Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΓΚΛΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΓΚΛΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ο Δικαστής κι ο Ποιητής (όσα δεν βλέπει ο Δικαστής)



Ο Δικαστής κι ο Ποιητής (όσα δεν βλέπει ο Δικαστής)


Το Πνεύμα της Άμυνας είναι ο τίτλος μιας ποιητικής συλλογής του Τάσου Δενέγρη, η οποία κυκλοφόρησε στα 1999 από τις εκδόσεις Πατάκη, περιέχει όμως ποιήματα και παλιότερων χρόνων, ακόμα και της δεκαετίας του ’70. Ένα τέτοιο παλιό ποίημα κέντρισε ιδιαίτερα την προσοχή μου, κι ας μην είναι το καλύτερο της συλλογής, κι όχι διότι είναι το μόνο που έχει ομοιοκαταληξία. Άλλοι είναι οι λόγοι, θα τους καταλάβετε εύκολα. Γράφτηκε στις 7/3/1979 κι αναφέρεται σ’ έναν ξένο (και μισητό) φονιά ονόματι Ντουφτ. Αποτελείται από εννέα στροφές των τεσσάρων στίχων, δεκασύλλαβων και εννιασύλλαβων εναλλάξ, στους οποίους ο ποιητής αφηγείται όχι την ιστορία της ζωής του φονιά, αλλ’ απλώς τις τελευταίες στιγμές του πριν την εκτέλεση, και την στάση του ποιητή στο γεγονός καθ’ αυτό (όπως αυτή εκφράζεται στην 7η και 8η στροφή), μια στάση διαφορετική απ’ την αντίστοιχη του δικαστή. Ο δικαστής, λοιπόν, είν’ αυτός που κρίνει, αφού τίθενται ενώπιόν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης. Τα βλέπει όλα και αποφασίζει. Όλα; Όχι ακριβώς! Υπάρχει πάντα μια άλλη πλευρά των πραγμάτων, των υποθέσεων, των εγκλημάτων, αθέατη στον δικαστή, φύσει και θέσει, διότι έτσι τον θέλει η κοινωνία τον δικαστή, κι ίσως έτσι πρέπει να είναι, αντικειμενικός, ψυχρός, σκληρός, «τυφλός», να μην τα βλέπει όλα, να μην τον ενδιαφέρουν όλα, να μην έχει σημασία το κίνητρο όταν η πράξη είναι βέβαιη και ομολογημένη, να μην προκαλείται η κοινή γνώμη, να αποφεύγεται του κόσμου η κατακραυγή… Κι όσο γράφω τούτες τις γραμμές, τις σκόρπιες ιδέες μου, με κυριεύει όλο και περισσότερο η σκέψη πως αν ένας δικαστής γράψει έν’ αληθινό ποίημα, αν δει την άλλη πλευρά των πραγμάτων δηλαδή, την αθέατη ως τότε σ’ αυτόν, τι σόι δικαστής, στ’ αλήθεια, θα είναι; Ποιητής-δικαστής, οξύμωρον δηλαδή… Μα τότε, δεν μπορεί, θα παραιτηθεί αμέσως, δεν μπορεί…
Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα:



Επιτάφιος για τον μισητό φονιά Ντουφτ

Στο πεδίο βολής του Αϊ-Γιάννη
Ντουφεκίζουν τον ξένο φονιά
Πριν τη μέρα χαράξει ο ήλιος
Με βροχή και πυκνή καταχνιά.

Ούτε δάκρυ να λάμψει το μάτι
Ή λυγμός να θολώσει το νου
Σκοτεινή σαν σπηλιά η μορφή του
Μακρινή σαν τη σκιά του βουνού.

Να του δέσουν τα μάτια του αρνήθη
Στο δοκάρι εστάθη στητός
Του τρυπήσαν οι σφαίρες τα στήθη
Κι εσκορπίστηκε σαν κουρνιαχτός.

Κίνητρό του δεν ήταν το χρήμα
Φονικό και λαχτάρα σκοπός
Και που γράφω ετούτο το ποίημα
Ο αχός είναι ακόμη νωπός.

Από αυτή τη θολή ιστορία
Απ’ την τόσο μοιραία σφαγή
Απ’ το αίμα που χύθηκε αναίτια
Κι απ’ του κόσμου την κατακραυγή.

Αρκετοί θα τα βάλουν μαζί μου
Θα σκεφτούν πως υμνώ το φονιά
Πως τα έχω τελείως χαμένα
Ή με δέρνει φριχτή απονιά.

Πρέπει όμως να τους διευκρινίσω
Πως ο νάρθηκας του ποιητή
Είναι ο χώρος που βρίσκεται πίσω
Απ’ το μάτι του νου και τα’ αυτί.

Είναι η άλλη πλευρά των πραγμάτων
Η αθέατη στο δικαστή
Μία στάλα συμπόνιας κι αγάπης
Στο φονιά τον τρελό το ληστή.

Τόσο αίμα και πάλι δεν φτάνει
Ντουφεκίσαν τον Ντουφτ το φονιά
Στο πεδίο βολής του Αϊ-Γιάννη
Με βροχή και πηχτή καταχνιά.


Αθήνα, 13 Ιουλίου 2012

Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ.
1. Ο φονιάς Ντρουφτ είναι ιστορικό πρόσωπο. Για τη δράση του και την ιστορία του μπορείτε να διαβάσετε στο εξαιρετικό μπλογκ:

2. Ο ποιητής και μεταφραστής Τάσος Δενέγρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934 και πέθανε τον Φεβρουάριο 2009. Άλλες ποιητικές συλλογές του, εκτός από το πνεύμα της άμυνας:
Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος,  ιδιωτική έκδοση, 1975
Το αίμα του λύκου, Εγνατία, 1978
Θειάφι και Αποθέωση, Άκμων, 1982
Ακαριαία, Ύψιλον, 1985
Η κατάσταση των πραγμάτων, Καστανιώτης, 1989,
οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο Μιλάει ο Αγριόχοιρος, Ποιήματα 1952-2008, Ύψιλον, 2008, μαζί με την ομώνυμη ποιητική συλλογή.
Πρωταγωνίστησε, ως ηθοποιός, στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Σχετικά με τον Βασίλη» (1986), στην οποία εμφανιζόταν, μεταξύ άλλων, και ο αγαπημένος Χρήστος Βακαλόπουλος.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο Ντε λα Κρουζ (Το Έγκλημα ως Σκέψη ή η Σκέψη ως Έγκλημα)




Τούτες τις μέρες, που το έγκλημα ως σκέψη (περιλαμβανομένου του φόβου) και ως πράξη ξαναμπαίνει στην καθημερινότητά μας, με τη βοήθεια των τηλεοπτικών συσκευών και των αγωνιωδών περιγραφών των δημοσιογράφων, ξαναθυμάμαι την υπέροχη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, την Εγκληματική Ζωή του του Αρτσιμπάλντο Ντε Λα Κρουζ (Ensayo de un Crimen – 1955). Τούτα τα πραγματικά εγκλήματα, βέβαια, άγρια κι απάνθρωπα, δεν έχουν καμμία σχέση με τα «εγκλήματα μυαλού» που περιγράφει ο κορυφαίος Ισπανός σκηνοθέτης, ούτε με το μαύρο χιούμορ που αυτά εμπεριέχουν. Τα κινηματογραφικά αυτά εγκλήματα, άλλωστε, δεν τιμωρούνται καν. Ο ίδιος ο δικαστής, στο τέλος της ταινίας, προτρέπει τον ήρωα του Μπουνιουέλ να «ξεφορτωθεί» το μηχάνημα, την πηγή του κακού, τη γενεσιουργό αιτία της σκέψης περί το έγκλημα, η οποία όμως «δεν στοιχειοθετεί έγκλημα»! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή.


Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένα νευρωτικό άτομο. Από πολύ μικρός αρέσκεται σε διάφορες περίεργες συνήθειες όπως το να κρύβεται στη γκαρνταρόμπα της αστής μητέρας του. Η ίδια η μητέρα του, που έχει αναθέσει την ανατροφή του στη γκουβερνάντα, αποτελεί εύκολος συναισθηματικός στόχος για τον μικρό Αρτσιμπάλντο, ο οποίος καταφέρνει και της αποσπά, μεταξύ άλλων, κι ένα μουσικό κουτί. Αυτό το μουσικό κουτί δείχνει να είναι κι αιτία του «κακού», των εγκληματικών σκέψεων του πρωταγωνιστή. Από τη στιγμή που η γκουβερνάντα του λέει ότι ξυπνάει τρομερές μνήμες και κάθε φορά που παίζει «πεθαίνει κι ένας άνθρωπος που επιθυμείς», ο μικρός Αρτσιμπάλντο υποδουλώνεται στις εγκληματικές σκέψεις, οι οποίες, κατά «διαβολική» σύμπτωση, "πραγματοποιούνται" άμεσα: η γκουβερνάντα πέφτει νεκρή από αδέσποτη σφαίρα των «Επαναστατών», την ώρα που το μουσικό κουτί παίζει (και που ο μικρός προφανώς σκέφτεται κάτι κακό – έστω «δοκιμαστικά» - για τη δασκάλα του). Η εικόνα των γυμνών (θελκτικών) ποδιών της νεκρής γκουβερνάντας στοιχειώνει το μυαλό του μικρού: το βλέμμα του (και το μάτι της κάμερας) ρουφάνε το θέαμα, ενώ οι σφαίρες των Επαναστατών σφυρίζουν αδέσποτες κι η αστή μητέρα του μικρού Αρτσιμπάλντο, δυστυχής που λόγω της Εξέγερσης δε μπορεί να πάει στο θέατρο, δηλώνει απερίφραστα ότι «πρέπει να κρεμάσουν όλους τους Επαναστάτες» διότι της «στερούν το θέατρο» …

Χρόνια μετά, ο Αρτσιμπάλντο, ενήλικας πια, ξαναβρίσκει το μοιραίο μουσικό κουτί. Μαζί με τις παιδικές μνήμες ξαναγυρνούν κι οι εγκληματικές σκέψεις: «Πιστεύω ότι διαφέρω απ’ τους άλλους ανθρώπους», λέει. Το εν λόγω μουσικό κουτί συνιστά το «κάλεσμα» του. «Άλλες φορές επιδιώκω την αγιότητα κι άλλες νομίζω ότι θα γίνω εγκληματίας», συμπληρώνει. Και πράγματι, η ροπή προς το έγκλημα είναι ραγδαία: σχεδιάζει 4 φόνους γυναικών (που κατά βάθος ποθεί, αλλά «αδυνατεί» να κατακτήσει), όμως αποτυγχάνει παταγωδώς και στις 4 απόπειρες!!! Το μόνο που πετυχαίνει είναι να κάψει στη πυρά ένα ομοίωμα της μίας εξ αυτών των γυναικών, της πιο ποθητής και της μόνης που, τελικά, επιβιώνει, της Λαβίνια, ξεναγού και μοντέλου. Οι υπόλοιπες 3 γυναίκες πεθαίνουν, όχι όμως απ’ το χέρι του Αρτσιμπάλντο! Η «ελαφρών ηθών» Πατρίτσια, που γνωρίζει καλά ότι «ο άντρας κυνηγάει τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα τον ψαρεύει», σκοτώνεται από τον γέρο εραστή της, με τον οποίο είχε μάθει να συμβιώνει σε συνθήκες «κόλασης». Η νοσοκόμα που περιέθαλψε τον Αρτσιμπάλντο, πέφτει από το φρεάτιο του ασανσέρ και σκοτώνεται, λίγο πριν αυτός προλάβει να της κόψει το λαιμό. Τέλος, η Καρλόττα, η «άπιστη» μνηστή του, σκοτώνεται από τον πρώην εραστή της, κατά τη διάρκεια της τελετής του γάμου του, κι ενώ ο ίδιος έχει αποφασίσει να την σκοτώσει το ίδιο βράδυ, στο νυφικό κρεββάτι!


Εν τέλει, ο Αρτσιμπάλντο λυτρώνεται. Με το που «ξεφορτώνεται» το "καταραμένο" μουσικό κουτί, ξανασυναντάει τυχαία τη Λαβίνια, ελεύθερη και διαθέσιμη, κι όλα πλέον βαίνουν καλώς. Το κακό ξορκίστηκε, οι εγκληματικές σκέψεις αποτελούν παρελθόν. Η απώλεια του μουσικού κουτιού σημαίνει την επικράτηση της αγιότητας επί της εγκληματικότητας. Αλλά… έχει δίκιο ο δικαστής ( ο Νόμος) όταν λέει ότι «η σκέψη δεν στοιχειοθετεί έγκλημα»; Κι αν ναι, τότε για ποιο λόγο να ξεφορτωθούμε τα όποια «Μουσικά Κουτιά» μας; Και, τέλος, πόση είναι η απόσταση από το Μουσικό Κουτί μέχρι το τετελεσμένο έγκλημα, η απόσταση μεταξύ σκέψης και πράξης; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Όπως δεν ξέρω κατά πόσο φταίνε τα «Μουσικά Κουτιά» για τα πραγματικά εγκλήματα τούτων των ημερών, που οι δημοσιογράφοι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν ειδεχθή …



Αθήνα, 24 Αυγούστου 2010

Φώτης Μπατσίλας