Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη, το oxy-moron παρουσιάζει σήμερα, τη αρωγή και προσφορά του ποιητή Σωτήρη Κακίση, ένα μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει: συνέντευξη του Σωτήρη Κακίση με τον Γιάννη Τσαρούχη, που δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα Εγνατία τον Νοέμβριο 1981 κι εν συνεχεία συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του ποιητή με τον τίτλο «Αππία Οδός» (εκδόσεις Εξάντας 1982), ένα κείμενο του ποιητή με τον τίτλο «Μικρές Ώρες με τον Γιάννη Τσαρούχη» που δημοσιεύτηκε πρώτα στο μηνιαίο περιοδικό Playboy τον Μάρτιο 1990 κι έπειτα συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του Σωτήρη Κακίση «48 Μικρές Ώρες και τρία αστυνο-μικρά διηγήματα» (εκδόσεις Εξάντας 1997), έτερο κείμενο του ποιητή για τον Τσαρούχη που δημοσιεύτηκε στο cd «Για Φωνή και Ακκορντεόν» της Μόρφως Τσαϊρέλη και του Ηρακλή Βαβάτσικα (Protasis, 2002), αλλά και στο μπλογκ «Μουσικά Προάστια» (http://www.mousikaproasteia.blogspot.com/) και, τέλος, 3 ποιήματα του Γιάννη Τσαρούχη από τη συλλογή «Ποιήματα 1934-1937» (εκδόσεις Άγρα 1996). Ευχαριστώ θερμά τον Σωτήρη Κακίση για τη βοήθειά του και την παραχώρηση των κειμένων του. Απολαύστε τα!


ΜΕΡΟΣ Ι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ :

«Όλα είναι πάλη και πόλεμος•
και η Τέχνη, και ο Έρωτας»…

Συνέντευξη στον ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ.


Ε: Κύριε Τσαρούχη, αυτές τις μέρες γίνεται στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη έκθεσή σας, αναδρομική. Τι σημαίνει μια αναδρομική έκθεση ;

Γ.Τ.: Για τον καλλιτέχνη, όπως και για το κοινό, είναι μια καλή ευκαιρία να γνωρίσει την εργασία ενός ζωγράφου. Αλλά μια ιδεώδης αναδρομική είναι κάτι το πολύ δύσκολο, αν όχι ανέφικτο. Δικαίως ή αδίκως, οι συλλέκτες, αυτοί οι δεσμοφύλακες των έργων, πολύ δύσκολα δανείζουν. Συχνά μάλιστα, ορισμένα έργα δε μπορεί να τα βρει κανείς γιατί έχουν αλλάξει χέρια.

Ε: Αυτή η έκθεση είναι πλήρης ;

Γ.Τ. Εις αριθμόν, όχι. Σε αντιπροσωπευτικότητα όμως είναι αρκετά καλή. Τα κομμάτια που έχει το Ίδρυμά μου και που αυτή τη στιγμή για λόγους ασφαλείας είναι στην τράπεζα στη Γαλλία και στην Ελλάδα, είναι τουλάχιστο χίλια, ακορνίζωτα φυσικά ή ατελάρωτα. Είναι κόπος κι έξοδα το κορνίζωμα, κι επί πλέον δυσχεραίνει την αποθήκευσή τους. Μια έκθεση με όλα τα έργα του ζωγράφου εν τούτοις, όσο ενδιαφέρουσα και να ‘τανε, θα ‘τανε κουραστική και θ’ απευθύνετο μόνο στον ειδικό που θέλει να μελετήσει και να βγάλει συμπεράσματα. Πιο ανθρώπινο πράγμα είναι μια αναδρομική που γίνεται με επιλογή κάποιου υπεύθυνου.

Ε: Η πρώτη σας έκθεση έγινε βέβαια στην Αθήνα, πριν απ’ τον πόλεμο. Στην οδό Νίκης.

Γ.Τ.: Ναι. Αλλά πριν από αυτή γίνανε δύο μικρές, στην οδό Νικοδήμου, στο Άσυλο Τέχνης του Βέλμου. Η μια ήταν μια σκηνογραφία για τις Φοίνισσες, κι η άλλη είχε σπίτια της Παλιάς Αθήνας. Αυτές γίνανε το 1928-29, και της οδού Νίκης γίνηκε το '38. Ήθελα να εκθέσω νωρίτερα, κι επειδή ανεβλήθη η έκθεση ο διευθυντής της γκαλερί θέλησε να με σκοτώσει. Έκανα τρεις μήνες κλινική και δύο εγχειρήσεις για να επιζήσω. Κατά την Απελευθέρωση μεταμελήθη κι εζήτησε δημοσία συγγνώμη. Όπως βλέπετε, έχω πικράν πείραν από τους διευθυντές γκαλερί. Αργότερα, αρκέστηκαν να με ληστέψουν, όχι όμως και να με σκοτώσουν !
   Οι κριτικές ήταν διχασμένες τότε. Οι περισσότεροι έγραψαν ότι δεν ξέρω να ζωγραφίζω. Και μου πρότειναν να μελετήσω τους ζωγράφους Κόντογλου και Παρθένη, που κατά σύμπτωση ήταν δάσκαλοί μου και μ’ εκτιμούσαν πολύ. Υπήρχε όμως και η αντίθετη άποψις. Όπως του ποιητού Αναστασίου Δρίβα που έβλεπε ότι εξευγενίζω τη λαϊκή τέχνη, και του Δημήτρη Καπετανάκη, του οποίου η ενθουσιώδης κριτική δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ζυγού, αναδημοσίευσις από τα Ελληνικά Γράμματα. Γι’ αυτόν ήμουν ο τερατώδης έφηβος που επιστρέφω στις πηγές.
  Επούλησα μόνο δύο έργα. Στον ίδιο που μου ‘χε δανείσει την αίθουσα. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης Παπαντωνίου είπε ότι είμαι αφηρημένος κι ότι πρέπει να κάνω τοπία. Ένας άλλος έγραψε ότι κάθε μου έργο είναι κι ένας παλιάνθρωπος. Εκείνη την εποχή για να ζήσω έπρεπε να κάνω σκηνικά στα θέατρα. Λάθος μεγάλο, γιατί διάλεξα ως βιοποριστικό επάγγελμα ένα επάγγελμα που ζητούσε πάλι την υπογραφή μου και την ευθύνη μου την πνευματική. Τα όσα τράβηξα στο θέατρο τα ξεπλήρωσε η σκηνοθεσία που έκανα των Τρωάδων, όπου παρουσιάστηκα όπως είμαι κι όχι όπως με ήθελε το ξενόδουλο θέατρο.

Ε: Στη Θεσσαλονίκη που κάνατε μια έκθεση το 1949 περνούσατε την περίοδο του ανατολικού εξπρεσσιονισμού.

Γ.Τ.: Ναι. Στη Θεσσαλονίκη εξέθεσα έργα του 1948, ενώ οι τάσεις μου εκείνη την εποχή ήταν νατουραλιστικές. Ήταν έργα που εσήμαιναν επιστροφή στις αναζητήσεις του '37. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσίασα τη Θεσσαλονίκη. Ούτε όμως και την Αθήνα ενθουσίαζα εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό ο ενθουσιασμός που μου δείχνουν σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού πια με εκπλήσσει και με αφήνει σε απορία. Το γιατί των θεατών αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν σα να μου λέγανε, -Γιατί το ‘κανες αυτό; Ό,τι έβγαινε από χαρά κι ενθουσιασμό φαινόταν στους άλλους σα μία κακή πράξις.
  Επίσης με τρομάζουν οι τιμές που ζητούν σήμερα οι έμποροι. Να σκεφτεί κανείς ότι μεταξύ '45 και '47, μες στους ανεκπλήρωτους πόθους μου που έγραφα σ’ ένα χαρτί, ήταν και το όνειρο ν’ αποκτήσω μία σκούπα κι ένα φαράσι. Να μη μιλήσω για τα άλλα, τα πιο δυσκολοπραγματοποίητα όνειρα: ν’ αποκτήσω μια σόμπα που να λειτουργεί κι ένα καθρέφτη μεγάλο. Το ιδανικό τότε ήταν να πουλήσεις ένα έργο μισή ή μία λίρα. Όταν το κατάφερνες, αμέσως ξυπνούσαν οι τύψεις κι οι φόβοι ότι πούλησες ακριβά και θα σε θεωρήσουν απατεώνα.
  Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, σε μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής.

Ε: Μιλήσατε για τη σκηνογραφία και το θέατρο. Σε τι σχέση τα βλέπετε με τη ζωγραφική σας;

Γ.Τ.: Το θέατρο μ’ ενδιαφέρει ίσως περισσότερο απ’ τη ζωγραφική, αν και με φοβίζει. Συμφωνώ με τη Μανιάνι που έλεγε πως το θέατρο είναι κάτι το θεϊκό, αλλά το επάγγελμα του θεάτρου είναι απαίσιο. Με τη ζωγραφική πολεμάς το φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, τη μικρότητα. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς. Πρέπει να ‘σαι διπλωμάτης και ψυχαναλυτής. Θηριοδαμαστής και απατεών. Και συχνά οι ηθοποιοί δε στο συγχωρούν ποτέ ότι τους έβγαλες απ’ τα νερά τους.
  Όλα είναι πάλη και πόλεμος, και η τέχνη, και ο έρωτας, αλλά στο θέατρο ο αγώνας είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να παλέψεις με τους ηθοποιούς, πριν παλέψεις με το κοινό.
  Μετά τους Τρωάδες, που τρόμαξαν κι ενθουσίασαν συγχρόνως, έχω στα σκαριά δύο άλλες τραγωδίες, διαφορετικές η μια απ’ την άλλη. Και ως έργα, και ως αντίληψη ανεβάσματος. Είναι οι Επτά Επί Θήβας κι ο Ορέστης.

Ε: Και με τις Βάκχες, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχετε ασχοληθεί;

Γ.Τ.: Στη Γαλλία μόνο. Είχα το θράσος να κάνω μια μετάφραση στα γαλλικά, που παίχτηκε στο Αβινιόν. Δε δούλεψα ως σκηνογράφος γιατί δε μου άρεσε ο σκηνοθέτης. Έχω κάνει όμως πολλές μακέτες για κοστούμια και σκηνικά του ίδιου έργου. Θα εκτεθούν στις εκθέσεις του Ιδρύματος.

Ε: Εννοείτε πάντα το Ίδρυμα Τσαρούχη.

Γ.Τ.: Ο τίτλος είναι πομπώδης και μου θυμίζει την παροιμία: κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες. Πρόκειται για μια αποθήκη, αρκετά αεροστεγή, αρκετά υδατοστεγή, στην οποία θα αποτεθούν, εκτός εμπορίου, όσα έργα δεν αναγκάστηκα απ’ τη βιοπάλη να πουλήσω.
  Χάρις στην κακογουστιά των αγοραστών και των εμπόρων έχω κρατήσει μια πολύ καλή συλλογή. Μερικά είναι ημιτελή, ίσως αυτά είναι απ’ τα καλύτερα. Όπου, το μήνυμά μου, εκείνο που έχω να πω, δεν έχει στανική δουλειά. Έχω όλες τις σκηνογραφίες που το εμπορικό θέατρο δε δέχτηκε να πραγματοποιήσει. Την πρώτη ιδέα πολλών έργων μου. Και έργα απολύτως τελειωμένα, ολοκληρωμένα, τα οποία δε θέλησα να πουλήσω. Συμφωνώ με το δημοτικό τραγούδι: τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται. Κι είναι στιγμές που νομίζω ότι είμαι αντρειωμένος.

Ε: Για να ξανάρθουμε στο θέατρο. Τι σας τραβάει στην αρχαία τραγωδία;

Γ.Τ.: Εν γνώσει ότι γίνεται μια τυμβωρυχεία ή κάτι σαν τέτοιο, νομίζω ότι η αρχαία τραγωδία είναι πολύ επίκαιρη. Γιατί όλες οι αρχαίες τραγωδίες ασχολούνται μ’ ένα θέμα που δεν έχουμε πάντοτε συνείδησή του, αλλά που υπάρχει και μας βασανίζει. Είναι η σχέση του ανθρώπου με το Κράτος. Ο ανταγωνισμός του με την Αρχή. Όλες οι τραγωδίες, όποιο θέμα και να ‘χουν, αυτό υπονοούν. Στην Αντιγόνη είναι πολύ φανερό, αλλά κι ο Οιδίπους δεν πάει πίσω. Δείχνει το ίδιο το κράτος να κατρακυλάει και να ελέγχεται το αλάνθαστό του.
  Στον Ορέστη, που είναι ένα έργο σαν του Γκόγια τους πίνακες, οι μεγάλοι και οι βασιλιάδες δείχνονται μικρά ανθρωπάκια. Στους Επτά Επί Θήβας το ίδιο. Ο αντιφεμινιστής Ετεοκλής, που μισεί και περιφρονεί τις γυναίκες, μαθαίνει τι είναι σωστό από τις γυναίκες. Ένας τον έβλαψε αυτόν, ο Πολυνείκης, κι εκείνος τα ‘βαλε μ’ όλο τον κόσμο. Σ’ αυτό συμφωνεί με τη Βίβλο που καθαρά το λέει: «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας επί υιοίς ανθρώπων οις ουκ έστι σωτηρία.»
  Όλο το αρχαίο θέατρο είναι μια ηδονική αναρχία, που συνδυάζεται παράξενα με μια πνευματική πειθαρχία. Ωραία πράγματα, πώς να μη μ’ αρέσουν!

Ε: Αναφέρατε το φεμινισμό. Τι γνώμη έχετε για το φεμινισμό, παλιό ή σημερινό;

Γ.Τ.: Ως καλλιτέχνης, και μάλιστα Έλληνας καλλιτέχνης, ανήκω στην τάξη των καταδιωγμένων και έχω συμπάθεια προς κάθε άνθρωπο του οποίου αμφισβητείται η ελευθερία και η ακεραιότης. Η σημερινή γυναίκα αγωνίζεται δικαίως για πολλά πράγματα που της τα αρνούνται κακώς.
  Αλλά υπάρχει κι η άσχημη πλευρά του ζητήματος: να έρχονται οι γυναίκες σε αντιζηλία με ό,τι κακό έκαναν οι άντρες, είναι απαίσιο. Και πρώτα, σε αντιζηλία με το τσιγάρο. Η αντιζηλία σ’ ένα είδος Δονζουανισμού, ξεπερασμένου ήδη από τους άντρες, δεν ενθουσιάζει κανέναν. Η σημερινή γυναίκα θέλει να στρατεύεται, θέλει να γίνεται χωροφύλακας, να φοράει παντελόνια. Όλα αυτά έχουν πάψει να είναι ιδανικά αντρικά. Θέλει να μπαίνει στο Άγιο Όρος, ενώ το φυσικό θα ‘τανε να κάνει μοναστήρια που να μην μπαίνουν οι άντρες.
  Για να γίνει σοβαρό κίνημα ο φεμινισμός, πρέπει να αναθεωρήσει πολλές ανόητες επιδιώξεις του. Κάθε κίνημα που βασίζεται στην αντιζηλία είναι κακό. Τα φυσικά δικαιώματα είναι μια πιο στέρεη βάσις για κάθε είδους επιδίωξη.

Ε: Κι οι επιδιώξεις για τη διατήρηση του περιβάλλοντος, την πρόληψη των καταστροφών, για τις οποίες πάντα φωνάζετε;

Γ.Τ.: Είναι αφέλεια να νομίζουμε ότι όλα θα σωθούν με σωστά νομοσχέδια. Όταν ένας λαός θέλει να καταστρέψει τις πόλεις του, κανένα νομοσχέδιο δεν τον σταματάει. Οι πιο πολλοί Αθηναίοι θέλησαν να καταστρέψουν την Αθήνα. Και το κατάφεραν. Συνήθως το κράτος ψηφίζει νόμους για ν’ αρέσει στο κοινό, να περιποιηθεί τον πελάτη του.
  Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Έλληνες, αν όχι όλοι, επιθυμούν την ασυδοσία που τους έδωσε ο Παπαδόπουλος. Και κάθε κυβέρνηση αναγκάζεται στο τέλος να ενδώσει. Η ασχήμια των Αθηνών και κάθε άλλης πόλεως είναι ένα λαϊκό αίτημα που αλίμονο σ’ αυτόν που δε θα το σεβαστεί. Ό,τι κατεστράφη στις πόλεις είναι έργον των πλουσίων και της αρχούσης τάξεως. Το παράδειγμα το ακολουθούν ως συνήθως οι πτωχότερες τάξεις, κι έτσι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Αν οι μεγάλες πόλεις γκρέμιζαν τα άσχημα σπίτια τους, ασφαλώς η επαρχία θα επηρεαζότανε.
  Αλλά είναι άδικο να ζητάμε απ’ την επαρχία να είναι εύτακτη και γραφική, κι η Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη να κάνουν ό,τι τους καπνίσει. Είναι χοντροκοπιά να υπάρχουνε «γραφικά» παραδοσιακά σύνολα για να πηγαίνεις να τα βρίσκεις με το Ι.Χ. και να ξεκουράζεσαι, για ν’ αποφύγεις την ασχήμια που εσύ ο ίδιος δημιούργησες από φιλοχρηματία.*


_________________________________
* Έτρεχα μια βδομάδα στις εκκλησίες για να εντοπίσω το χωρίο απ’ τους Ψαλμούς που μου είχε αναφέρει ο Γιάννης Τσαρούχης.
  Η συνέντευξη δόθηκε στις 24 Οκτωβρίου και δημοσιεύτηκε χωρίς λάθη τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 1981. Η σελίδα της εφημερίδας αντί να περιλάβει φωτογραφίες κι άλλων έργων του ζωγράφου, όπως είχα φροντίσει να στείλω εγώ, έκλεινε με άρθρο για τον Φερνάν Λεζέ, ώστε να είναι τελείως «εικαστική»…


ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ,

Με τον Γιάννη Τσαρούχη
(του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ)



Αυτή η Ελληνίς λοιπόν που σας έλεγα είχε καθήσει στα πόδια της τον μονογενή της με τα στρατιωτικά ρούχα και, επειδή ήταν πληγωμένος λίγο, τον εφρόντιζε και τον εχάιδευε. Εκείνος πάλι τα εδέχετο όλα αυτά τα χάδια και δε μιλούσε. Πρέπει να εξηγήσω πως και οι δυο τους ήταν έτοιμοι να πάνε να σκοτωθούν για ιδέες και ιδεολογίες, καίτοι ταπεινοί. Αλλά και οι δύο εσιωπούσαν γιατί αυτά τα χάδια τους άρεσαν, δοθέντος ότι κι ο πόλεμος είναι ένα από τα μέσα της ευτυχίας και όχι το μόνο. Επαναλαμβάνω, θα σας φανεί περίεργο αυτό για ρωμηούς, αλλά πράγματι ήταν αποφασισμένοι να αποθάνουν για ιδεολογίες αυτοί οι Έλληνες. Και η απόδειξις εδόθη σύντομα. Όταν ακούστηκαν οι μαλαματένιες σάλπιγγες του Αχιλλέως, ενώ η μητέρα, αν θυμάμαι καλά, έστριβε το μουστάκι του παιδιού της και αυτός ψιθύριζε κάτι, αυτό που δε θα πιστεύατε γίνηκε. Η μητέρα τινάχτηκε με πολλή ησυχία και ο γιος έτρεξε προς το σκοτάδι που ακουγόταν η μουσική. Το σκοτάδι όμως ήταν ένας τοίχος σιδερένιος και εκεί απάνω εράγισε άσκημα το κεφάλι του και πέθανε ο στρατιώτης. Τότε φυσικά η μητέρα τον έκλαψε πολύ πικρά, πολύ πικρά (…)



  Αυτός ο Έλλην που λέω να σας πω, αυτός ο Έλλην που ξέρετε και σας ξέρει, δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Τα λόγια του και το βλέμμα του είναι πάντα γύρω μας προστατευτικά και ήρεμα. Τα έργα κι οι ημέρες του έχουν φως ανέσπερο, φως ειδική παραγγελία για το βαθύ σκοτάδι, τρόπο σωτήριο για τις Μικρές Ώρες της ψυχής, τις κυκλωτικές και επίμονες.

  Ο Γιάννης Τσαρούχης μπόρεσε με ζωή και ζωγραφική και σκέψη διαρκώς προς το φως να επεκτείνει το χρόνο του, να κλέψει απ’ το δικό μας χρόνο λίγο και να μας τον επιστρέψει πιο εύφορο και πιο ουσιαστικό, με τόκο κι επιτόκιο τις ιδέες του τις καθαρές και κομμάτια του εαυτού του σαν από θαύμα, πέντε άρτους που χορταίνουν πέντε χιλιάδες ανθρώπους, πέντε ψαράκια που φτάνουν για πέντε χιλιάδες ψυχές.

  Το πνεύμα του Τσαρούχη ήταν αυτό που κυριάρχησε στη ζωή του (και στη ζωή μας) τα τελευταία χρόνια, πάνω κι από τη ζωγραφική του, δίπλα-δίπλα με τα έργα του. Οι κουβέντες του ήταν σαν νέα έργα, εξίσου όμορφα, εξίσου αποτελεσματικά. Το χιούμορ του, ακόμα και τις πιο δύσκολες ώρες, η εγρήγορσή του δηλαδή, ήταν σαν άλογο ατίθασο, απείθαρχο, ανίκανο να καταλάβει τη δύναμη οποιουδήποτε χαλιναριού: άτι αεράτο κι άγριο, αδιάφορο για την ασφάλεια του αναβάτη του, των γύρω του ιπποκόμων. Μπορούσε στην αμετανόητη πορεία του προς το φως και στη χωρίς κανέναν συμβιβασμό κατάδυσή του προς το Κέντρο της Ψυχής να ποδοπατήσει τα περιχαρακωμένα απ’ τις αδυναμίες τους πρόσωπα, να αποκαλύψει βίαια τις συσπειρώσεις των ψεμάτων και της ανειλικρίνειας.

  Θυμάμαι τον Λουίς Μπουνιουέλ κάθε φορά που σκέφτομαι τον Γιάννη Τσαρούχη. Θυμάμαι πως μ’ αυτούς τους δύο είχα πάντα την αίσθηση ότι ήταν δύο άτακτά παιδιά, κυκλωμένα από ένα περιορισμένης ηλικίας σώμα. Μ’ αυτούς τους δύο βεβαιωνόμουνα συνέχεια γι’ αυτό που λένε, ότι η καρδιά, άμα το θέλεις πραγματικά, δεν γερνάει ποτέ. Ότι η καρδιά και τα μάτια κι ο νους δεν πνίγονται με το ναυάγιο των άλλων μελών του εαυτού μας, δεν ακολουθούν το κορμί στη φθορά του. Για να είμαι όσο γίνεται ακριβής: τα μάτια κι ο νους, η καρδιά πετάνε τη σκούφια τους να τραβήξουν για την αντίθετη κατεύθυνση, για την παραδείσια παιδική ηλικία, όπου όσα είναι να γίνουν γίνονται και όσα είναι να ειπωθούν λέγονται ελεύθερα και δραστικά.

  Ο Γιάννης Τσαρούχης ο Ποιητής αδιαφόρησε συγκινητικά για το γήρας του σώματός του, για τις επίπονες αρρώστιες. Αδιαφόρησε προπαντός για το γήρας των γύρω του, για την επισφαλή ησυχία της παραδόσης, της υποχώρησης. Κορόιδεψε πάντα το φόβο για το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, που πετσοκόβει τα αισθήματα, που κάνει τους ανθρώπους εγωπαθείς και ηττημένους, γεροντάκια τσιγκούνικα και ταμπουρωμένα. Σαν να ‘χε πιει όλο το ελληνικό φως με τη μία, φώτισε με τη σειρά του τα πράγματα αλλιώς, αναπαλαίωσε συχνά τις μοντέρνες και φτηνές ανησυχίες των πολλών. Ανακαίνισε ως τεχνίτης της φιλοσοφίας λυρικός τις αραχνιασμένες, τις ξεχασμένες αξίες μας.

  Δεν του αξίζουν του Τσαρούχη οι επικήδειοι, τα μνημόσυνα, τα αφιερώματα. Αυτός που ήξερε πώς να χαθεί μες στο λυτρωτικό χάος του χρόνου, ελεύθερος σήμερα πια, αυτή την ώρα που μιλάμε, απ’ του θνητού του σώματος τον περιορισμό, ούτε στ’ όνομά του το συμβατικό δεν κρατιέται, ούτε στην περασμένη, προσωπική του κίνηση. Διαχέεται στη νοοτροπία και στις ευαισθησίες όλων μας, κινεί τα χέρια μας λίγο κι αυτός, διορθώνει αόρατος νέους που προσπαθούν να ζωγραφίσουν, που μπερδεύονται, που δεν ξέρουν, που ψάχνουν κι αυτοί ένα φως.

  Με μια παρένθεση, με μια παράβασή του, στον Μπολιβάρ, ο Εγγονόπουλος λέει καλύτερα αυτό το τελευταίο που πάω κι εγώ να σας πω για τον Τσαρούχη:

Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια λίγα
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινήση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογι-
ζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
_________________________________
*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό PLAYBOY τον Μάρτιο του 1990.



ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Όλο Αέρα
(του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ)

Μια ιστορία: ήμουνα τότε στην EMI. Στις τέσσερις το πρωί, ένα πρωί, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, τέτοιες ήσαν οι ώρες του. «- Θέλω μια χάρη από σένα. Για τη ‘Σκοτεινή Μητέρα’ θέλω να μου γράψει κάτι στο εξώφυλλο ο Τσαρούχης». «- Γιατί δεν τον παίρνεις ο ίδιος στο τηλέφωνο; Πιο καλά δεν θα είναι;» «- Όχι». «- Γιατί;» «- Γιατί ντρέπομαι! Του ’χω πάρει για μια δουλειά εκατόν είκοσι σλάιντς με όλα του τα έργα, και τα έχω χάσει! Δηλαδή εδώ μέσα κάπου θα ’ναι αλλά δεν μπορώ να τα βρω» «- Τι σε κάνει να πιστεύεις πως εγώ θα τα καταφέρω;» «- Θα τα καταφέρεις».

Πήρα το Φασιανό με το πρώτο φως του ηλίου. Το και το. «- Πάμε μαζί», είπε ο Αλέκος. «- Αφού το θέλει ο Χατζιδάκις».

Πήγαμε, μπήκαμε. Λίγο καιρό πριν φύγει. Τα μυαλά του, βέβαια, τα ’χε ακόμα τετρακόσια. Μια χάρη: «- Ο Χατζιδάκις…» «- Μου ’χει πάρει εκατόν είκοσι σλάιντς μ’ όλα μου τα έργα, και μου τα ’χει χάσει!» «- Δεν τα έχει χάσει. Στο σπίτι του είναι, υποσχέθηκε πως θα τα ψάξει με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά, επειδή το σημείωμα επείγει, ο δίσκος βγαίνει…» «- Πάρτε χαρτί, κύριε Κακίση». Πήρα. Άρχισε να μου υπαγορεύει:
«- Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ένας διεθνούς φήμης απατεών …».
Ο Αλέκος Φασιανός απέναντί μου χλόμιασε, το χέρι το δικό μου άρχισε να τρέμει. Ο Τσαρούχης απτόητος συνέχισε: «Άνω στιγμή: Είναι ικανός να σε πείσει πως ακούς κινέζικη μουσική, χωρίς να ’χει πάει ποτέ στην Κίνα!» …Πήγανε οι ψυχές μας στη θέση τους. Μας πιάσανε και τους τρεις τα γέλια.
Αυτό το κείμενο του Τσαρούχη, λίγο πιο ήπιο, με ακριβώς όμως το ίδιο νόημα, την ίδια κεντρική ιδέα, υπάρχει στο δίσκο με τη Φαραντούρη, δείτε το…
Κι εδώ εγώ αυτό πάλι ήθελα να πω: Πας παντού, με την καλή μουσική, με τα αισθηματικά τραγούδια, με δύο έξυπνες, αιώνια νέες νότες. Και στην Κίνα τη μακρινή του Μάρκο Πόλο, και στην Κορσική του Ναπολέοντα, και στο Παρίσι του Ουγκώ, και στο Λονδίνο του Έλιοτ, και στη Ρώμη του Ρότα, και στην Αμερική την Πάνω του Ντην Μάρτιν, και στην Αμερική την Κάτω της Λύντια Μεντόζα, παντού. Μένοντας εδώ, σταλαγματιά-σταλαγματιά. Πάντα ξανά, πάντα η ταινία θα ’ναι το Οκτώμιση. Σ’ άγνωστες χώρες, τόσο δικές μου. Που λέγονται Μπήτλς. Που λέγονται Φελλίνι. Που λέγονται Χατζιδάκις. Που λέγονται Πιατσόλα.

Που λέγονται μ ο υ σ ι κ ή.

Που η επικράτειά τους είναι όλος ο άλλος κόσμος. Ο όλος αέρα.

Ο όλος φως. Ο όλος θάλασσα.

__________________________________
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο cd Μόρφω Τσαϊρέλη - Ηρακλής Βαβάτσικας «Για φωνή και ακκορντεόν» (Protasis, 2002).



ΜΕΡΟΣ IV
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1934-1937
Οι κόρες του άρματος, χοντρές και ωχρές, με λίπη
θαύματα ψυχικής ευαισθησίας, εβγήκαν τρεχάλα από
την εκκλησία ξυπόλητες, με τα νυχτικά τους κίτρινα,
μωβ, φυστικιά κι έτρεχαν αρκετά ιδρωμένες προς τους
σκονισμένους δρόμους και τις πλάκες του δρόμου,
άλλες κατά το δρόμο της Ελευσίνος, κοντά στην παρα-
λία, την ώρα που έδυε ο ήλιος και τις ετουφέκισαν, υπό
τους ήχους του Λεβιάθαν.
1936


Μακριά από το εργοστάσιο της κόλλας και το κό-
σμημα της χρυσής καρδιάς, κάθομαι στο πανύψηλο σπίτι
της παραλίας κλαίων απαρηγόρητος και πίνοντας το πο-
τήρι της καλής παρηγοριάς.
1936



Μόνο το όνειρον δημιουργεί αδιέξοδα και φόβους,
ανάλογους με τον ορθολογισμό. Μόνο αυτό δίνει σημα-
σία σ’ ό,τι δεν έχει τόσον πολύ.
1936




Αθήνα, 7 Ιουνίου 2010


ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ
και (για την αντιγραφή)
ΦΩΤΗΣ ΜΠΑΤΣΙΛΑΣ
____________________________________
Στις φωτογραφίες, κατά σειρά: 1. Ο Γιάννης Τσαρούχης, 2. «Ο Χορός στο Θέατρο» (1968), 3. «Άνοιξις» (1970), 4. «Πέρσες» (Τσαρούχης, Κουν), 5. Δεκέμβριος (1972), 6. «Ο Κήπος του Τεριάντ» (1961), 7. Ο Γιάννης Τσαρούχης με τον Σάμουελ Μπέκετ (Μαρούσι, 1966), 8. Νίκος Ζαχαρίου, Μαρία Κάλλας, Αλέξης Μινωτής, Γιάννης Τσαρούχης (Ντάλλας, «Μήδεια»), 9. «Η Θυσία της Ιφιγένειας» (1955).

2 σχόλια:

  1. ΕΥΟΙ - ΕΥΑΝ συνάδελφε.
    πολύ καλό το αφιέρωμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ ωραίο!!!
    Ευχαριστώ πολύ!
    Την καλησπέρα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή