Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 6, 10:30 p.m. Summer (1966, Jules Dassin)



10:30 p.m. Summer (Δέκα και Μισή Καλοκαίρι Βράδυ, 1966), με τους Μελίνα Μερκούρη, Peter Finch και Romy Schneider.


Δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ, η ομότιτλη νουβέλα της Μάργκεριτ Ντυράς (Οδυσσέας 1982, μτφρ. Τατιάνας Τσαλίκη – Μηλιώνη – Marguerite Duras, Dix Heures Et Demie Du Soir En Ete, Gallimard 1960), μια γλυκειά ιστορία καταστροφής, απιστίες που συνέβησαν και θα συμβούν, σε μια επαρχιακή πόλη της Ισπανίας, στο δρόμο για την Μαδρίτη, το τέλος της αγάπης, η μετάλλαξή της, η μεταβίβασή της ή απλώς η παύση της, κι όλα αυτά σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα, σ’ ένα υπαινικτικό πλαίσιο, ένα βράδυ, δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ. Λίγα χρόνια μετά, η ίδια η Ντυράς σε συνεργασία με τον Ζυλ Ντασσέν μετέγραψαν τη νουβέλα σε σενάριο κι έτσι γυρίστηκε η ταινία «10:30 p.m. Summer» (1966) με την Μελίνα Μερκούρη, τον Peter Finch και την Romy Schneider.

Η νεαρή, όμορφη και θελκτική Κλαίρη (Ρόμυ Σνάιντερ - Κλερ, στην ταινία), ο Πιέρ (Πήτερ Φιντς - Πωλ στην ταινία), η σύζυγός του Μαρία (Μελίνα) και η μικρή τους κόρη Ζουντίθ (ή Ζούντιθ στην ταινία) ταξιδεύουν από τη Γαλλία προς την Μαδρίτη. Μια καλοκαιρινή θύελλα τους εξαναγκάζει να μείνουν σε μια επαρχιακή πόλη. Η ζέστη είναι αφόρητη κι η ατμόσφαιρα πνιγηρή, γίνεται όμως ακόμα πιο αβάσταχτη λόγω ενός εγκλήματος που έχει γίνει λίγο πριν. Πρόκειται για ένα έγκλημα πάθους: ο Ροντρίγκο Παέστρα (ή Παλέστρα στην ταινία), ένας ντόπιος νεαρός άντρας, έπιασε τη δεκαεννιάχρονη σύζυγό του, την οποία είχε παντρευτεί μόλις προ έξι μηνών, να κάνει έρωτα μ’ έναν άλλο άντρα. Τους σκότωσε και τους δυο επί τόπου και τώρα αναζητείται από την τοπική αστυνομία. Ποιος ευθύνεται για το έγκλημα; Ο απατημένος σύζυγος; Η νεαρή σύζυγος που προκάλεσε τον εραστή και ήθελε να έχει όλους τους άντρες της πόλης; Ή, μήπως, ο εραστής που ενέδωσε στο ερωτικό κάλεσμα της νεαρής γυναίκας; Όλοι βλέπουν με συμπάθεια τον δολοφόνο, το ίδιο κι η Μαρία, που πίνει τη μια μαντζανίλα μετά την άλλη, αλκοολική σε προχωρημένο στάδιο, και θέλει να εντάξει την ιστορία του Ροντρίγκο Παέστρα στη δική της ιστορία, στη σχέση της με τον Πωλ, που κορυφώθηκε σ’ ένα ταξίδι τους στη Βερόνα και μετά πήρε την κατιούσα, κατέληξε στο πιοτό και, ναι, στην παρουσία της Κλαίρης, στην αναγκαιότητα της παρουσίας της Κλαίρης, και σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί μεταξύ του άντρα της και της νεαρής γυναίκας, και που το περιμένει σαν έτοιμη από καιρό, σαν έτοιμη από ποτέ, δηλαδή, διότι κανείς, όσο κι αν το προσπαθήσει, δεν μπορεί να προετοιμαστεί για την επερχόμενη απιστία, ακόμα κι αν αυτή φαντάζει αναγκαία σε βαθμό… επιδίωξης. Το ίδιο βράδυ, στις δέκα και μισή, οι φόβοι της κι οι πόθοι της μαζί επιβεβαιώνονται πλήρως: λίγο πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί, βρίσκει σ’ ένα διάδρομο ένα μπουκάλι, κονιάκ η κρασί, το παίρνει και βγαίνει σ’ ένα μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Είναι μεθυσμένη, κάνει αφόρητη ζέστη και βρέχει δυνατά. Σ’ ένα άλλο μπαλκόνι βλέπει τον Πωλ και την Κλαίρη να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται με πάθος. Η καταιγίδα έχει κοπάσει, μια άλλη καταιγίδα όμως προμηνύεται, πιο έντονη και πιο διαρκής. Λες και το απολαμβάνει, λες κι υποφέρει αφόρητα, κλαίει και γελάει μαζί. Και τότε, την ίδια ακριβώς ώρα, εντοπίζει τον Ροντρίγκο Παέστρα κουρνιασμένο δίπλα σε μια καμινάδα στην απέναντι στέγη. Τον καλεί και κατορθώνει να τον βγάλει απ’ την κρυψώνα του. Δίχως να την αντιληφθεί κανείς, τον παίρνει με το αυτοκίνητό της, τον μεταφέρει έξω από την πόλη. Σταματάει το αυτοκίνητο, τον κοιτάζει με λαχτάρα και τρυφερότητα, του βάζει στο στόμα ένα τσιγάρο. Εκείνος κρυώνει κι αυτή αντικαθιστά το τσιγάρο μ’ ένα πλακέ μπουκάλι κονιάκ, ενώ τον σκεπάζει με μια καρό κουβέρτα. Του χαϊδεύει με τα ακροδάχτυλά της το πρόσωπο, τρυφερά, αργά, κι εκείνος ηρεμεί και κοιμάται. Τον παρακολουθεί να κοιμάται για ώρα, ώς την αυγή. Τότε τον ξυπνάει και τον κρύβει σε κάτι χαλάσματα σ’ ένα σιτοχώραφο, δίνοντάς του την υπόσχεση ότι το μεσημέρι θα περάσει να τον πάρει. Μιλάει στους άλλους και κρατάει την υπόσχεσή της, ο Ροντρίγκο Παέστρα όμως δεν την περίμενε, δεν ήθελε να σωθεί, δεν ήξερε τι νόημα είχε να σωθεί τώρα που η αγαπημένη του απεδείχθη άπιστη, κι ίσως δεν μπορούσε άλλη ν’ αγαπήσει, κι έτσι έδωσε τέρμα στη ζωή του, με το ίδιο πιστόλι που σκότωσε και τους δυο εραστές. Το ίδιο βράδυ, ο έρωτας του Πωλ και της Κλαίρης ολοκληρώνεται. Έτσι, ολοκληρώθηκε κι η ιστορία της Μαρίας, της αλκοολικής Μαρίας, και του Πωλ: δεν κατόρθωσε να σώσει τον Ροντρίγκο Παέστρα, αν και το ήθελε, δεν κατόρθωσε να σώσει και τη σχέση της, αν και το ήθελε κι αυτό. Έγινε όμως αλκοολική και δεν έχει τη γενναιότητα του Ροντρίγκο Παέστρα να δώσει μια λύση. Έτσι, παραμένει ο τρίτος πόλος μια σχέσης, το τραγικό τέλος μιας ερωτικής ιστορίας και το έναυσμα για την αρχή μιας άλλη. Το βιβλίο τελειώνει με μια κοινή διασκέδαση και των τριών, ένα φλαμένκο πάρτυ, μια διαιώνιση του τρίπολου, του τέλματος, της παγίδευσης της Μαρίας μέσα στο ίδιο της το παιχνίδι. Στην ταινία περιέχεται μία ακόμη σκηνή: ο Πωλ κι η Κλερ ψάχνουν την Μαρία στους δρόμους της Μαδρίτης, ενώ η κάμερα σηκώνεται σιγά-σιγά, δείχνει την πόλη από ψηλά, τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια, τις στέγες των σπιτιών, σαν αυτές που έκρυψαν τον Ροντρίγκο Παέστρα, σαν αυτές που έθαψαν για πάντα τις ελπίδες της Μαρίας, λίγο πριν πει στον Πωλ «Τελείωσε, δεν σε αγαπώ πια…».


Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. : Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε πριν από λίγο καιρό στο site eranistis.net, στη στήλη ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΙΝΑΙ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ..., ως 6ο επεισόδιο με τίτλο ΔΕΚΑ ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΒΡΑΔΥ

3 σχόλια: