Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩΝ



1. «Είδα τα μάτια σου κλαμένα, καλή μου και πόνεσ’ η ψυχή μου, είδα στα χείλη σου την πίκρα, γλυκειά μου, και ρά’ισ’ η καρδιά μου …». Ο Γιώργος Μαργαρίτης τραγουδάει Άκη Πάνου. Το Δεύτερο Πρόγραμμα δεν παίζει ούτε Μαργαρίτη ούτε Πάνου. Οι νέοι παραγωγοί τους θεωρούν περιθωριακούς κι ίσως να μην έχουν άδικο. Κι όμως ένας νέος παραγωγός, πιο νέος κι απ’ τους νέους, πιο παραγωγικός απ’ τους παραγωγούς, πιο σύγχρονος από την εποχή του, στις 12 το βράδυ ακριβώς, στη «Δωδεκάτη Ώρα» του, τολμά και παίζει Μαργαρίτη, Πάνου κι άλλους περιθωριακούς καλλιτέχνες και μάλιστα αναμειγνύοντας τους ήχους τους με Βέμπο και με … Kinks! Μέχρι τότε γνώριζα τον ιστορικό και τον μαλλιά ποδοσφαιριστή του Ηρακλή Θεσσαλονίκης. Τότε, σχεδόν στα τέλη της δεκαετίας του 80, άκουσα το πρώτον για κάποιον άλλο Βακαλόπουλο, τον Χρήστο.

2. Ένα βράδυ, στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1990, ο φίλος μου ο Γιώργος με πήγε στην ταβέρνα «Λιμανιώτης» για φαγητό. Το μαγαζί ήταν γεμάτο κι ο σερβιτόρος, γνωστός του φίλου μου, μας έβαλε σ’ ένα μεγάλο τραπέζι έξι ατόμων, αν και ήμαστε μόνον δύο. Δίπλα μας απ’ την αριστερή πλευρά καθόταν ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο οποίος, απ' ό,τι θυμάμαι, μιλούσε ζωηρά για ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κι απ’ την άλλη πλευρά μία πολύ γνωστή κυρία, τη φάτσα της οποίας ήξερα απ’ την τηλεόραση, αλλά δεν θυμόμουν ούτε τ’ όνομά της ούτε την ιδιότητά της. Απείχα ακόμα αρκετά από τα είκοσι, είχα τη φοιτητική ζωή ολόκληρη μπροστά μου, είχα και μερικά χιλιάρικα στη τσέπη, δεν χρειαζόμουν τίποτ’ άλλο. Όλοι αυτοί οι διάσημοι γύρω μου επέτειναν απλώς την ευφορία μου. Αίφνης μπήκαν στο μαγαζί τρεις άντρες. Ο Γιώργος με σκούντηξε. Ξέρεις ποιοι είν’ αυτοί, είπε ; Ήξερα τον έναν, τον Γιάννη Έξαρχο, που εκείνα τα χρόνια έκανε εκπομπές στην τηλεόραση (τα «Χρώματα», αν δεν κάνω λάθος). Κι άλλοι δύο ; Αριστερά, ο Αργύρης Μπακιρτζής των Χειμερινών Κολυμβητών και δεξιά ένας αδύνατος με γυαλιά και σχεδόν γκρίζα μαλλιά: ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Ήρθαν και κάθισαν δίπλα μας, στο δικό μας τραπέζι, το οποίο χωρίστηκε νοερώς σε δύο. Την άλλη μέρα το πρωί τον είδα να πίνει καφέ μόνος (!) στο Ντορέ. Με κοίταξε και μου ’κανε ένα νεύμα, ένα «γεια», μια υπενθύμιση της χθεσινής μας συνύπαρξης στον ίδιο χώρο. Μόνος, σκέφτηκα … Που να ’ξερα …

3. Στη γωνία Βουλγαροκτόνου και Πουλχερίας, στο λόφο του Στρέφη, κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, υπήρχαν δύο μαγαζιά: ένα μπαρ, το Decadence και μια ταβέρνα, σχεδόν μπαρ, ο Βρούτος. Με το που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα, το πρώτο βράδυ, ο Κώστας με πήγε στο μπαρ. Ήταν νωρίς και δεν είχε κόσμο. Καθίσαμε στη μπάρα. Περνούσε η ώρα κι ο κόσμος άρχισε να πυκνώνει. Κάποια στιγμή πίσω απ’ την πλάτη μου ακούστηκε μία χαμηλή φωνή, σχεδόν ψίθυρος, σχεδόν υπόκωφη: μπακάρντι κόλα. Γύρισα και κοίταξα αυτόν που μίλησε. Θυμάμαι σαν τώρα το γκρί σακάκι που φορούσε, τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς, το εξαιρετικά αδύνατο πρόσωπο, αυτό που είδα και την άλλη μέρα το βράδυ στον Βρούτο και την άλλη πάλι στο Decadence και την παρ’ άλλη στο Dolce, και στο Παρασκήνιο και στον Ένοικο, και μια φορά στην Ααβόρα, το πρόσωπο του Χρήστου Βακαλόπουλου.
4. Ήταν καλοκαίρι 1991, στην Πάτμο. Μόλις είχαμε γυρίσει απ’ τον Κάμπο, με τον Κώστα, δεύτερη μέρα στο νησί, ο Ιούλιος στην αρχή του, ο κόσμος λίγος, οι όμορφες τουρίστριες λιγότερες, ο Αρίων άδειος. Μπήκαμε για καφέ, ο Βακαλόπουλος στη είσοδο, όλο μπροστά μου αυτός ο άνθρωπος, αυτός που γράφει και βιβλία, είχα διαβάσει το «Υπόθεση Μπεστ – Σέλλερ», στη β΄ έκδοση του Καστανιώτη, εκείνο το διπλό βιβλίο, του Βακαλόπουλου απ’ τη μία, του Κακίση τα «Παραμύθια σαν αστεία άστρα» απ’ την άλλη, κι είχα πάρει και τους «Πτυχιούχους» αλλά δεν τους είχα διαβάσει ακόμα, όλο μπροστά μας, εδώ και στην Αθήνα, τον κοίταξα δειλά, είχα μάθει ότι είναι και σκηνοθέτης, τον διάβαζα και στο «Αντί», πολλά είχα μάθει, τι δειλά, πολύ δειλά τον κοίταξα, σχεδόν με δέος, κι απέστρεψα το βλέμμα μην καρφωθώ, και τότε, με το τσιγάρο του στο χέρι, το αιώνιο τσιγάρο του, σήκωσε το δικό του βλέμμα και είπε, μειδιώντας: κι εσείς εδώ, παιδιά ; πότε ήρθατε ; τι γίνεται στην Αθήνα ; Και συστηθήκαμε και χαρήκαμε κι είπαμε κι άλλα, και μετά χαιρετιόμασταν όταν συναντιόμασταν στη Σκάλα και στη Χώρα, κι όταν ανεβήκαμε στο Ιαλυσός (ή στο Κάμιρος ;) ήταν στην προκυμαία και μας χαιρέτισε με μία ελαφρά πλάγια κλίση της κεφαλής του (και το τσιγάρο στο χέρι). Κι ύστερα, στην Αθήνα πια, φθινόπωρο πια, τα μαλλιά του όλα γκρίζα πια, λες κι προμήνυαν ό,τι επακολούθησε, στα ίδια μέρη, στα μπαρ και στα καφέ, απ’ τη Σκουφά στην Καλλιδρομίου μέσω Ασκληπιού, τυχαίες συναντήσεις, Νομική εγώ Dolce (Φίλιον) αυτός, λίγο πλάκα, λίγο πιο σοβαρά, για μπάλλα, για τον Ιάσωνα και τον Απόλλωνα, για τον Παπαδιαμάντη και τον Σαββόπουλο, μου πρότεινε να πάμε την Κυριακή στη Ριζούπολη, δεν πήγα, δεν θυμάμαι γιατί, ξέρω ότι το μετάνιωσα, διότι ο Χρήστος ήταν διανοούμενος, ο κατεξοχήν διανοούμενος, ο παρατηρητής των πάντων κι ο πιο εύστοχος σχολιαστής τους, ήξερε πολλά, ήξερε πώς να μαθαίνει, ήξερε να γράφει αλλά και να διαβάζει, ήξερε ν’ ακούει (κι όχι μόνο μουσικές), αλλά ήξερε και από ντρίπλες κι έγινε έτσι ο πιο σημαντικός πνευματικός άνθρωπος της γενιάς του.

5. Σ’ ένα ταξί, στη Θεσσαλονίκη, πληροφορήθηκα απ’ έναν τοπικό ραδιοσταθμό ότι η ταινία «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε» που δημιούργησε μαζί με τον υπέροχο Σταύρο Τσιώλη πήρε τα βραβεία σκηνοθεσίας και σεναρίου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είχα να τον δω πολύ καιρό κι η χαρά μου πολλαπλασιάστικε. Δεν ήξερα ότι δεν επρόκειτο να τον ξαναδώ, δεν ήξερα ότι 2-3 μήνες μετά θα έβλεπα στις ειδήσεις του Αντέννα την Τζέλα Παυλάκου να διαβάζει με κατήφεια την είδηση του θανάτου του … Ήταν σαν σήμερα, 29 Ιανουαρίου 1993, και τότε Παρασκευή …

[1. Η δεύτερη φωτογραφία είναι το εξώφυλλο του βιβλίου - αφιερώματος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον Βακαλόπουλο, με την επιμέλεια του Μ. Δημόπουλου και του Α. Κιούκα. Πολύ μικρό αφιέρωμα για έναν πολύ μεγάλο καλλιτέχνη ...
2. Η τρίτη φωτογραφία απεικονίζει τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Χρήστο Βακαλόπουλο παρά τω Σωτήρη Κακίση.
3.Δεν θυμάμαι από ποια sites κατέβασα τις φωτογραφίες ώστε να τα μνημονεύσω. Ζητώ την κατανόησή τους ...
4. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος κι η ερασιτεχνική ενασχόλησή μου με το έργο του έγινε η αφορμή να γνωρίσω πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, τους οποίους άλλως δεν θα είχα γνωρίσει. Σ’ όλους αυτούς αφιερώνω το παραπάνω κείμενο – ημερολόγιο και ιδίως στους Γιώργο – Ίκαρο Μπαμπασάκη, Ελένη Ψυχούλη, Δημήτρη Κοσμίδη, Κίττυ Σιμίτα, Παναγιώτη Χαχή, Κατερίνα Χανδρινού, Δημήτρη Κοσμίδη, Χαρά Αγγελούση και Σωτήρη Κακίση. Από τότε που τον γνώρισα, ήταν σα να ζούσε δίπλα μου, συμμετείχε σ' ό,τι πιο αξιόλογο και πιο σημαντικό γνώριζα, ήταν "πανταχού παρών". Παραμένει ...]

Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2010

Φώτης Μπατσίλας

4 σχόλια:

  1. Τι μου θύμισες, ρε φίλε! Όχι ότι έχω βγάλει απ' το μυαλό μου τον Χρήστο ποτέ.

    Κι εγώ φανατικός στο δεύτερο πρόγραμμα, βράδια Τετάρτης θαρρώ, στο ραδιόφωνο του φοιτητικού δωματίου, μέσα δεκαετίας 80 να ακούω τις μουσικές και τα σχόλιά του. Τι ωραία που ήταν η ζωή μας με τις μικρές απολαύσεις της και με τις στερήσεις της τότε. Κι εγώ στο Ντόλτσε και το Ντεκαντανς και στην αρχή της Αλεξάντρας και στη Μαβίλη... Από τον Έξαρχο έχω κερδίσει και βιβλία, Τσαρούχη κι Άρθουρ Μίλερ, στις ερωτήσεις που έκανε στην εκπομπή του...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φώτη, πολύ όμορφα τα λες! Δεν είχα τη χαρά να τον γνωρίσω προσωπικά παρά μόνο μέσα από κάποια έργα του. Η "Υπόθεση Μπέστ Σέλλερ" ήταν για χρόνια το αγαπημένο μου βιβλίο, μου έβγαζε μια αρχοντική ευγένεια, καλή διάθεση, ηρεμία.. Καί έτσι μου έχει μείνει σαν εικόνα ο Βακαλόπουλος, ότι είναι ένα σύμβολο νεότητας μα και τόσο κοντινός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. εξαιρετικά συγκινητικά κειμενάκια σαν μικρό εργαστήριο πένθους!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. θεωρώ ότι η γραμμή του ορίζοντος είναι ένα από τα ωραιότερα βιβλία που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα. από 'κει και πέρα, τι να σχολιάσει κανείς γι' αυτόν τον άνθρωπο; ο χώρος που καλύπτουν τα έργα του αντιστοιχεί σε δυο ή τρεις ζωές, πραγματικά κατάφερε να τα πει όλα. ίσως γι'αυτό και να έφυγε τόσο νωρίς... τυχερός που τον έχεις γνωρίσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή