάματο του τρόμου (The wages of fear ή Le salaire de la peur – 1953) του Γάλλου σκηνοθέτη Ανρί Ζορζ Κλουζό (Henri-Georges Clouzot, 1907-1977), λοιπόν, λίγο πριν τις Διαβολογυναίκες, λίγο μετά το Μανόν, ωδή στη ματαιότητα, σπουδή στην απελπισία, κάτι μεταξύ νεορεαλισμού και γερμανικού εξπρεσιονισμού, στις παρυφές του νουάρ, ίσως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι η ταινία που μου ’ρχεται στο μυαλό κάθε φορά που περπατώ στους δρόμους της Αθήνας και βλέπω, όλο και πιο συχνά πια, τους απελπισμένους άστεγους και πεινασμένους, τους νέο-άθλιους των Αθηνών, αυτούς που ούτε κι οι ίδιοι δεν ξέρουν πια μπορούν να φτάσουν, τι μπορεί να κάνουν, όπως οι τέσσερεις ήρωες της ταινίας, ακριβώς…

Αθήνα, 28 Μαΐου 2012
Φώτης Μπατσίλας



1 σχόλιο:

  1. Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
    αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
    αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
    αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

    Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
    σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
    σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
    σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
    O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
    Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέ-
    στη του ήλιου.
    H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
    Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
    Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
    πάνου απ' την πίκρα τους.
    Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
    μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
    σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
    (για την αντιγραφη Η.Β )
    Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
    το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
    το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
    έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
    κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
    σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή