Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΣ - Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΠΟΔΗΛΑΤΩΝ ΞΑΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ



Κάθε φορά που θυμάμαι το πλήθος του κόσμου να επιτιμά τον Αντόνιο, τον «κλέφτη των ποδηλάτων», που αποχωρεί τσακισμένος απ' το συμβάν αλλά και από τον οίκτο του «θύματος», μόνο τον Μπρούνο σκέφτομαι, τον πιτσιρικά, άντε και τη σύζυγο, τη Μαρία. Διότι αυτούς και μόνον αυτούς ντρέπεται ο Αντόνιο, αυτούς που είναι τα μόνα σημεία αναφοράς στη ζωή του, οι μόνοι άξονες της δυστυχίας του. Προσπαθεί να μην σκύψει το κεφάλι, κλαίει και βαδίζει, θέλει να φωνάξει, να ουρλιάξει, να κάνει κάτι, αλλά δεν ξέρει τι και βαδίζει μόνο, φεύγει, αποχωρεί, με βλέμμα υγρό κι απλανές, και με μαχαίρια στην πλάτη του τα μάτια του μικρού. Κι ο Μπρούνο, σύντροφος στη δυστυχία και στην αναζήτηση από μικρός, με εκατοντάδες «θέλω», μα με χιλιάδες «πρέπει» και «δεν γίνεται», σκέτος ενήλικας δηλαδή, να μην ξέρει κι αυτός τι να κάνει, να μην ξέρει ότι πολλές φορές μάτια πληγώνουν περισσότερο απ’ τα λόγια. Τι κι αν δεν είμαστε στα 1948, ο Νεορεαλισμός επιστρέφει δρυμίτερος, κι οι ταινίες του Βιττόριο Ντε Σίκα μας δίνουν τα όπλα, τις αφορμές και το γέλιο να πολεμήσουμε τη θλίψη. Διότι είναι εκτός από διδακτικές (κι ίσως στενάχωρες), το ίδιο διασκεδαστικές, δηλαδή ψυχαγωγικές (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης).


Το στόρυ του «Κλέφτη των ποδηλάτων», της πιο σπουδαίας ίσως νεορεαλιστικής ταινίας, είναι λίγο-πολύ γνωστό: λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπό συνθήκες μεγάλης ανεργίας, ο Αντόνιο στέκεται τυχερός και προσλαμβάνεται μέσω του Γραφείου Εύρεσης Εργασίας ως αφισκολλητής στον Δήμο, υπό τον όρο ότι θα έχει δικό του ποδήλατο. Η εργασία τού είναι απαραίτητη όχι μόνον για την κοινωνική του υπόσταση αλλά και γι’ αυτήν ακόμα την επιβίωσή του (και, φυσικά, και για την επιβίωση της τετραμελούς οικογένειάς του). Το ξέρει αυτό η γυναίκα του, η Μαρία, και γι’ αυτόν τον λόγο ενεχυριάζει τα καλύτερα σεντόνια της (την προίκα της, ίσως) προκειμένου να βρεθούν τα χρήματα και ν’ αποκτηθεί το αναγκαίο ποδήλατο. Ο Αντόνιο, λοιπόν, αποκτά το ποδήλατο κι χαρά της οικογενείας είναι μεγάλη! Με τι κέφι, την άλλη μέρα, πιάνει δουλειά, με τι διάθεση «κολλάει» μια αφίσα της Ρίτα Χέηγουωρθ! Κι όμως, την πρώτη κιόλας μέρα, στην πρώτη του κιόλας αφίσα, ενώ είναι ανεβασμένος πάνω στη σκάλα, του κλέβουν το ποδήλατο… Απορία, ταραχή, απελπισία και θυμός συνθέτουν το παζλ των συναισθημάτων του. Δεν έχει επιλογές, πρέπει να βρει τον κλέφτη, να πάρει πίσω το ποδήλατο, και μάλιστα αμέσως. Με σύντροφο και συνοδοιπόρο τον πολύ μικρό γιο του, τον Μπρούνο, παίρνει σβάρνα τους δρόμους της πόλης και ψάχνει για τον κλέφτη. Συναντά την εξαθλίωση, συναντά τη δυστυχία και, υπερβαίνοντας τις οικονομικές του δυνατότητες, γεύεται λίγο και τη χαρά, όχι τίποτα ιδιαίτερο δηλαδή, ένα γεύμα με κρασί σε εστιατόριο, τη σχεδόν καθημερινή συνήθεια της αστικής τάξης. Μέσα σ’ όλα αυτά, τον βοηθάει κι η τύχη και, παραδόξως, βρίσκει τον κλέφτη! Μόνο που οι γείτονες «καλύπτουν» τον κλέφτη κι έτσι ο Αντόνιο διαπιστώνει στην πράξη πόσο δύσκολο είναι να βρεις το δίκιο σου ακόμα κι αν δεν έχεις να κάνεις με εγκληματίες… Σε πλήρη απόγνωση πια, υπό το βάρος της ανάγκης, «αποφασίζει» να περάσει στην «άλλη όχθη», αποφασίζει να κλέψει κι αυτός για να αποκτήσει ό,τι εδικαιούτο να έχει. Μόνο που είναι άπειρος, δεν ξέρει απ’ αυτά κι έτσι συλλαμβάνεται εύκολα. Και, δυστυχώς, η Κοινωνία είναι απέναντί του κι αυτή τη φορά, ζητάει να τον οδηγήσουν στη φυλακή, απ’ την οποία τον γλυτώνει ο οίκτος. Ο δρόμος τώρα είμαι μακρύς γι’ αυτόν: ξαναγυρνάμε στην αρχική εικόνα και φανταζόμαστε την επόμενη στο σπίτι, όπου θα ’χει ν’ αντιμετωπίσει τη σύζυγο και, φυσικά, τα πραγματικά προβλήματα, την ανέχεια και, ναι, την πείνα…


Σήμερα, 60 και πλέον χρόνια μετά, δίχως πόλεμο στο σπίτι μας, δίχως εμφανές αίτιο, ο νεορεαλισμός ξαναγίνεται επίκαιρος. Κι όσοι θέλουν να τον «δικαιολογήσουν», τον αποδίδουν στις «εύκολες μέρες» που ζήσαμε και δεν… δικαιούμασταν! Λες και δεν παρήχθη πλούτος, λες και σώθηκαν τα αγαθά, λες και καταστράφηκαν από έναν «άγνωστο πόλεμο». Κι έχει πλάκα, ναι πλάκα, διότι πες-πες, κοντεύουν να μας πείσουν κιόλας, εμάς που μας βρήκαν μπόσικους, κι αντί να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε τον Κλέφτη Ποδηλάτων, προτιμάμε να τον ζούμε και να τον ξαναζούμε! Το αριστούργημα του Ντε Σίκα μπορεί να έδινε πολλές δικαιολογίες για το τότε, αλλά, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, σήμερα καμμία δικαιολογία δεν έχουμε, καμμία...
Αθήνα, 24 Ιανουαρίου 2011


Φώτης Μπατσίλας




2 σχόλια:

  1. "σκέτος ενήλικας δηλαδή"... «θέλω», μα με χιλιάδες «πρέπει» και «δεν γίνεται».... το ξυπόλητο τάγμα όπου νάνε επιστρέφει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι, Σοφία, δυστυχώς ... Και μαζί με το "ξυπόλητο τάγμα" επιστρέφουν και το "πικρό ψωμί", η "μαύρη γη" και, φεύ, η "κοινωνική σαπίλα"...
    Καλωσήρθες στο μπλογκ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή