Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΔΥΑ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ FERIALE, ΣΤΟ 50ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ήταν ένα δύσκολο πρωινό. Δεν ξέρω τι έφταιγε, πάντως δεν έφταιγε η προηγούμενη βραδυά στο Feriale. Ο Ίκαρος, βέβαια, αυτός ο διαφθορέας, μας ξεγέλασε και μας μάζεψε όλους στο Feriale και, άκουσον-άκουσον!, μας έβαλε και ακούσαμε παλιές εκπομπές του Χρήστου Βακαλόπουλου στο ραδιόφωνο, μας εξανάγκασε και τραγουδήσαμε τα τραγούδια που ο Χρήστος γούσταρε, μας προέτρεψε αθεμίτως και λικνιστήκαμε με τα τραγούδια αυτά και, κρατηθείτε, με τρομοκρατικές μεθόδους μας υποχρέωσε και διαβάσαμε αγαπημένα αποσπάσματα από τα γραπτά του Βακαλόπουλου. Στην προσπάθειά μας να ξεφύγουμε καλέσαμε την αστυνομία, η οποία ήρθε ακαριαία, περικύκλωσε το χώρο, αλλά δεν επενέβη διότι ο Ίκαρος, ο σκοτεινός αυτός άνθρωπος, αυτός ο άνθρωπος αυτός, χρησιμοποίησε ακαθόριστες δυνάμεις και απέτρεψε την επέμβαση. Ο Ίκαρος, λοιπόν, η Ελεάννα, εγώ, ο Παναγιώτης, ο Κώστας και η Σάντυ, ο Μιχάλης, ο άλλος Παναγιώτης με την Κατερίνα και κάποιοι άλλοι, το όνομα των οποίων μου διαφεύγει, μείναμε κλεισμένοι (φυλακισμένοι δηλαδή) στο χώρο και νομίσαμε ότι απολαύσαμε την «πρώτη βραδυά Βακαλόπουλου». Γύρω στις 12:30 όμως απελευθερωθήκαμε κι έτσι τα προεόρτια της ανόδου μας στη Θεσσαλονίκη, όσο εντυπωσιακά και εάν ήταν, έλαβαν τέλος. Το βλέμμα της ισχυρής αστυνομικής παρουσίας μας ακολούθησε μέχρι τα σπίτια μας κι έτσι πέσαμε για ύπνο όντες σίγουροι ότι οι Χρυσοχοΐδιες Δυνάμεις ξαγρυπνούν. Αλλά δεν έφταιγαν όλα αυτά για το δύσκολο πρωινό. Κι ούτε οι μετρίας εμφανίσεως αεροσυνοδοί της Ολυμπιακής (που, μάλιστα, οδήγησαν κάποιους αναιδείς νεαρούς συνεπιβάτες μας να αποκαλούν τον κ. Βγενόπουλο «σαβούρη»). Ούτε, τέλος, η αποχή των «κινηματογραφιστών στην ομίχλη» που συνέβαλε ώστε οι ανταποκρίσεις του Τύπου να είναι του τύπου «μην έρχεστε, δε λέει χωρίς Έλληνες». Κάτι άλλο έφταιγε … ένα προαίσθημα, κάτι περίεργο, κάτι ασαφές…
Το βράδυ της Παρασκευής, ώρα 23:00, στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ, τα μάγια λύθηκαν. Ο Δημήτρης Κολλάτος, ο κινηματογραφιστής που κατάφερε και βγήκε από την ομίχλη και έφτασε ασθμαίνοντας στη Θεσσαλονίκη, δίχως ταινία σε φιλμ, πλην σαν έτοιμος από καιρό, παρουσίασε τη νέα του ταινία Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΛΙΕ και έδωσε σαφέστατη απάντηση στο σφίξιμο όλης της ημέρας, στη δυσκολία του περασμένου πρωινού (που στον συνοδοιπόρο μου Παναγιώτη εκφράστηκε με αδυναμία εκπλήρωσης των καθηκόντων του εντός της τουαλέττας, παρά το ανελέητο σφίξιμο). Ανέβαινα στο φεστιβάλ για πολλοστή φορά κι όλες τις φορές ως θεατής, ως έχων το άγχος της κουλτούρας, που έλεγε παλαιότερα κι ο εκδότης κ. Τσαγκαρουσιάνος, αλλά, τώρα όλα ήταν ξεκάθαρα: Στο φεστιβάλ έπρεπε να ανεβαίνω όλα αυτά τα χρόνια, τιμή και δόξη, ως σκηνοθέτης κι όχι ως απλός θεατής! Ναι, κύριοι, αποκρούω μετά βδελυγμίας τα απαράδεκτα επιχειρήματά σας ότι δεν έχω δει ποτέ μου κάμερα, ότι δεν ξέρω από σκηνοθετικές τακτικές, ότι δεν ξέρω τίποτα απολύτως. Θα έπρεπε όλοι σας σήμερα να με αναγνωρίζετε ως μεγάλο σκηνοθέτη. Διότι είμαι σκηνοθέτης (όχι, δεν κάνω χρήση του «Είμαστε όλοι κινηματογραφιστές» του Βακαλόπουλου. Αυτό θα το χρησιμοποιήσω σε άλλη στιγμή). Είμαι σκηνοθέτης, αφού σήμερα ο πάσα ένας, μικρός ή μεγάλος είναι αδιάφορο, μπορεί να πάρει μια κάμερα και να κινηματογραφήσει .ό,τι να ’ναι! Και μετά να ζητήσει μία χρηματοδότηση από το ΕΚΚ. Κι αν την πάρει, όλα καλά. Την τρώει ώσπου να τελειώσει και μετά … άλλη ταινία !!! Κι αν δεν την πάρει, αφήνει απλήρωτους όλους τους συντελεστές και βρίζει το Κέντρο. Και μετά … άλλη ταινία (δε μπορεί, κάποτε θα κάτσει)… Ο Κολλάτος, λοιπόν, προ της προβολής, ανέγνωσε λίστα όλων όσων επιχορηγήθηκαν από το κέντρο κινηματογράφου. Άκουσα με φρίκη ότι «κάποιος Οικονομίδης» (sic) πήρε ένα αρκετά μεγάλο ποσό για μία ταινία υπό τον τρομακτικό τίτλο «Μαχαιροβγάλτης». Άκουσα κι άλλα ονόματα, αλλά η σκέψη μου είχε σταματήσει. Ο Κολλάτος ζήτησε εξ αρχής να υπογράψουμε όλοι ένα έγγραφο (κάτι σαν αίτηση – έκκληση) ώστε να υιοθετηθεί από την οικογένεια Βούλγαρη (Παντελή, Αλέξανδρο, Κατερίνα και Ιωάννα Καρυστιάνη) για να τύχει (επιτέλους!) κι αυτός ο έρμος μιας κάποιας επιχορηγήσεως από το ΕΚΚ, κι έτσι η σκέψη μου είχε … Kολλ-ήσει σ’ αυτό. Κοιτούσα δεξιά κι αριστερά μήπως δω το χαρτί να περιφέρεται, μήπως και δεν το πάρω είδηση κι έτσι δεν μπόρεσα να συγκεντρωθώ. Μοιραία, την ταινία δεν την κατάλαβα, το ομολογώ. Το μόνο που μου έμεινε είναι ότι σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα το ματς έληξε 4-2 (αν το είχε το «στοίχημα» θα το είχα πιάσει διότι μόνο αυτό το σκορ παίζω), αλλά δεν θυμάμαι υπέρ ποιας ομάδας. Α, θυμάμαι και κάτι ακόμα που είπε ο Κολλάτος, ότι ο γιος του δεν είναι πούστης, αλλά δε μπορώ να θυμηθώ με ποια αφορμή ειπώθηκε αυτό. Ίσως, βέβαια, από καιρού εις καιρόν εμείς οι άντρες πρέπει να προβαίνουμε σε τέτοιου είδους δηλώσεις ώστε οι γυναίκες που μας συνοδεύουν να αισθάνονται σίγουρες για μας (και να κάνουν τα κουμάντα τους). Μόλις τέλειωσε η ταινία, έφυγα αμέσως από την αίθουσα προς αναζήτησιν του επίμαχου χαρτιού και δεν άκουσα τις ερωτήσεις κάποιου συμπαθέστατου κυρίου που ζητούσε αποσαφηνίσεις επί του σεναρίου από τον σκηνοθέτη (να σημειώσω εδώ ότι το σενάριο δεν το είχε γράψει ο σκηνοθέτης αλλά πολλοί απ’ τους Διαφωτιστές και, συνεπώς, δεν ξέρω τι απαντήσεις μπορεί να έδωσε ο σκηνοθέτης επ’ αυτού. Ίσως ο συμπαθής κύριος θα έπρεπε να απευθυνθεί απ’ ευθείας στον Ντιντερό ή στον Βολταίρο). Βγήκα έξω αλλά χαρτί – αίτηση υιοθεσίας πουθενά. Κόντευα να λιποθυμήσω από την αγωνία ώσπου ο Παναγιώτης (αν και Μπαόκι, στιβαρός άντρας κι όχι πούστης), που ήταν μαζί μου στην αίθουσα και η Κατερίνα με την Αναστασία (που ασεβώς προτίμησαν να δουν μια ξένη ταινία) με οδήγησαν άρον άρον σε ένα μαγαζί ονόματι ΝΙΚΗΣ 35 για να με συνεφέρουν. Το κατόρθωσαν, φεύγοντας όμως διαπίστωσαν ότι ήταν κατά 21 ευρώ φτωχότεροι, αφού τα 3 Haig που χρειάστηκαν κόστιζαν 7 ευρώ έκαστο. Επιστρέφοντας, πέσαμε σε μία ομάδα «αριστεριζόντων» νεαρών ή «γριών» που τραγουδούσαν «Μπόται θα κάνει ξαστεριά». Τη σημασία του συνθήματος την κατάλαβα την επομένη …

Η άλλη μέρα θα έπρεπε να είναι η μέρα της Δέσποινας αλλά ξεκίνησε με μια ταινία μιας Γερμανίδας ονόματι Aren Ade (πως λέμε «άντε και …»). ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ήταν ο τίτλος της και ήταν παραγωγής 2003. Έπαιζε μια άλλη Γερμανίδα και κάποιοι άλλοι Γερμανοί και Γερμανίδες, οι οποίοι είχαν βαλθεί να μας αποδείξουν ότι ξέρουν να κάνουν καλύτερο σινεμά από εμάς. Φυσικά, εμείς δε μασήσαμε και δεν δώσαμε στην ταινία την προσοχή που θα άξιζε. Αυτό θα έλλειπε, να παραδεχτούμε ότι οι Γερμαναράδες ξέρουν από σινεμά. Όταν εμείς δημιουργούσαμε τα αριστουργήματα ΓΚΟΛΦΩ και ΑΣΤΕΡΩ, αυτοί είχαν να αντιπαραβάλλουν κάτι τυχάρπαστους ονόματι Φρίτς Λάνγκ και Γιόζεφ Φον Στέρνμπεργκ. Κι όταν εμείς μεγαλουργούσαμε με τις ταινίες της Καραγιάννης – Καρατζόπουλος (υπό την καθοδήγηση του Κώστα Καραγιάννη) αυτοί έβγαζαν στο κουρμπέτι κάτι τυπάκια που τα έλεγαν Φασμπίντερ, Βέντερς, Σέλντορφ. Ένας, μάλιστα, απ’ αυτούς ο Βέρνερ Χέρτζοκ, είχε το θράσος να έρθει στο φεστιβάλ (εμείς, βέβαια, ως φιλόξενος λαός, τον τιμήσαμε, αλλά τι να κάνουμε, η ανατροφή μας φταίει;). Η ταινία, λοιπόν, αυτή της Γερμανίδας αναφερόταν, ευθαρσώς, στο θέμα της μοναξιάς στη δεκαετία του 2000. Μια νεαρή δασκάλα τοποθετείται σ’ ένα σχολείο και αρχίζει την εργασία της με πολλά και μεγάλα όνειρα. Θέλει να φέρει έναν αέρα ανανέωσης στο σχολείο και το δηλώνει ρητώς, πράγμα που ξενίζει τους παλαιούς συναδέλφους (οι οποίοι στο τέλος δικαιώνονται για την ξινίλα τους). Προσπαθεί παράλληλα να φτιάξει την προσωπική ζωή της, αλλά δεν της κάθεται. Προσκολλάται σε μία «φίλη» που γνωρίζει σε ένα κατάστημα ρούχων, αλλά η μοναξιά την οδηγεί σε ακρότητες και επεμβάσεις στη ζωή της που οδηγούν την ίδια στην αμηχανία, την απογοήτευση και τη θλίψη και την «φίλη» στον εκνευρισμό και την επιθετικότητα. Στο τέλος αφήνει το τιμόνι της ζωής της να την οδηγήσει μόνο του. Είναι το δέντρο κι όχι το δάσος … Αυτά, νομίζω, ότι ήθελε να πει η Γερμαναρού κι πλάκα είναι ότι (μεταξύ μας) το πέτυχε τόσο με τη σφιχτή αφήγηση όσο και με τα λιτά κι αντιτηλεοπτικά πλάνα. Βέβαια, δεν πρόκειται να το παραδεχτούμε ποτέ δημοσίως, αλλά τώρα είπαμε ότι μιλάμε μεταξύ μας… Για να δείξουμε τη δυσαρέσκειά μας στη γερμαναρού, αποφασίσαμε να πάμε στα Λαδάδικα για «βρώμικα» κι όχι σε καθαρά μαγαζιά τύπου ΜΑΜΙΣΙΟ όπως την Παρασκευή (που με παρέσυραν η Κατερίνα με την Αναστασία κι ήρθε κι ο Ηλίας). Εκεί μαζευτήκαμε πολλοί: Ήρθε κι η μικρή η Κατερίνα κι ο Sotos αλλά και η Δεσποινούλα. Μιλήσαμε για πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, για γάμους και για αρραβώνες, κάποιος μου είπε ότι έμεινα γεροντοπαλίκαρο (και στεναχωρέθηκα και δεν έφαγα τέταρτο σουβλάκι) κι έτσι, μ’ αυτές τις κουλτουριάρικες συζητήσεις, φύγαμε και πήγαμε για καφέ στον ναό της κουλτούρας, στην Αποθήκη Γάμα (τα). Εκεί διαπιστώσαμε ότι το σύνδρομο Αβραμόπουλου (Καγκελόπουλου – Ατσιγαρόπουλου και εσχάτως «Σαμαράς Β΄» είχε ήδη εκλείψει διότι, υπό το φόβο οι επισκέπτες του χώρου να αγγίξουν την 5η μέρα του Φεστιβάλ τον μαγικό αριθμό … 10 (!!!) αποφασίστηκε και επιτράπηκε το κάπνισμα στο χώρο. Πάντα ήμουν κωλόφαρδος κι έτσι βρήκα αμέσως τραπέζι. Δεν μπόρεσα όμως να απολαύσω τον καφέ μου (δίπλα στη Δέσποινα) διότι έπρεπε να τρέξω πάλι στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ για μία άλλη ελληνική ταινία που μου είπαν ότι λέγεται «Κωλόμπα» αλλά τελικά λεγόταν ΜΠΙΛΟΜΠΑ κι ήταν της Σοφίας Παπαχρήστου (που πριν από δεκατόσα χρόνια είχε σκηνοθετήσει ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ). Η ταινία (πάλι μεταξύ μας) ήταν πολύ καλή (αλλά δεν το λέμε διότι ο ελληνικός κινηματογράφος πρέπει να είναι πάντα μίζερος και να παραμένει στην ομίχλη). Έπαιζε ο Πιατάς και πολλοί άγνωστοι (σε εμένα) ηθοποιοί, πλην του Βασίλη που έχει ΤΟ ΜΠΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ, εκτυλισσόταν σε ένα ελληνικό νησί (μάλλον ανύπαρκτο), αναφερόταν σε έναν «αρχαίο» μύθο κι ήταν, επί της ουσίας, ένα σχόλιο στην προσωπική στάση και ευθύνη του καθενός απέναντι στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη δια του «δύνασθαι άλλως», δια των εναλλακτικών και φυσικών πηγών ενέργειας. Είχε και πλάκα, είχε και γρήγορο ρυθμό, είχε και καλές ερμηνείες, η ώρα πέρασε ευχάριστα. Στο τέλος την ψήφισα κιόλας (τον Κολλάτο δεν τον ψήφισα για ευνόητους λόγους) και της έβαλα τον μεγαλύτερο βαθμό (αλλά και πάλι δεν το λέμε, για τους παραπάνω λόγους). Η ταινία στο τέλος πήρε το βραβείο κοινού (και πολύ το χάρηκα, αλλά ξανά-μανά δεν το λέω)…
Μέχρι την επόμενη ταινία, καθίσαμε να πιούμε και μεις σαν παιδιά ένα ουισκάκι στο Ολύμπιον δίπλα στο σινεμά αλλά δεν το ευχαριστηθήκαμε (όχι, βρε, γιατί έκανε 8,5 ευρώ …) διότι είχε πολύ κόσμο που πήγαινε στην τιμητική εκδήλωση γι’ αυτόν τον Χέρτζοκ που σας είπα παραπάνω και γινόταν χαμός με φλας κλπ. Μετά έφυγαν κι η Δέσποινα με την Αναστασία (που πήγαν να δουν θέατρο), έφυγε κι ο Ηλίας που είπε ότι πάει να δει μία 5λεπτη μικρού μήκους (αλλ’ απ’ το χρόνο που έκανε καταλάβαμε ότι μάλλον πήγε τουαλέττα) και μείναμε οι δυο μας με τον Παναγιώτη κι αρχίσαμε τις σοβαρές συζητήσεις για τον ΜΠΑΟΚ και την ΑΕΚ και τον Μπομπ Κοζώνη και μάθαμε ότι μας κέρδισε κι Καβάλα (σα να λέμε «ήτανε και καραφλός, έστρωσε μια κέντα φλος …»), πέρασε κι ώρα, ξαναμπήκαμε στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ να δούμε μια Ρώσικη ταινία (κι όχι κονσέρβα) του Αλεξέι Μπαλαμπάνοφ με τον τίτλο ΜΟΡΦΙΝΗ του 2008, με την προσδοκία να δούμε καμιά Ρωσίδα να γλυκαθούμε λίγο απ’ την ήττα (εγώ, δηλαδή, διότι ο άλλος «Κλάιν Μάιν»). Η ταινία όμως δεν είχε Ρωσίδες (με την τρέχουσα έννοια του όρου) αλλά έναν παλιορώσο γιατρό, βγαλμένο μέσα απ’ τα γραπτά του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ. Αυτός ο γιατρός ήταν κάπως μαλλάκας γιατί σε κάποια φάση, λίγο πριν την Επανάσταση του 1917 (αυτά τα λένε οι Κομμουνιστές, η ιστορία λέει ότι ήταν Πραξικόπημα), όταν έπαθε ένα αλλεργικό σοκ, έκανε μια ένεση μορφίνης κι έγινε … πρεζάκι. Και δεν έφτανε αυτό, αλλά παρέσυρε και τη γκόμενά του. Η ταινία δεν ήταν καλή (αλλά εμείς δεν το λέμε γιατί οι Ρώσοι είναι Ορθόδοξοι και πρέπει να τους στηρίξουμε), είχε πολλές σκηνές σπλάτερ, αλλά – αν και έγχρωμη- αναπαριστούσε καλούτσικα την εποχή. Δεν είχαν όλοι, βέβαια, την ίδια γνώμη διότι κάποιος θεατής έβγαλε έναν βρυχηθμό και … η ταινία διακόπηκε αλλά στο τέλος έγινε καλά (κι οι κακοπροαίρετοι είπαν ότι τον πήρε ο ύπνος κι έκανε ότι έπαθε κάτι για να μην ξεφτιλιστεί – ο Ηλίας που ήταν ξαπλωμένος σχεδόν δίπλα του, πάντως, δεν κατάλαβε τίποτα κι η επιστήμων – ιατρός Κατερίνα σηκώνει τα χέρια ψηλά). Ε, μετά απ’ αυτό ο γιατρός αυτοκτόνησε κι η ταινία τελείωσε και εμείς φύγαμε και πήγαμε για ύπνο αλλά εμείς (με την Κατερίνα) πήγαμε στο σπίτι της Δέσποινας γιατί είχαμε ώρες να τη δούμε και, μοιραία, την πεθύμησα …

Την Κυριακή το φεστιβάλ τελείωσε κι επειδή δεν το καταλάβαμε καλά, συναντήσαμε τη Λίτσα και τον Τάκη και μας το είπαν κι αυτοί κι έτσι το πιστέψαμε. Κάποια στιγμή στο δρόμο, όπως περπατούσαμε με την Κατερίνα, διαπιστώσαμε ότι οι 9 στις 10 Σαλονικιές φοράνε … μπότες !!! Έτσι, κατάλαβα και το σύνθημα που άκουσα την προηγούμενη νύχτα…
Τώρα, επειδή το κείμενο που έγραψα είναι μεγάλο (και δεν πιστεύω να το διαβάσει κανένας – 2098 λέξεις γαρ), λέω να σταματήσω. Επιλέγω απ’ όλα τα κλεισίματα το πιο πρωτότυπο: «Θα μου μείνει αξέχαστο αυτό το φεστιβάλ» !!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου