Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Λόλα, η Γυναίκα της Ακολασίας (Jacques Demy, Lola, 1961)





Δεν τη λένε Λόλα, κι ας την ξέρουν όλοι έτσι, τη λένε Σεσίλ. Αγάπησε με πάθος έναν άντρα, σε μικρή ηλικία, εκείνος την έκανε δική του, και μετά έφυγε, να κερδίσει τη ζωή, και την άφησε μόνη με ένα παιδί. Έχουν περάσει 7 χρόνια, κι όμως αυτή, χορεύτρια σε καμπαρέ πια, τον περιμένει ακόμα. Είναι για αυτήν ένα γλυκό όνειρο, διότι είναι η πρώτη της αγάπη, κι όλες οι πρώτες αγάπες, το ξέρετε δα, είναι πολύ δυνατές. Φυσικά, δικαιολογεί πλήρως τη φυγή του αφού ξέρει ότι η ανάγκη τον έκανε να φύγει. Κι αυτή έφυγε, κι αυτή γύρισε τη Γαλλία, ως καλλιτέχνις, ξέρει κι αυτή από ανάγκη.


Στο λιμάνι της Nantes πάλι. Ναύτες, καμπαρέ El Dorado, σαμπάνιες, κέφι, χορός, εφήμερες σχέσεις. Ένας Αμερικανός ναύτης, ο Frankie (Alan Scott, γενν. 1922), αρραβωνιασμένος στην πατρίδα του, καλό παιδί, κι η Lola (Anouk Aimee, γενν. 1932), μια ειλικρινής περιστασιακή σχέση.


Στην ίδια πόλη ζει ο Roland (Marc Michel, γενν. 1932), ένας νέος δίχως εργασιακές φιλοδοξίες, λίγο ονειροπαρμένος, με αβέβαιο μέλλον. Αποφασίζει να φύγει απ’ την πόλη δεχόμενος να συνεργαστεί σε μια παράνομη δουλειά. Γνωρίζει τυχαία μια μικρούλα, τη Σεσίλ, με τη μητέρα της, η οποία του θυμίζει μια άλλη Σεσίλ, τη Λόλα. Παιδικός φίλος της Λόλας, την ξανασυναντάει τυχαία και διαπιστώνει ότι είναι ερωτευμένος μαζί της. Απογοητεύεται όμως αφού η Λόλα τον απορρίπτει αφήνοντάς τον να πιστεύει ότι θα φύγει με τον Αμερικανό ναύτη, τον Frankie. Τυχαία πάλι, ο Frankie γνωρίζει τη μικρή Σεσίλ, η οποία τον ερωτεύεται κεραυνοβόλα.

Τέλος, στην πόλη περιφέρεται ένας τύπος ντυμένος στα λευκά, με μια λευκή επίσης κάντιλακ, που όλοι καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για τον Michel, τον πατέρα του παιδιού της Λόλας και γιο μιας ηλικιωμένης κυρίας που συχνάζει στο ίδιο μπιστρό με τον Roland.

Όλες οι ανωτέρω ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους, όλοι οι ήρωες του έργου έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τους άλλους, πολλές παρ’ ολίγον συναντήσεις (που λειτουργούν ως ένα ιδιότυπο μοντάζ), κι όλα αυτά σε μια ατμόσφαιρα κάπως μίζερη και φορές καταθλιπτική. Ένα μιούζικαλ χωρίς μουσική, όπως είπε ο ίδιος ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Jacques Demy (1931-1990), με πολλά στοιχεία μελοδράματος και πολλές απλές, καθημερινές ιστορίες. Η ιστορία της Λόλας, μιας σύγχρονης Πηνελόπης, κλασσικού δείγματος κοριτσιού του λιμανιού, έχει ασφαλώς happy end: ο Michel εμφανίζεται, ο γιος του τον αποκαλεί «πατέρα» κι όλα πλέον μπορούν να ξαναπάρουν τον δρόμο τους. Όσο για τους λοιπούς «ήρωες», ο Roland φεύγει στο Εξωτερικό, ο Frankie επιστρέφει στην Αμερική, κι η μικρή Cecil το σκάει απ’ το σπίτι διότι αυτό της υπαγορεύει ο έρωτάς της για τον Frankie, η πρώτη της αγάπη. Ταινία αφιερωμένη στον Max Ophuls (1902-1957), τον σκηνοθέτη μιας άλλης Λόλας, της Lola Montes (1955), με έμμεσες αναφορές και στην πρώτη διάσημη Λόλα, αυτήν του Γαλάζιου Αγγέλου του Sternberg (Der Blaue Engel, 1930) και, φυσικά, του Heinrich Mann, ένας αγνός κι απλοϊκός ύμνος στην πρώτη αγάπη και τη δύναμή της, κατάλληλη για τις καλοκαιρινές μας νύχτες, σ’ ένα θερινό σινεμά, κατά προτίμηση στη Ριβιέρα των Εξαρχείων, ένα Σάββατο βράδυ του Ιούνη, με μπυρίτσα και τσιπς και τη λάμψη της νυχτερινού ουρανού στα μαλλιά μιας άγνωστης μοναχικής κοπέλας, δυο θέσεις μπροστά…

Αθήνα, 2 Ιουλίου 2011

Φώτης Μπατσίλας



Υ.Γ.: Ο παλιός ελληνικός τίτλος της ταινίας (Λόλα, η Γυναίκα της Ακολασίας) δεν αποδίδει, φυσικά, το πνεύμα της ταινίας. Διατηρήθηκε εδώ μόνον για λόγους ιστορικής ακρίβειας και νοσταλγίας. Στις φωτογραφίες, αφίσες από την ταινία, ο τίτλος της ταινίας, η Anouk Aimee και, τέλος, ο Jacques Demy.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου