Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΘΩΜΑ ΜΑΥΡΟ




Διαρκούντος του Μουντιάλ (και βλέποντας τους επιθετικούς να δυσκολεύονται) είπαμε με τον ποιητή Σωτήρη Κακίση να κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα στον Θωμά Μαύρο, τον θρυλικό επιθετικό και μεγαλύτερο ίσως Έλληνα γκολτζή όλων των εποχών. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει μία συνέντευξη του Σωτήρη Κακίση με τον Θωμά Μαύρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κ" της Καθημερινής (2008), ένα κείμενο του ποιητή για τον Μαύρο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "SPORT+" (No 5)  της Καθημερινής πάλι (14-6-2008), και τέλος, ένα δικό μου «σπονδυλωτό» κείμενο. Ιδού:


ΜΕΡΟΣ Ι
ΘΩΜάΣ ΜΑύΡΟΣ:


« Μη γίνουμε μπάσκετ κι εμείς ! »

ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ:

-Ποιος, ποιος, ποιος ; Ο Μαύρος ο θεός ! Και πώς αλλιώς να ξεκινήσει κανείς έναν πρόλογο για τον Θωμά Μαύρο, ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα του ελληνικού ποδοσφαίρου, έναν από τους μεγαλύτερους σκόρερ μας όλων των εποχών; Γιατί συζητήθηκε πολύ αυτές τις μέρες πως θα «ξανάπαιζε μπάλα» για την αγαπημένη του Α.Ε.Κ., πως πάλι στα δύσκολα τον θυμήθηκαν κι αυτόν κάποιοι.

Όμως ο Μαύρος εδώ λέει άλλα. Πως το θέμα δεν είναι οι καρέκλες, αλλά ο τρόπος. Το πώς προσέρχεται κανείς στον πολύ-βασανισμένο αυτόν χώρο, πώς λειτουργεί όταν τον αγαπάει, πώς θέλει και καρδιά η υπόθεση –όπως όλα-, πως αλλιώς δεν γίνεται. Πως άμα συνεχίσουμε όπως συνεχίζουμε σαν χώρα και στο ποδόσφαιρο, στον πάτο της βαθμολογίας θα παραμείνουμε στον αιώνα τον άπαντα, θα σωζόμαστε, αν σωζόμαστε, πάντα την τελευταία στιγμή.

-Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε…

ΘΩΜάΣ ΜΑύΡΟΣ: Μακριά από μένα οι τίτλοι !

-Μα δεν… ;

Θ.Μ.: Δεν. Μια σύσφιγξη των σχέσεων με τους παλαίμαχους της Α.Ε.Κ. έγινε μόνο προ ημερών, και τίποτα παραπάνω. Τα προεδριλίκια δεν περιλαμβάνονταν ποτέ ώς τώρα στα ενδιαφέροντά μου. Ασχολούμαι πάντα, παρακολουθώ τα της Α.Ε.Κ. αλλά και του ελληνικού ποδοσφαίρου τα πράγματα, αλλά ώς εκεί.

-Ώς εδώ ! Πού τι γίνεται πια; Πού έχει φτάσει το παλαιό, πάλαι ποτέ πανίσχυρο Π.Ο.Κ., λέτε; Φέτος ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός κι η Α.Ε.Κ. δύσκολα σταυρώνουν κάνα καλό παιχνίδι…

Θ.Μ.: Σε …αμόκ βρίσκεται συχνά τα τελευταία χρόνια το παλαιό Π.Ο.Κ. Γιατί το πανίσχυρο τρίο που είπατε, που παλιότερα είχε ομάδες συνήθως πανίσχυρες κι όλες οι άλλες ελληνικές ομάδες παλεύανε να τις φτάσουνε, κι υπήρχε ανάμεσά τους κάποια απόσταση ποιότητας, τώρα αυτή την απόσταση ποιότητας δεν υπάρχει. Με αποτέλεσμα όλα τ’ …αποτελέσματα, οπουδήποτε αυτοί οι τρεις παίζουνε, να είναι ανοιχτά.

-Κάτι έκανε ο Παναθηναϊκός, βέβαια, μες στη Γερμανία, ο «Παναθηναϊκός της Ευρώπης»…

Θ.Μ.: Εντάξει, πολύ καλό αποτέλεσμα, συγχαρητήρια, αλλά το παν είναι η διάρκεια. Η διαχρονικότητα. Το να μπορείς να είσαι καλός σε κάθε παιχνίδι, όχι μια στις τόσες, σαν έκπληξη, σαν φωτοβολίδα.

-Όμως, μπορεί να μην ήταν και καλό αυτό, να έχουμε πρωτάθλημα, όπως είχαμε ώς τώρα, δύο-τριών ομάδων, και πρόσφατα, για καιρό, μιας ομάδας και …μισής. Εσείς, άλλωστε, έχετε ζήσει την ελληνική πραγματικότητα και από «μικρή» ομάδα, τώρα μεγάλη…

Θ.Μ.: Πάντα ήταν μεγάλη ομάδα ο Πανιώνιος, για μένα ! Αλλά το ελληνικό ποδόσφαιρο, στο σύνολό του λέω εγώ, αντί να πηγαίνει προς τα πάνω, πάει προς τα κάτω.

-Περίπατο…

Θ.Μ.: Περίπατο. Κάποτε η Κύπρος, θέλω να πω, μας έβλεπε σαν παράδειγμα, και προσπαθούσε να μας φτάσει και δεν μπορούσε, και να τώρα φέτος, μας έχουνε κάνει τη μια ζημιά μετά την άλλη. Και με την Ανόρθωση, και με την Ομόνοια. Και όλο το Π.Ο.Κ. που είπατε εισέπραξε τριάρες, να μη μείνει κανένας δυσαρεστημένος.

-Γιατί όμως; Πώς ξεκίνησε το κακό, λέτε;

Θ.Μ.: Εγώ νομίζω πως το κακό ξεκίνησε από το γεγονός ότι, από κάποια στιγμή και μετά στο ποδόσφαιρό μας, μπήκανε άνθρωποι που δεν το αγαπούσανε, με προσωπικές μόνο φιλοδοξίες και με ανύπαρκτες γνώσεις. Προσπαθώντας, λοιπόν, να υπηρετήσουν αυτοί οι άνθρωποι τους εαυτούς τους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά όχι μόνο, κατέστρεψαν και τις ομάδες, και το πρωτάθλημά μας. Συν το νόμο του Μπόσμαν, διαλύθηκε πια οποιαδήποτε θετική κατάσταση.

-Εννοείτε πως μας κουβαλιέται πια εδώ όποιος κι όποιος, και τα δικά μας νέα παιδιά, ακόμα και στη Δεύτερη Εθνική δυσκολεύονται να βρούνε θέση να παίξουν μπάλα;

Θ.Μ.: Ακριβώς. Μην ξεχνάτε πως ζούμε στην Ελλάδα, όπου ναι μεν είμαστε αμπέλι ξέφραγο από νόμους, αλλά ο Έλληνας ο οπαδός Έλληνες παίκτες θα προτιμούσε να βλέπει, με Έλληνες καλύτερα να πηγαίνει μπροστά η ομάδα του. Δεν λέω, χρειάζονται τρεις, τέσσερις, πέντε καλοί ξένοι παίκτες στην κάθε ομάδα, που θα κάνουν τη διαφορά, που θ’ αξίζουν τα λεφτά που παίρνουνε, αλλά οι συντριπτική πλειοψηφία καλό θα ήταν να ήταν Έλληνες.

-Οπωσδήποτε να μην είχαμε φτάσει και στο κατάντημα του Άρη και του Αστέρα Τρίπολης, που ψάχνει κανείς τον Έλληνα με τον φακό.

Θ.Μ.: Κι άλλες ομάδες έχουν πάρα πολλούς ξένους, αλλά σ’ αυτές τις δύο έχει ξεφύγει πια τελείως το πράγμα. Και σε λίγο ούτε Εθνική ομάδα δεν θα μπορούμε να φτιάξουμε.

-Μα σώζουν προς ώρας οι Έλληνες που παίζουν στο εξωτερικό. Αλλά κι αυτή η απίστευτη επί καιρώ μονοκρατορία του Ολυμπιακού πια δεν έχει συντελέσει στη δραματική υποβάθμιση του πρωταθλήματός μας; Και χωρίς «παράγκες» αν ήτανε, πάλι λάθος είναι.

Θ.Μ.: Θα σας πω. Κατ’ αρχήν εγώ πιστεύω πως ο τρόπος για την οποιαδήποτε βελτίωση, είτε εδώ, είτε οπουδήποτε αλλού, είναι η ενασχόληση και μόνο με τη βελτίωση της ποιότητας της ομάδας του καθενός. Αυτός οφείλει να είναι ο στόχος μας πάντα: η αγωνιστική μας βελτίωση από μέσα, όχι απέξω, όχι με τρόπους εξωτερικούς, είτε διαιτησία λέγεται αυτός ο τρόπος, είτε μοναχοφαγία, είτε όπως αλλιώς. Μόνο με την υγιή άμιλλα, και κάποια δικαιοσύνη βέβαια στη διεξαγωγή των αγώνων, ανεβαίνει η στάθμη του συνόλου του ποδοσφαίρου μας, και δεν πάει, όπως πήγε, προς το κάτω. Πώς αλλιώς να ‘χεις στην Ευρώπη αξιώσεις; Μόνο πίκρες θα εισπράττεις έτσι διεθνώς, κι οι εξαιρέσεις στις πορείες τις ευρωπαϊκές μας θα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

-Όπως, από το Γουέμπλεϋ και μετά, τριανταπέντε χρόνια πια, έτσι μετριούνται.

Θ.Μ.: Μα πώς αλλιώς να μετρηθούν, μ’ όλο αυτό το μπάχαλο που επικρατεί όλ’ αυτά χρόνια στην Ελλάδα; Εδώ κοντεύει να μην υπάρχει πια ένας ποδοσφαιριστής δικός μας της προκοπής, ένα είδωλο για τους νεώτερους, τι απαιτήσεις να έχουμε για έξω, για το κάτι παραπάνω; Πώς, δηλαδή; Γιατί; Γιατί να έχουμε επιτυχίες έξω, μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στο ελληνικό πρωτάθλημα, μ΄όλη αυτή την ανύπαρκτη ποιότητα;

-Μα και τον Θεό τον ίδιο, πάνω κι από τον Ριβάλντο στα καλά του να φέρεις, άμα παίζει σ΄ ένα πρωτάθλημα αυτή η ομάδα που περπατάει, που δεν έχει σωστό ανταγωνισμό, βγαίνοντας έξω θα τρώει τη μια σφαλιάρα μετά την άλλη.

Θ.Μ.: Και το κακό είναι πως σ΄αυτή τη νοοτροπία τη λάθος του ελληνικού ποδοσφαίρου, μπερδεύονται και παίκτες. Κι εδώ κερδίζουν με τον διαιτητή, ή δεν ξέρω κι εγώ πώς, αλλά στην Ευρώπη έτσι από μικρά ψάρια, με τις εμφανίσεις που κάνουν, γίνονται ακόμα μικρότερα. Στην Ευρώπη είμαστε γυμνοί, ξεγυμνωνόμαστε. Στην Ευρώπη φαίνεται συνήθως η πραγματική αξία των ομάδων μας.

-Παλιότερα, θυμάμαι, είχαμε και μια ταπεινότητα, εν γένει σαν λαός. ‘Ετσι έγινε κάτι και με τον Παναθηναϊκό δυό-τρεις φορές, και με την Α.Ε.Κ. στο ΟΥέΦΑ, και με τον Άρη ακόμα, μια φορά κι έναν καιρό. Τώρα…

Θ.Μ.: Τώρα, δεν μας φτάνουν όλα, είμαστε και μέσα στην αλλαζονεία συχνά. Γιατί, σας είπα: κι οι παίκτες αγαπούσανε την ομάδα τους πολύ, σαν Έλληνες είχαμε κοινή νοοτροπία, και το γνώθι σαυτόν οι περισσότεροι. Ποιοι είμαστε εμείς υπολογίζαμε, και ποιοι οι αντίπαλοί μας. Και τότε ο βαθμός δυσκολίας των ευρωπαϊκών ομάδων ήταν πολύ μεγαλύτερος από σήμερα. Και παλεύαμε εμείς με σκληρή δουλειά, σοβαρότητα και πειθαρχία, να το γυρίσουμε το πράγμα, μόλις μας δινόταν η παραμικρή ευκαιρία.

-Ενώ πια χάνουμε τη μια ευκαιρία μετά την άλλη. Κι οι πρόεδροι των ομάδων μας ήταν σε άλλο μήκος κύματος τότε; Εσείς μιλάτε πάντα για τον Λουκά Μπάρλο με συγκίνηση.

Θ.Μ.: Εννοείται. Γιατί αυτόν εγώ γνώρισα στις καλύτερές μας ώρες στην Α.Ε.Κ. Αλλά και για τον Γκούμα παλιότερα πολλά καλά πολλοί έχουν να θυμούνται.

-Φαντάζομαι πως κι ο Γουλανδρής του Ολυμπιακού είχε παρόμοια αγάπη για το ποδόσφαιρο το ίδιο.

Θ.Μ.: Αυτοί είχανε πάθος, έρωτα μεγάλο με τις ομάδες τους, αλλά και με το ποδόσφαιρο στο σύνολό του κατ’ επέκταση. Γι’ αυτό και δίνανε κι εκείνοι τον καλύτερό τους εαυτό. Τον Μπάρλο «πατέρα» τον λέγαμε όλοι.

-Τώρα απέκτησε κι ο ΠαναΘηναϊκός …Πατέρα.

Θ.Μ.: Ο Μπάρλος ενδιαφερόταν για τα προβλήματα του καθενός μας ειλικρινά. Μας έλυνε κάθε τι που μας απασχολούσε εκτός ποδοσφαίρου, να μπορούμε να είμαστε μες στο γήπεδο απερίσπαστοι, συγκεντρωμένοι. Να μπορούμε κι εμείς ν’ αγαπήσουμε και την ομάδα μας, κι αυτό που κάναμε. Εμείς πάντως είχαμε, σας το ξανάπα, και είδωλα να μιμηθούμε: τον παλαιό Σαραβάκο στον Πανιώνιο, τον Δέδε, τον Χάιτα, τους Ιντζόγλου, τον Μαυρίδη τον Στάθη. Κι ύστερα, τον Σιδέρη, τον Δομάζο, τον Παπαϊωάννου, τον Κούδα. Ενώ τώρα τι; Ποιόν; Τώρα το ταλέντο δεν το αφήνουν μες στο γήπεδο να βγει. Προσωπικότητες τέτοιες δεν υπάρχουν. Τώρα, όλοι παίρνουν τη μπάλα, τη δίνουνε, και τρέχουν.

-Όλοι μαζί, ποδοσφαιριστές και …μη. Εκτός αν είσαι Κακά, Ντελ Πιέρο…

Θ.Μ.: Και στο διεθνές ποδόσφαιρο οι Κρόυφ και οι Κήγκαν είναι κι αυτοί μετρημένοι πια στα δάχτυλα. Πού ο Άγιαξ, και πού η Εθνική Βραζιλίας στο Μεξικό; Θέλω να πω: σίγουρα είναι ομαδικό σπορ το ποδόσφαιρο, αλλά και σίγουρα πρέπει να ξαναβρεθούν τρόποι να ξεδιπλώνονται τα πραγματικά ταλέντα μες στον αγωνιστικό χώρο. Μη γίνουμε μπάσκετ κι εμείς ! Να γυρίζουμε τη μπάλα γύρω-γύρω από μια ρακέτα. Δεν βλέπεις πια εύκολα παίκτη να παίρνει τη μπάλα, και να μπαίνει κατά μέτωπο.

-Γκάλη !

Θ.Μ.: Είναι και τέχνη, και φαντασία το καλό ποδόσφαιρο. Γοητεία. Κι εμείς παλεύουμε να το από-γοητεύσουμε με χίλιους τρόπους, να μη θέλει άλλος να πηγαίνει στο γήπεδο.

-Άφησα προς το τέλος το βαρύ θέμα της διαιτησίας. Τη μεγάλη μας εγχώρια απογοήτευση, με τις τραγικές επιδόσεις αδιαλείπτως. Πώς λύνεται αυτός ο …Γόρδιος Δεσμός μας;

Θ.Μ.: Κι αυτό λύνεται, αν οι παράγοντες αποφασίσουν να εγκαταλείψουν μια ωραία πρωία τις «παράγκες» και τα παραπήγματα, και παραιτηθούν από οποιαδήποτε βοήθεια από αυτή την κατεύθυνση. Κι αν δεν γίνει κι αυτό, να, ο γκρεμός μπροστά μας είναι. Δεν τον συμφέρει κι εκείνον, τελικά, όποιον έχει τον έλεγχο. Γιατί η ομάδα του είναι μικρή, δεν γίνεται έτσι μεγάλη. Άμα ξέρεις πως είσαι αβοήθητος, δυναμώνεις, κάνεις σωστές επιλογές, συγκεντρώνεσαι, φτιάχνεσαι. Αποκτάς και ποιότητα, και αξία, και χρήματα πολύ περισσότερα αύριο-μεθαύριο, μεγαλώνοντας το ανάστημα και την ανταγωνιστικότητά σου. Και δεν βρίσκεσαι, όπως φέτος π.χ., από το ψηλά στα χαμηλά.

-Και τα προεδριλίκια, με τα οποία ξεκινήσαμε; Ο Ντέμης κι η …αποκαθήλωσή του η πρόσφατη; Σας θυμάμαι από την πρώτη μέρα στο Κάραβελ τότε που πήγαμε μαζί για την Ένωση 1924, που είσασταν σκεπτικός και μου είπατε: -Δύσκολα θα πάει καλά το πράγμα, οι εγωισμοί εδώ μέσα είναι πολλοί.

Θ.Μ.: Μιλήσαμε πριν και για τη χαμένη μας ταπεινότητα. Για το ότι πρέπει κανείς να νοιώθει υπηρέτης, όχι δυνάστης, μιας ομάδας, μιας ιδέας. Το πρώτο είναι αυτό. Και το δεύτερο να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις, πώς θα γίνει αυτό που θέλεις να κάνεις. Και ποδοσφαιρικά δηλαδή, τα μυστικά των πραγμάτων. Έτσι μόνο κάνεις τις σωστές επιλογές και σε πρόσωπα. Τα γκέμια του αλόγου σου, της περηφάνιας σου, αν δεν τα κρατάς καλά, αν δεν ξεπεζεύεις συχνά από τον εγωισμό σου, δύσκολα πας μακριά. Δύσκολα, στην Ελλάδα ιδιαίτερα την …ιδιαίτερη πάντα, να τα καταφέρεις με τα ψέματα.

 
 
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
 
ΠΟΙόΣ, ΠΟΙόΣ, ΠΟΙόΣ ?

Ο ...άΣΠΡΟΣ Ο ΘεόΣ ?
 
ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ:
 
(Ευκαιρία με το ...Γιούρο, λοιπόν, να ολοκληρώσουμε κι εκείνη τη μελέτη μας για τους σκόρερς, τότε και τώρα. Σαν αφιέρωση μάλιστα και στους πρωτοπόρους εκείνους του Αλκέτα Παναγούλια, στης Ιταλίας τα τελικά του Πανευρωπαϊκού, το σωτήριο εκείνο 1981, παιδιά...)

Λένε πως τον θυμίζει. Πως του μοιάζει πολύ. Πως ο Ζορρό της Α.Ε.Κ. πατάει πάνω στα ίχνη του αρχαίου θεού της Ένωσης, πως κινείται με αρκετά παρόμοιο τρόπο μέσα κι έξω από την περιοχή, πως χτυπάει όταν πρέπει κι αυτός, όπως πρέπει. Πως σκοράρει όπως κι Εκείνος, ο Θωμάς, ο πιστός. Λένε πολλά.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Από την πολλή αρχή, ας φτάσουμε μέχρι Μύλλερ, μέχρι Τοστάου: ο σκόρερ ο πραγματικά μεγάλος αυτό που κάνει, αυτό που έκανε από καταβολής ποδοσφαίρου είναι να βάζει στα δίχτυα μέσα τη μπάλα. Και αυτό πρέπει να το κάνει όσο πιο συχνά γίνεται, όσο πιο εύστοχα γίνεται. Μόλις του δοθεί η ευκαιρία, με την κίνηση, με την τοποθέτησή του, με την πάσα που θα πάρει, ακόμα και με τη ...μύτη ει δυνατό οφείλει να μπορεί να σπρώχνει το τόπι το άπιστο πέρα από τη γραμμή την άσπρη. Κι ας περάσει η μπάλα κι ένα εκατοστό ακόμα μέσα, κι ας μη σκίσει τα δίχτυα ποτέ.

Τέτοιος ήτανε ο Μύλλερ ο γερμανός. Κι ο Ζέλερ, ο γερμανός επίσης. Κι άλλοι αρκετοί όλ’ αυτά τα χρόνια. Κι ο Τοστάου βέβαια ο λευκός βραζιλιάνος. Κι ο Μαύρος ο δικός μας εδώ. Δεν χάνανε εύκολα ευκαιρία. Δεν αργούσανε. Δεν «καλλιτεχνίζανε». Δεν πετύχαιναν τα τέλεια δοκάρια, το τέλειο σύριζα άουτ. (Δείτε τους τρεις αυτούς μεγάλους ξένους στο φιλμ του μυθικού Μουντιάλ του Μεξικού, και θα καταλάβετε. Κι ας μην προλάβαινε ο Τοστάου να βάλει αυτός το γκολ με Πελέ άπαιχτο και Ζαϊρζίνιο αφηνιασμένο, πάντα δίπλα τους ήταν στο Μεξικό, πάντα σ’ επιφυλακή, πάντα σαν φάντασμα πίσω τους).

Λοιπόν, τα λέγαμε και σχετικά πρόσφατα για τον Μίμη Παπαϊωάννου: ενώ ο Μύλλερ ήξερε μόνο όση μπάλα του χρειαζότανε, ο Τοστάου κι ο Ζέλερ ήξεραν πολλή περισσότερη, όπως κι ο Μαύρος. Αλλά τίποτα περιττό δεν κάνανε, είπαμε, τίποτα, ποτέ σχεδόν, εντυπωσιακό. Κι αυτό ήταν, είναι ακόμα πιο δύσκολο, τελικά. Να μπορείς, θέλω να πω, ν’ αφήνεις στην άκρη τις αρετές σου τις εκείνη τη στιγμή άχρηστες, για να χρησιμοποιήσεις την πιο κυνική σου πλευρά, την πιο ταπεινόφρονα. Γιατί το γκολ θέλει ακρίβεια και αυτοσυγκέντρωση, και το παραπάνω τέτοιες στιγμές είναι πάντα λιγώτερο, πάντα φτωχό.

Υπάρχει μιά διαφορά άρα ανάμεσα στους σκόρερ αυτούς, ανάμεσα στον Μαύρο τον Θεό και τον Μπλάνκο τον Ζορρό. Εντάξει, κίνηση έχει, και τοποθέτηση, και σουτ, και άλμα, και κεφαλιά, και ξαφνικά κάνει και πράγματα ο Μπλάνκο, που με τη μπάλα που ξέρει δεν του τα έχεις εύκολα. Αλλά η διαφορά η μεγάλη μεταξύ τους είναι πως ο Μπλάνκο θέλει ένα σωρό ευκαιρίες για ένα γκολ, ενώ ο Μαύρος δεν ήθελε: του έφτανε και το παραμικρό άνοιγμα στον ουρανό της αντίπαλης εστίας για να ρίξει τον κεραυνό του.

Άλλωστε, για σκεφτείτε και τον Ζορρό: φανταστείτε τον να θέλει πέντε, έξι, επτά σπαθιές για να πετύχει τον αντίπαλό του, κι όχι μία, μία στις δύο έστω. Τι Ζορρό θα ήτανε τότε, παρά Ζορρό αποκριάτικος. ‘Η, ακόμα χειρότερα, Ζορρό τραυματίας. Ζορρό, φευ, πεθαμένος, νεκρός. Νεκρώτατος, που έλεγε κι ο Χρήστος ο Ευθυμίου ο παλιός, ο συγκινητικώτατος εκείνος «’Ενας Βλάκας και Μισός» μας.




ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Τρεις ιστορίες με τον Μαύρο.

ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΜΠΑΤΣΙΛΑ:


Ιστορία Πρώτη: Περί Θεών.


Το μάθημα των θρησκευτικών ήταν «λούφα», αλλά μόνο στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Στο Δημοτικό (για μένα δηλαδή από το 1978 έως και το 1983) ήταν ένα μάθημα σαν όλα τ’ άλλα: ήθελε «διάβασμα» και «προσοχή»…
Ο κύριος Γιώργος, ο δάσκαλος της Έκτης Δημοτικού, ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Έτσι, όταν κάποιος απ’ τους μαθητές της τον ρώτησε: «Κύριε, τελικά ποιος είναι ανώτερος Θεός, ο Δίας ή ο Χριστός;», εκείνος, χωρίς να κλονιστεί, απάντησε με παρρησία: «Δεν ξέρω! Άλλωστε, ιστορικά υπήρξαν πολλές θρησκείες και πολλοί Θεοί και κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για το ποιος ήταν ο ανώτερος». Και συνέχισε, ρωτώντας μας: «Εσείς ποιους άλλους Θεούς ξέρετε, εκτός από τον Χριστό και τον Δία»; Ο Χρήστος, που ήταν δυνατός στην Ιστορία, απάντησε αμέσως: «Την Αθηνά, την Άρτεμη και τον Ήφαιστο». Ο Τάκης, που αγόραζε το περιοδικό «Το Τεστ» είπε την Ίσιδα και τον Ρα, η Μαρία, καλή μαθήτρια, ανέφερε τον Απόλλωνα, τον Βούδα και τον … Μωάμεθ, άλλα παιδιά είπαν διάφορους άλλους Θεούς (που ήταν και δεν ήταν). Όταν ήρθε η σειρά μου, τους είχαν πει όλους, πλην ενός. Σα να ψέλλισα τ’ όνομά του, φωνή όμως δε βγήκε. Ο κύριος Γιώργος με έβγαλε από τη δύσκολη θέση: «Αν δεν ξέρεις άλλους , δεν πειράζει». Ήξερα, μα δεν είπα… Κι από τότε, όποτε ακούω το σύνθημα, μια μελαγχολία με κυριεύει και κακίζω τον εαυτό μου που φοβήθηκα και δεν μίλησα εκείνη τη μέρα των Θρησκευτικών, εκείνη τη μέρα των Θεών, που δεν είπα ότι ο Μαύρος, ο Θωμάς ο Μαύρος ήταν κι αυτός «Θεός»…


Ιστορία Δεύτερη: Οι Τίτλοι των Εφημερίδων.

Δε θα ξεχάσω, Θωμά Μαύρε, εκείνη την Τετάρτη του Κυπέλλου, μέσα στο Καραϊσκάκη, που με την κούρσα του μισού γηπέδου πέτυχες το 0-1 και μας έδωσες, σ’ όλους εμάς τους οπαδούς της Α.Ε.Κ., χαρά, χαρά ανείπωτα μεγάλη… Και μετά, έμπλεος ικανοποίησης και πλήρης αισθημάτων ευφορίας εγώ, μεταμορφώθηκα σε διευθυντή εφημερίδας, πήρα το στυλό στο χέρι κι άρχισα να γράφω σε λευκά χαρτιά τίτλους, πηχυαίους τίτλους για την επόμενη μέρα, τίτλους ενθουσιώδεις, που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα τους έχω μπροστά μου, κι ας μην υπήρξαν ποτέ, ποτέ ας μην γράφτηκαν:

«ΜΙΛΗΣΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΘΕΪΚΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΠΟΔΙ»

«ΞΑΝΑ ΘΕΟΣ Ο ΜΑΥΡΟΣ»

«ΤΟΥΣ ΜΑΥΡΙΣΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ»

«ΕΝΑΣ, ΑΛΛΑ … ΜΑΥΡΟΣ»

«ΜΑΥΡΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ,

ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Α.Ε.Κ.»

και, τέλος,

«ΕΤΣΙ … ΜΑΥΡΙΖΕΙ Ο ΜΑΥΡΟΣ».


Ιστορία Τρίτη: «Δεν είσαι και Μαύρος!»

Μικρούλης ήμουν, στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού κι έτρεχα ν’ αγοράσω μπαταρίες, δύο και μεγάλες, για το φορητό ραδιοφωνάκι, γιατί ήταν Κυριακή κι η ώρα πλησίαζε τρεις παρά τέταρτο και τα παιχνίδια σε πολύ λίγο θ’ άρχιζαν. Κι ήθελα πάλι, όπως κάθε Κυριακή, ν’ ακούσω την αναμετάδοση, τον Ηρακλή Κοτζιά (ή και τον Κώστα Μότση, αν το γυρνούσα στην ΥΕΝΕΔ), να δίνει το μικρόφωνο στον Βασίλη Γεωργίου στη Νέα Φιλαδέλφεια, να περιγράψει την Α.Ε.Κ. με τον Στεργιούδα, τον Μουσούρη και τον Ραβούση και τον Θώδη και τον Τάσσο και, φυσικά, με τον Αρδίζογλου και τον Μαύρο. Να λέει ο εκφωνητής «Μπαίνει ο Αρδίζογλου, μπαίνει, τριπλάρει έναν, δύο, τρεις, κάνει μία σέντρα και…, ναι!, έρχεται Μαύρος, στοπάρει τη μπάλλα, ελίσσεται, σουτάρει και … γκολ!!!» … Κι ύστερα, αφού τα παιχνίδια τελείωναν, απόγευμα, στη μελαγχολία της Κυριακής, με μια μπάλλα πλαστική, στη γειτονιά, στη αλάνα ή στο δρόμο, δυο-τρεις στην αρχή κι ύστερα περισσότεροι, χωριζόμασταν κι αναπαριστούσαμε τα πεπραγμένα, τα ματς του μεσημεριού, πώς το ’βαλε ο Γαλάκος και πώς ο Κωστίκος κι ο Γκουερίνο (γιατί σχεδόν όλοι ήταν Π.Α.Ο.Κ.) κι όταν τελείωναν αυτοί, έπαιρνα κι εγώ τη μπάλλα και τους τρίπλαρα όλους (αφού ήμουν ο Μαύρος) κι όταν έφτανα μπροστά στον τερματοφύλακα, έδινα πάσα απ’ το δεξί στο αριστερό και σούταρα, κι ήμουν σίγουρος ότι θα μπει αφού ήμουν ο Μαύρος και δεν γινόταν παρά να μπει. Κι όντως έμπαινε, κι έτρεχα στη νοητή εξέδρα και μ’ ένα ελαφρύ πήδημα πανηγύριζα μπροστά σ’ αυτούς που είχαν γίνει Γούναρης και Δαμανάκης και Ιωσηφίδης και τους έδειχνα Μαύρος τι θα πει…

Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσα κι ανδρώθηκα και συνέχιζα να παίζω, πιο σοβαρά, πιο σκληρά, έπαψα να λέω ότι «γίνομαι Μαύρος» κι ας γινόμουν μέσα μου, για να πάρω δύναμη, τέχνη και θάρρος, κι έπαιρνα απ’ όλα και μεταμορφωνόμουν κι ήμουν ένας τέλειος πια Μαύρος! Κι ήρθε, μοιραία, κι η ώρα των διλημμάτων, κι εκείνη η καθηγήτρια του Λυκείου, η Γιώτα, που μ’ αγαπούσε και με μισούσε μαζί, τέλη της δεκαετίας του ’80 πια, με πλησίασε και μου ’πε με αγάπη και στοργή (κι ίσως και με φθόνο): «Καλό μου παιδί, μην παρατάς τα γράμματα για τη μπάλλα. Καλά παίζεις, τρέχεις, σουτάρεις, βάζεις γκολ, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν είσαι και … Μαύρος!».

Πληγώθηκα, αλλά ήταν αλήθεια: κανείς δεν ήταν, κανείς δεν έγινε, κανείς δεν θα ξαναγίνει ποτέ Μαύρος!

Αθήνα, 29 Ιουνίου 2010


ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ – ΦΩΤΗΣ ΜΠΑΤΣΙΛΑΣ

 
 
____________________________________________
Υ.Γ. Στις φωτογραφίες, κατά σειρά: 1. Ο Μαύρος εν δράσει, 2. Ο «Θεός» στα ύψη, 3. Ο Μαύρος με δυο μπάλλες, 4. Ο Μαύρος νεαρός, 5. Ο «Θεός» με τον «Μάγο», 6. Με τον Μπάγεβιτς, 7. Με φόντο τον Δικέφαλο Αετό, 8. Ο Μαύρος πανηγυρίζει και 9. Ο Βασίλης Γεωργίου περιγράφει αγώνα της Α.Ε.Κ.

1 σχόλιο:

  1. ΦΙΛΕ BLOGGER ,
    ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΖΗΤΗΘΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ "ΣΤΕΚΟΥΝ" ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΣΑΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΠΟΨΗΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ.
    ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο Θ.ΜΑΥΡΟΣ ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟ ΦΤΩΧΟ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ .
    ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΤΟΥΜΕ ΤΑ ΟΣΑ ΛΕΕΙ ΛΟΓΩ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑΣ (ΠΟΥ ΟΥΤΩΣ Η ΑΛΛΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΣΟΝΑ ΤΟΥ....) .
    Η.Β

    ΑπάντησηΔιαγραφή