Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ



Συνεχίζουμε σήμερα τις Αντιγραφές, ύστερα από μια σχετικώς μακρά περίοδο σιωπής, και σας παρουσιάζουμε ένα ακυκλοφόρητο έως τώρα διήγημα, τους Μεταξοσκώληκες του αγαπημένου φίλου μας Δημήτρη Παπαθέου (υπενθυμίζουμε ότι πάλι με κείμενα του Παπαθέου ξεκίνησε η στήλη, πριν από δύο περίπου μήνες). Την εικονογράφηση της ανάρτησης επιμελήθηκε ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης. Απολαύστε το διήγημα:



Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ
(Μεσολόγγι, Σεπτέμβριος 2012 -ακυκλοφόρητο)

            Ο Νίκος ο Κορδόσης από τη μία, που άνοιξε αυτή τη μανιέρα να φέρνει στο σήμερα το παλιό καλό Μεσολόγγι, και ο Σπύρος ο Πάικος, ο συμμαθητής μου από το Δημοτικό, που ιδιαίτερα αγαπώ στη ζωή μου, και στην Αθήνα σε κάθε εξέταση που κάνω Φάντης μπαστούνι δίπλα μου βρίσκεται και με τσιγκλάει κι αυτός για τα παλιά, και του ’στειλα χτες το βιβλιαράκι μου τον «Ντόρο», που είχα αστοχήσει και δεν το ’χε, αυτές τις μέρες όλο πίσω στέλναν τη σκέψη μου, και μέσα στ’ άλλα θυμήθηκα την εκτροφή μεταξοσκωλήκων που κάναμε εκεί γύρω στα χρόνια του Δημοτικού στις «Σκοτεινές», στα δωμάτια των σπιτιών που χρησίμευαν για χίλιες δουλειές όπως ξέρετε.

Ο αδελφός μου, που το συζήτησα σήμερα λέγοντάς του πως θυμάμαι τη μάνα στη διαδικασία που ευθύς θα προσπαθήσω να θυμηθώ και για σας, μου είπε ότι όλα ξεκίνησαν απ’ αυτόν και το σχολείο που το διδάχτηκαν κι ο δάσκαλος τους είχε προτρέψει να το κάνουν στα σπίτια τους. Τέλος πάντων, η ουσία παραμένει η ίδια και πολύ χαίρομαι που σας παιδεύω μοιράζοντάς τη μαζί σας.

Για τις λεπτομέρειες ξέρετε εσείς, μπείτε στο Google και βρέστε ακριβώς πώς και γιατί γινόταν, κι αφήστε μόνο το κομμάτι της ψυχούλας ενός παιδιού του Δημοτικού να απευθύνεται στις δικές σας ψυχές, που πρέπει -για τις ανάγκες της συνεργασίας- να τρέξουν κι αυτές στα δικά τους χρόνια του Δημοτικού. Αλλιώς δεν γίνεται στο FB όπως όλοι ξέρουμε. (Έτσι δεν είναι, Ελένη και Δημήτρη και λοιποί FB-τες;).

Έξω από την πόρτα της κουζίνας στην αυλή μας ήταν μια τεράστια μουριά που είχε τρεις χρησιμότητες κατά προτεραιότητα: η πρώτη ήταν να κόβει βέργες η μάνα μας και να μας τις βρέχει, στ’ αγόρια κυρίως, όταν της φέρναμε τη χολή στα μάτια. Η δεύτερη να τρώμε υπέροχες μούρες εμείς κι όλα τα παιδιά που κλέβανε ελεύθερα, κι η τρίτη για να τρώνε τα φύλλα της οι μεταξοσκώληκες που ζούσαν σ’ ένα ξύλινο παλιό τραπέζι στη Σκοτεινή. Αυτούς τους πιάνανε μικρά σκουληκάκια στα δέντρα, τα εγκαθιστούσαν στη Σκοτεινή γιατί το φως τα τύφλωνε, στα πρώτα στάδια τρώγαν τα μουρόφυλλα ψιλοκομμένα από τις γυναίκες του σπιτιού και σιγά-σιγά μεγάλωναν και γίνονταν σαν το δάχτυλό μου μεγάλα άσπρα, σαν το χιόνι σκουλήκια, αν και αυτός ο όρος πολύ τους αδικεί, καθώς ήταν πανέμορφοι και τους χαϊδεύαμε και μόνο σιχαμένα δεν ήταν, αντίθετα σαν από τα πιο όμορφα οικόσιτα πλάσματα του κόσμου ήταν και πολύ τους άρεσε η περιποίηση και, αν θέλετε πιστέψτε το, αλλιώς αντιδρούσαν σε καθένα μέλος της οικογένειας, και στη μάνα μας, που το παρατσούκλι που της είχαμε ήτανε «Φρούραρχος» εμείς τα πιτσιρίκια, σαν να τη σεβόταν κι όλη η κοινότητα των μεταξοσκωλήκων και αυτή τους μιλούσε με τις ώρες κι αυτά ποτέ δεν κάναν απόπειρα απόδρασης από τη Σκοτεινή, όπου ευτυχισμένα μεγάλωναν, ώσπου να κουλουριαστούν και γίνουν νύμφες και να πέσουν σε νάρκη, που μόνο έτσι δεν ήταν αφού κατά τη διάρκεια του ύπνου τους χτίζαν αριστοτεχνικά και με απίστευτη δεξιοσύνη το κουκούλι τους, που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια κουκέτα ύπνου υπερπολυτελείας, καθώς οι ίνες του κουκουλιού ήταν καθαρό μετάξι.

Οι παλιότεροι γνώστες της γειτονιάς και του σπιτιού, δηλαδή η γιαγιά μου και οι φίλες της, παρακολουθούσαν την εξέλιξη και το μεγάλωμα των κουκουλιών που σήμαινε αύξηση των κλωστών από μετάξι που θα τις χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα και τα στολίδια των ρούχων.
  
Καθώς το χτίσιμο από τις κάμπιες γινόταν από τα έξω προς τα μέσα, αυτές εγκλωβίζονταν πια και η τύχη τους ήταν στα χέρια των ανθρώπων καθώς δύο ήταν οι προοπτικές: η μία να αφεθούν στην φύση τους και να γίνουν πεταλούδες και να ανοίξουν τρύπα στο κουκούλι, καταστρέφοντας τον θησαυρό και να την κοπανήσουν κι η δεύτερη να θυσιαστούν στο όνομα του πλούτου και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, αφού για να μπορέσουν τα κουκούλια να ανοίξουν ατόφια και οι γυναίκες κλωστή-κλωστή ν’ αρμέξουν το μετάξι έπρεπε σε φούρνο να τα βάλουν σε σιγανή φωτιά,  όπου αργά και βασανιστικά τα ζωάκια θα αποδημούσαν εις άλλα τοπία πιο ευάερα, και το μετάξι θα γινόταν σημάδι του καιρού τους.

Είναι φανερό ότι η μέθοδος του φούρνου ήταν η κοινωνικά επιλεχθείσα τακτική, κι έτσι θαυμάζουμε σήμερα τα μεταξωτά παλιά φορέματα και τα κεντήματα των αρχαίων τοπικών ενδυμασιών, αφού είναι προφανές ότι αυτό θα γινόταν και πολύ-πολύ παλιά.

Αν ξανακοιτάξετε τα παλιά κεντήματα αλλά και τις στολές των Βαΐων, θυμηθείτε την ιστοριούλα που σας είπα. Για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο που έχει να κάνει μάλλον με τη μάνα μου, στο σπίτι μας κάτι δεν πήγαινε καλά με το τελευταίο στάδιο των φουρνισμάτων, καθώς συχνά-πυκνά τρύπια κι άχρηστα βρίσκαμε τα κουκούλια και τις πεταλούδες τις περισσότερες φευγάτες. Οι μεταξοσκώληκες σαν να ’ταν τα οικόσιτα ζωάκια μας, όπως μετά οι γάτες και τα σκυλιά μας.

Κάπως έτσι τη θυμάμαι κι αυτήν την ιστοριούλα.



Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 5: Νίκος Καρύδης, ΤΖΕΜΙΛΕ


Μ’ αρέσει να διαβάζω παλιά λογοτεχνικά περιοδικά. Τον τελευταίο καιρό διαβάζω μανιωδώς την Νέα Εστία της δεκαετίας του ’40, τόμους ολόκληρους και σκόρπια τεύχη, και προσπαθώ να «μυρίσω» την εποχή, να καταλάβω πώς σκέφτονταν, πώς μιλούσαν, πώς αγαπούσαν και πώς ονειρεύονταν οι άνθρωποι που βίωναν ή είχαν μόλις βιώσει έναν πόλεμο, οι άνθρωποι της Πείνας και της Κατοχής, και, παρ’ όλ’ αυτά, των Τεχνών και των Γραμμάτων. Ανακαλύπτω έτσι πολλά κείμενα και ποιήματα που μ’ αρέσουν ιδιαιτέρως, γνωστών αλλά και άγνωστων δημιουργών, που δεν τους είχα ξανακούσει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν έχω ολοκληρωμένη ή, πολλές φορές, στοιχειώδη έστω άποψη για το έργο τους. Ένας απ’ τους άγνωστους, μέχρι πρότινος, σ’ εμένα ποιητής είναι ο Νίκος Καρύδης (1917 – 1984), αυτός που, αργότερα έμαθα, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Γλάρος και, μετά τον Πόλεμο, τον εκδοτικό οίκο Ίκαρος (μαζί με τον Αλέκο Πατσιφά και τον Μάριο Πλωρίτη). Δεν έχω, ακόμη, άποψη για το εν γένει έργο του, ένα ποίημά του όμως που διάβασα στο παραπάνω περιοδικό μου άρεσε ιδιαιτέρως. Μάλιστα, το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε από τον Νίκο Μαμαγκάκη και ερμηνεύθηκε από τον Γιώργο Ζωγράφο. Το αντιγράφω:


 Αντιγραφές, μέρος 5: Νίκος Καρύδης, ΤΖΕΜΙΛΕ
(περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 505, 15 Ιουλίου 1948)

ΤΖΕΜΙΛΕ

Σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.

Tαξιδεμένη φευγάτη μακρινή
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις
o φίλος της βραδιάς γελούσε
ο φίλος της βραδιάς έκλαιγε
ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε
Τζεμιλέ φευγάτη μ’ ένα νυχτερινό κόκκινο φως
ταξιδεμένη αγκαλιά μ’ ένα γραμμόφωνο
μακρινή σα μια σειρά άδειων κλουβιών
που δεν είδα ποτέ μου
«Θέατρο Σκιών» σ’ ένα απογευματινό χειμωνιάτικο
Κυριακάτικο Πασαλιμάνι.

Τζεμιλέ
τα σπίτια οι δρόμοι οι μέρες οι νύχτες
σε ποιά ζωή
σε ποιά ζωή θα το πιστέψεις
μαζί με ποιό γαρύφαλλο, μαζί με ποιόν βορηά-
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου
που δώσανε το χρώμα τους στα πανιά των καϊκιών
που δώσανε ονόματα στα άστρα
θα ονειρεύονται πάντα τα μάτια σου και τα μαλλιά σου
με όλη την ελπίδα του καλοκαιριού
καμπαναριό κατάρτι αητοράχη.

Ο φίλος της βραδιάς δε μ’ αγαπούσε
είταν η θάλασσα το πέλαγος τα χρόνια ο χωρισμός
είταν ένα κανάτι της Αίγινας σπασμένο
είταν μια Απριλιάτικη μέρα με είκοσι γαρύφαλλα
Τζεμιλέ
αγάπη που σε ξέρω όσο με ξέρεις
σε τραγουδήσαμε δίπλα στη θάλασσα
και σε γυρέψαμε και σε φωνάξαμε
και δεν ήρθες.


 Αθήνα, 19 Οκτωβρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)



Υ.Γ.: Τη φωτογραφία του Καρύδη την βρήκα στο αρχείο λογοτεχνών της σελίδας του Ε.ΚΕ.ΒΙ., όπου αναφέρεται ως πηγή της το Λογοτεχνικό Ημερολόγιο των Εκδόσεων Γαβριηλίδη. Ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε και την «Κόρη της Θάλασσας» (με τον Γιώργο Ζωγράφο πάλι), ενώ ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε και περιέλαβε στην «Τρίτη Ανθολογία» του το «Πώς θες να το ξέρω» (με τον Κώστα Καράλη). Στην σελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. αναφέρεται ότι ποιήματα του Καρύδη μελοποίησε και ο Μάνος Χατζιδάκις, τούτο όμως πιθανότατα είναι λάθος (πολλοί αποδίδουν τους στίχους του «Έλα Πάρε μου τη Λύπη» στον Καρύδη, το λάθος όμως αυτό ίσως οφείλεται στο ότι στις πρώτες ηχογραφήσεις του τραγουδιού αναφέρεται ως στιχουργός κάποιος Βασίλης Καρδής, που όμως δεν είναι ο Νίκος Καρύδης αλλά ο… Νίκος Γκάτσος, φυσικά!)

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 3: Λουίζα Λαμπέ, Σονέττο VIII

Η Λουίζα Λαμπέ (Louise Labe), Γαλλίδα ποιήτρια που γεννήθηκε περίπου στα 1522-1526 στη Λυών και πέθανε πολύ νέα, στα 1566 περίπου, είναι σχεδόν άγνωστη στη Χώρα μας. Αν και θεωρείται η Σαπφώ της Γαλλίας, η πιο διάσημη γυναίκα ποιήτρια της Αναγέννησης και μία από τις πρώτες χειραφετημένες γυναίκες, εν τούτοις ελάχιστα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν είτε από άντρες είτε (κυρίως) από γυναίκες. Οι πηγές αναφέρουν ότι ήταν εκπάγλου καλλονής, ότι θαύμαζε τον τύπο της γυναίκας-αμαζόνας κι ότι, κόρη σχοινοποιού η ίδια, αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν συνάδελφο του πατέρα της περίπου τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της, γεγονός που εξήψε έτι περαιτέρω τον ερωτικό της πόθο για έναν νεαρό πολεμιστή που ερωτεύθηκε παράφορα και στον οποίο απευθύνει σχεδόν όλα τα ερωτικά της ποιήματα. Διάφοροι θρύλοι συνοδεύουν τη ζωή της με κυριότερο εκείνον που την εμφανίζει ως Εταίρα της Λυών. Στο τεύχος 493 (15 Ιανουαρίου 1948) της Νέας Εστίας δημοσιεύτηκαν 7 σονέττα της Λουίζας Λαμπέ, σε μετάφραση Κούλη Αλέπη (δεν γνωρίζω, πάντως, να υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις ποιημάτων της Λαμπέ). Αντιγράφω ένα εξ αυτών, άκρως ερωτικό αλλά και… οξύμωρο (όπως, άλλωστε, είναι συνήθως ο έρωτας…):





Αντιγραφές, μέρος 3: Λουίζα Λαμπέ (Louise Labe), Σονέττο VIII,
μετάφραση Κούλης Αλέπης

(περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 493)


ΣΟΝΕΤΤΟ VIII


Ζω και πεθαίνω۬ φλέγομαι και σβήνω αντάμα۬
παραζεσταίνομαι ενώ ρίγος με κρατά۬
σκληρή η Ζωή, μα κι απαλή μου είναι αρκετά
κι έχω λαχτάρες και χαρές περίεργο κράμα.

Την ίδια ώρα οπού γελώ ξεσπώ στο κλάμα,
και μες στο κέφι βάσανα νιώθω φριχτά۬
χάνω ό,τι ωραίο, μα και για πάντα αυτό κρατά
την ίδια ώρα μαραίνομαι κι ανθίζω αντάμα

Με τέτοια αστάθεια ο Έρωτας με περιβάλλει۬
κι όταν τη θλίψη μου θαρρώ για πιο μεγάλη,
δίχως να το σκεφτώ, είμαι όξω απ’ την οδύνη.

Κι όταν πάλι είμαι σίγουρη για τη χαρά μου,
και πως στην ώρα βρίσκομαι την πιο γλυκιά μου,
στην πρώτη μου τη συμφορά με παραδίνει.
   
Αθήνα, 12 Οκτωβρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)


Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 2: Βασίλης Χουλιαράς, Μικρές Ιστορίες για Πριν τον Ύπνο


Συνεχίζουμε τις Αντιγραφές μ’ έναν νέο λογοτέχνη, τον Βασίλη Χουλιαρά, ο οποίος πριν από λίγο καιρό εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, την συλλογή κειμένων, μικρών ιστοριών, υπό τον γενικό τίτλο «Μικρές ιστορίες για Πριν τον Ύπνο» (Γαβριηλίδης 2012). Ο Βασίλης Χουλιαράς γεννήθηκε το 1974 και σπούδασε Μηχανολογία στο ΕΜΠ. Σήμερα, ζει και εργάζεται στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου. Οι «Μικρές Ιστορίες» του Βασίλη Χουλιαρά, παράξενες από μόνες τους, και εν πολλοίς παραβολικές, αποτυπώνουν ξεκάθαρα τις αναζητήσεις του συγγραφέα, κι αποκαλύπτουν τις (ενδεχόμενες) επιρροές του: Μπόρχες, Γκυ ντε Μωπασάν κι ίσως-ίσως Στράτης Μυριβήλης! Ο λόγος, οικείος κι ανεπιτήδευτος, βοηθάει στην απνευστί ανάγνωση των ιστοριών σε σημείο που να δημιουργεί τον κίνδυνο να… τις διαβάσεις όλες απ’ το πρώτο βράδυ! Το oxy-moron παρουσιάζει σήμερα τρεις (3) απ’ αυτές τις ιστορίες (Μεγάλη Πυραμίδα, Ένα Έθιμο, Ο Μύθος για τα Βουνά), ενδεικτικές του ύφους του συγγραφέα. Εξυπακούεται πως, εν καιρώ, θα επανέλθουμε στον Βασίλη Χουλιαρά και το έργο του.



Αντιγραφές, μέρος 2: Βασίλης Χουλιαράς, Μικρές Ιστορίες για Πριν τον Ύπνο (Γαβριηλίδης, 2012)


Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΡΑΜΙΔΑ


  Στρέψαμε τα μάτια μας και είδαμε τη μεγάλη πυραμίδα πέρα μακριά. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κινήσαμε προς τα εκεί.
  Για αμέτρητες μέρες, που μοιάζαν αιώνες, περπατούσαμε στην έρημο -εγώ δύο βήματα μπροστά, εκείνος δύο βήματα πίσω- χωρίς να ανταλλάσσουμε κουβέντα, μέχρι που επιτέλους φτάσαμε στη βάση της πυραμίδας.
  Ό,τι αντίκρισαν τα μάτια μας ήταν ασύλληπτο. Οι διαστάσεις της εξωπραγματικές. Κοίταξα ψηλά και είδα την πιθανή κορυφή να χάνεται στα σύννεφα. Εδώ είμαστε λοιπόν; γύρισα και ρώτησα. Ίσως, εκείνος μου απάντησε.
  Έδειξα με το χέρι μου προς τα πάνω. Αν ανεβούμε, λες να φτάσουμε τον Θεό; Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι. Είναι κι αυτός ένας δρόμος μα κανείς δεν ξέρει πού τελικά θα μας βγάλει.
  Ακόμη μαγεμένος απ’ ό,τι ορθωνόταν μπροστά μου, άφησα το βλέμμα μου να χαθεί στις πλευρές της πυραμίδας, που και αυτές χάνονταν στο βάθος. Αν μετρήσουμε τις ακμές, άραγε τι θα έχουνε να μας πουν; Το μόνο που θα μας πουν είναι για το μέγεθος της πυραμίδας, μου απάντησε ήρεμα.
  Το εσωτερικό, επέμεινα. Μήπως το μυστικό είναι στο εσωτερικό. Κανείς δεν ξέρει για το εσωτερικό, και δεν υπάρχει τρόπος να μας δοθεί απάντηση. Είναι απροσπέλαστο για εμάς, αν και πολύ αμφιβάλω ότι υπάρχει κάτι εκεί μέσα.
  Τότε τι στην ευχή γυρεύει εδώ αυτή η πυραμίδα; είπα γεμάτος οργή κι απογοήτευση. Γιατί κάναμε τόσο δρόμο; Ποιος την έφτιαξε; Τι θέλει να μας πει; Εκείνος δεν απάντησε.
  Μα αν η πυραμίδα δεν κρύβει κάτι, πού να στραφούμε; σχεδόν ψιθύρισα. Απελπισμένος γύρισα το βλέμμα μου προς όλες τις κατευθύνσεις. Μια σκέψη με διαπέρασε. Πες μου, ρώτησα, κι αν όλο αυτό εδώ δεν είναι παρά μια παγίδα, κάτι που υπάρχει μόνο και μόνο για να αποσπάσει την προσοχή μας από την έρημο που αφήσαμε πίσω μας; Μήπως τελικά εκεί κρύβεται αυτό που μένει να βρεθεί.
  Απάντηση δεν πήρα. Εκείνος δίπλα μου είχε χαθεί.


ΕΝΑ ΕΘΙΜΟ

  Στα διάφορα ταξίδια μου έχω δει πολλά και παράξενα, όμως τίποτα δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει την εντύπωση που μου άφησε η επίσκεψή μου στη πόλη της Τουαγουάρε στο Νότιο Μεξικό.
  Στη μικρή αυτή πόλη έχουν το αξιοπερίεργο για μας έθιμο κάθε που γεννιέται ένα παιδί ο δήμος να δωρίζει στην οικογένεια του ένα μνήμα, στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία γεννήσεως και το όνομα του παιδιού.
  Έτσι στο νεκροταφείο της πόλης οποιαδήποτε ώρα της μέρας μπορεί κανείς να συναντήσει αρκετούς από τους κατοίκους της να φροντίζουν το μνήμα τους, να αφήνουν λουλούδια ή ακόμα να κλαίνε πάνω από αυτό.
  Ίσως όμως το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ότι όταν ο κάτοχος του μνήματος πεθάνει δεν τον θάβουν εκεί αλλά τον καίνε, σκορπίζουν τη στάχτη του στα περίχωρα της πόλης και αφαιρούν το μνημείο.


Ο ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ

  Ο Θεός στην αρχή του χρόνου, όταν έφτιαξε τον κόσμο, προτού δημιουργήσει τον άνθρωπο, έπλασε τα βουνά, στα οποία έδωσε ζωή δίχως θάνατο.
  Τις πρώτες χιλιετίες όλη η γη σειόταν από τις περιπέτειες των βουνών. Αγαπούσαν και μισούσαν, ποθούσαν και πολεμούσαν, μετακινούνταν και γνώριζαν τον κόσμο όλο.
  Σιγά σιγά όμως τους έφευγε εκείνη η πρώτη ζωντάνια. Λίγο πολύ ό,τι ήταν να ζήσουν το είχαν ζήσει και δεν υπήρχε κάτι να τα πιέζει. Θεωρούσαν ότι είχαν, και είχαν, το χρόνο σύμμαχο. Υπήρχε καιρός για οτιδήποτε. Οι έρωτες ξεθώριασαν και τα πάθη έσβησαν. Τα πάντα μοιραία συντρίβονται στον άπειρο χρόνο.
  Ο Δημιουργός, απογοητευμένος από το έργο του, θέλησε να κάνει άλλη μια προσπάθεια και έπλασε τον άνθρωπο, στον οποίο δώρισε τη φθορά και το θάνατο.
Όσο για τα βουνά, ζουν πια στην αιώνια λήθη. Παγωμένα στέκουν. Και αν καμιά φορά κάποιο από αυτά θυμηθεί κάτι και πάει να σαλέψει, η ανία το ακινητοποιεί.


Αθήνα, 9 Οκτωβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 1: Δημήτρης Παπαθέου, Σεωρή/Ταϊτατάτς

Το oxy-moron εγκαινιάζει σήμερα μια νέα στήλη, τις Αντιγραφές. Όπως δηλώνει και ο τίτλος της στήλης, πρόκειται κατά κυριολεξία για αντιγραφές, δηλαδή για παράθεση ολόκληρων έργων ή αποσπασμάτων έργων, λογοτεχνικών κυρίως, ποιημάτων και πεζών, με ή χωρίς σχολιασμό από μέρους μας, έργων που πιστεύουμε στην ιδιαίτερη αξία τους και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο καθόμαστε και τα αντιγράφουμε. Η αρχή γίνεται σήμερα με το νέο διπλό βιβλίο του αγαπημένου φίλου Δημήτρη Παπαθέου (το πρώτο βιβλίο του οποίου, τον Ντόρο, το oxy-moron παρουσίασε εκτενώς κατά το παρελθόν), το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες εβδομάδες, σε ιδιωτική έκδοση, με τους περίεργους, ιδιαίτερους τίτλους Σεωρή/Ταϊτατάτς. Από τα εκτενή αποσπάσματα που παρατίθενται παρακάτω, θα καταλάβετε το «μυστικό» των τίτλων αυτών, εκείνο όμως που πρέπει να ειπωθεί από τώρα είναι ότι τα δύο αυτά έργα, τυπωμένα σ’ ένα βιβλίο (διπλό βιβλίο, με δύο εξώφυλλα, χωρίς οπισθόφυλλα, κατά το πρότυπο των βιβλίων του Σωτήρη Κακίση, που εγκαινιάστηκε, αν δεν κάνω λάθος, με το διπλό βιβλίο «Παραμύθια σαν Αστεία Άστρα» του Κακίση και «Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ» του Χρήστου Βακαλόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη), αποτελούν συνέχεια του πρώτου βιβλίου του Παπαθέου, του Ντόρου – Χρονογυρίσματα στο Μεσολόγγι. Ο Παπαθέου θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται, και ο λόγος του, νοσταλγικός και συνάμα κριτικός, εκφεύγει από το είδος της απλής παράθεσης γεγονότων και από απλώς αφηγηματικός - αυτοβιογραφικός γίνεται ιδιαζόντως λογοτεχνικός. Από τα δύο αυτά βιβλία, το «Σεωρή» αναφέρεται στα γεγονότα της ζωής του Παπαθέου από το τέλος του σχολείου (Πανελλήνιες Εξετάσεις, Πανεπιστήμιο κ.λπ.) έως τη λήξη της στρατιωτικής θητείας, και το «Ταϊτατάτς» στα γεγονότα από την επιστροφή το Μεσολόγγι (μετά τον στρατό) έως και περίπου σήμερα. Περιγραφές προσωπικές, μοναδικών κι ανεπανάληπτων γεγονότων, πλην ενδεικτικών κι αποκαλυπτικών του μακελειού απ’ το οποίο όλοι καταγόμαστε… Όσοι ενδιαφέρονται να προμηθευτούν το βιβλίο, ας επικοινωνήσουν με το μπλογκ ή με τον υπεύθυνο εκτύπωσης του βιβλίου (τηλ.: 26310 27007). Τέλος, ας σημειωθεί ότι το «Σεωρή» επιμελήθηκε η Βούλα Λούβρου, ενώ το «Ταϊτατάτς» οι Ραλλού Κυριακοπούλου και Φώτης Μπατσίλας. Τα εξώφυλλα (φωτογραφίες του Σωτήρη Κακίση και του Βασίλη Αρτίκου), επιμελήθηκε ο Σωτήρης Κακίσης. Καλή Αρχή!

Αντιγραφές, μέρος 1: Δημήτρης Παπαθέου, Σεωρή/Ταϊτατάτς (Μεσολόγγι, 2011)



ΣΕΩΡή

   Λες να το επιχειρήσω;
  Έλα μωρέ, τι έχει να προσφέρει η αφήγηση ζωής ενός συνηθισμένου ανθρώπου; Εδώ μυθιστορήματα που βασίζονται σε υπερσπουδαίους και πάλι αναρωτιέσαι γιατί στην ευχή με κουράζετε; Πολύ περισσότερο που έχουν γραφτεί όλα και έχουν ειπωθεί όλα, όπως είχε επισημάνει πρώτος ο Γκαίτε, επομένως δεν πείθομαι να στρώσω τον πισινό μου και να γράψω παρότι μου ’βάλαν ιδέες φίλοι όταν διάβασαν το πρώτο ανώδυνο κομμάτι που αφορούσε σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
  Ανώδυνο λόγω παραγραφής. Απόφοιτοι Παλαμαϊκής Σχολής του 1968, και ο Ντόρος, που αφορούσε στο Μεσολόγγι του τότε, γράφτηκε Χριστούγεννα 2009.
  Ακόμα λοιπόν κι αν έβγαινε κάποιο ενδιαφέρον από τη συνέχεια του Ντόρου, καίει το πράμα, μιας και όοολοι γνωστοί στην ακτινογραφική μας γύρα.
  Δεν μας παρατάς και να στρωθείς να γράψεις λέω εγώ;
  Άκου πώς μπορεί να γίνει: κάνε μια γενική περιγραφή σε συνέχεια του Ντόρου, και στα κεφάλαια που υπάρχει ζουμί αλλά και απαγορευτικό απόπλου λόγω κοινωνικής δομής, ανοχής κ.λπ. κάν’το σαν διήγημα, να μη μας πρήζεις και με τον όγκο των σελίδων και το «οπωσδήποτε να τελειώσει», και βάλε την απαραίτητη κλασική διευκρίνιση: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και, ορκίζομαι, καμία σχέση με τους εξαιρετικούς φίλους και γνωστούς μας» ή κάπως έτσι. Ξεκίνα το και θα δείξει, μήπως με τον Ντόρο ήξερες τί σκόπευες να πεις από την αρχή;
  Λες μωρέ; Κι από πού να αρχίσω;

  Πριν ξεκινήσεις, γιατί δεν βλέπω να γλιτώνουμε, πες μας τουλάχιστον τι βγήκε από τον Ντόρο.
  Καλά και μετρίως κακά, το μετρίως λόγω του ότι το περίμενα και ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό.
  Γράφοντάς το ήμουν, στην κυριολεξία, στο τότε, και αυτά που μου ’ρχονταν κατακλυσμιαία στην κεφάλα μου δεν ήταν αναμνήσεις ήταν θρυαλλίδες χρόνου που ελευθερώνονταν και μεγάλωναν και με περιβάλλανε και ζούσαμε όλοι μέσα σ’ αυτές, σε όσα διαβάσατε.
  Είχα την εντύπωση ότι δεν ήμουν μόνος μέσα σ’ αυτές τις χρονικές φουσκάλες, μαζί μου ήταν κι όλοι οι φίλοι και το Μεσολόγγι στην παλιά του φορεσιά και τα σπίτια μας τα παλιά και όμορφα.
  Όταν τέλειωνε το γράψιμο κάτι από την ατμόσφαιρα της κάψουλας κυκλοφόραγε μαζί μου σαν προστατευτικό πεδίο.
  Το πιο περίεργο ήταν ότι ένιωθα κι όλους τους παλιούς μου φίλους, αλλά και τους καθημερινά συναναστρεφόμενους, να είναι στο κόλπο και να περιμένουν απλά τη βραδιά που θα γινόταν το τότε τώρα, έστω και πρόσκαιρα, έστω και μόνο κομματιαστά.
  Αυτό ήταν ανεπανάληπτο.
  Στην πράξη περίπου έτσι έγινε καθώς οι κολλητοί, που τελικά διοργανώσαμε το πάρτι στην Τουρλίδα, αποδείχτηκαν πιο παιδιά από τότε και με σχολαστικότητα, ζεστασιά και τρυφεράδα κανόνισαν να βγει μια όμορφη βραδιά που, όπως όλοι είπαν, ήταν ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.
  Το δεύτερο καλό ήταν πως, από τον Δεκέμβριο του 2009 ώς τον Απρίλιο του 2010 που τέλειωσαν οι διαδικασίες, περάσαμε απίθανα βράδια με τα ανίψια μου, τους φίλους τους και τον Μπραμς, το γάτο, που σχεδόν έχει μνήμες από την εποχή που περιγράφει ο Ντόρος.
  Κυρίως αυτά φταίνε που βρήκα το κουράγιο και κυκλοφόρησα τον Ντόρο και που οργανώσαμε τη βραδιά στην Τουρλίδα με την Κινηματογραφική Λέσχη, αυτά και ο Πάνος στο Τυπογραφείο.
  Φταίει και το ότι πίστεψα πως θα με κρίνουν σαν το παιδί του ’70.
  Τρίτον, και τέλος τα καλά, δεν σας κρύβω ότι με συγκινεί το ενδιαφέρον του κόσμου που μου ζητούν συνέχεια βιβλία και συγκινούμαι όταν ανεβαίνουν έναν όροφο χωρίς ασανσέρ για να μου ζητήσουν ένα βιβλιαράκι ή όταν με συναντάνε στο δρόμο φίλοι και λιγότερο φίλοι, και γνωστοί μονάχα, και μου ζητάνε ένα βιβλίο και όταν μου λένε: «-Κλάψαμε και γελάσαμε, να ’σαι καλά». Η πιο μικρή μου αναγνώστρια πάντως, 8 χρονών, είναι η Φωτεινή, η κόρη του Κώστα και της Όλγας που το έχει στο κομοδίνο της και το διαβάζει κάθε βράδυ και μάλιστα μ’ έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα της γράψω και ένα παιδικό, πιο παιδικό από αυτό, μου είπε.
  Τα κακά; Χε, χε! Ε, δεν θα ’βγαινε μια κακεντρέχεια και δεν θα με περίμεναν στη γωνία για κάποιο λεγούμενο; Άσε που κάμποσοι μου θύμισαν τους στίχους του Ρίτσου όταν δήλωναν: «-Σαν κι αυτό εγώ μπορώ να γράψω χίλια».
  Μη νομίσετε πάντως ότι είναι εύκολο στον τόπο σου να γράψεις αυτοβιογραφικά καταθέτοντας τη δική σου θέση για πρόσωπα και πράγματα.
  Από αυτή την άποψη ο Γιάννης ο ξάδελφός μου, ψυχίατρος, αυτός που τον ξέρετε από τον Ντόρο, πριν το εκδώσω, μου ’πε: «-Ξάδερφε δεν το πιστεύω ότι θα το κάνεις, βγάζεις πολλά δικά σου πράγματα έξω». Βέβαια ο Γιάννης δεν έζησε σε επαρχία και δεν ξέρει ότι, από τότε που γεννιούμαστε ώς το αντίο στο μικρό μας μέρος, οι πάντες ξέρουν τα πάντα και ενίοτε άπαντες, ανάλογα τη μεριά, κάνουμε ότι δεν ξέρουμε και ότι δεν καταλαβαίνουμε και μαζί τα πίνουμε άμα λάχει.
  Αυτά για τον Ντόρο, αφού με ρωτήσατε.

…

  Μετά από μια κραιπάλη χαρτοπαιξίας που μ’ έψαχναν οι πάντες και εμείς κολλημένοι άρρωστα στον μονό τον κούκο, από ένα σημείο και μετά λες και δεν υπήρχε άλλο παιχνίδι στην πόκα, και να πεις ότι κερδίζαμε ή χάναμε; Αφού μετά από 36 ώρες παιχνίδι όλοι στα λεφτά μας βγαίναμε, 40 πυρετό σπίτι, βρογχίτιδα, η μάνα μου στην Αθήνα και ο Κώστας ο Στασινός, παθολόγος, οικογενειακός φίλος, «προσοχή γιατί θα το γυρίσει σε πνευμονία».
  Εξάντληση και μαντάτο για την κύρια κατάληψη της Νομικής.
  Πήγα, αλλά τα δυναμάρια μου δεν άφηναν σκέψη για διανυκτέρευση. Ο φόβος, αυτός ο πανάρχαιος αλήτης, όπως ήδη σας έχω εξηγήσει, θρονιασμένος, θριαμβευτής, μ’ έστελνε ασφαλή στα σεντόνια μου ή στα σεντόνια της καλής μου και μόνο νοερά επιτελούσα το καθήκον στην επανάσταση, σκεφτόμενος συνέχεια τους κεκλεισμένους.
  Δεν χρειάζεται πολυλογία σχετικά με τα γεγονότα.
  Η ατμομηχανή τσούλισε και η τύχη της Ελλάδας έπεσε στα κεφάλια των δεκαοκτάχρονων άντε το πολύ εικοσιδυάχρονων.
  Εδώ είναι το περίεργο. Αφού παιδιά κατάφεραν και ρίξαν τα άπαρτα κάστρα, παιδιά, κορμιά, μυαλά λευτέρωσαν τον ουρανό, στη συνέχεια γιατί, γαμώτο, φωνάξαμε τους μεγάλους, τους «σοφούς», αυτούς που ’χαν σκατώσει τα πάντα, αυτούς που ’χαν μερίδιο στη σκλαβιά μας να μας σώσουν; Κι αυτό μήπως δεν συνεχίζεται; Μετά μανίας καλούμε, εκπέμπουμε SOS και φτάνουν οι διαλυτές να τα φτιάξουν καλά αυτή τη φορά. Τέλος πάντων. Το χειρότερο, όπως ξανάπα, είναι ότι καθώς ξεχώρισαν οι ημέτεροι από τους υμέτερους μετά τη λευτεριά και χάθηκε η δύναμη της νιότης και της ένωσης, πολλοί, οι περισσότεροι από μας, ξεπουληθήκαμε...
  Τη Νομική ακολούθησε το Χημείο και πάμε σιγά-σιγά Πολυτεχνείο.
  Βιολογικά δεν άλλαξαν και πολλά μ’ εμένα καθώς τυραννιόμουν με δύσπνοια και κόπωση κι άλλο που δεν ήθελα για να μην κλείνομαι τα βράδια.
  Έλα που το πρώτο βράδυ του ξεσηκωμού, εκεί στην Πατησίων, φεύγοντας από το προαύλιο, όταν οι πόρτες κλείναν, βγαίνει μπροστά μας ένας νάνος, σκηνή από το «πλοίο των τρελλών», και δήθεν σφυρίζοντας αδιάφορα κάνει νόημα στους παρακρατικούς να ζυγώσουν και μας κυκλώνουν εμένα και την αγαπημένη μου, που την είχα πάνω κι από μένα μέχρι τότε, έτσι νόμιζα, και στο πρώτο ξύλο, στην πρώτη δυνατή μπουνιά στο στομάχι και βλέποντας τη συμφορά να ’ρχεται καθώς είμαστε απομονωμένοι πια από τους φοιτητές και μόνο παρακρατικοί και μπάτσοι μακρύτερα και κίνηση μηδέν, κι ήταν πολλοί, το ’βαλα στα πόδια και με κυνήγησαν, πολύ με κυνήγησαν, αλλά τί να πιάσουν; Τόση προπόνηση ξαφνικά βγήκε σε παγκόσμια κούρσα λύτρωσης ζωής και μόνο όταν ξεθεώθηκαν και σταμάτησαν τα τρεχαλητά από πίσω μου και κείνα τα βλαστήμια κι οι κραυγές «πιάστε τον πούστη», που όταν απευθύνονται σ’ εσένα θολώνει ο νους και τα πόδια φτερά κι η βρογχίτιδα εξαφανισμένη, και σταματάω κάποια στιγμή να πάρω ανάσα και πλημμυρίζει το κορμί μου αίμα που ’χε φύγει πιότερο από το φόβο και λιγότερο από το τρέξιμο και η απουσία με σφίγγει, με καθηλώνει και μονομιάς εξαφανίζεται η αυτοεκτίμησή μου αφού στην Πατησίων την άφησα ν’ αγωνίζεται κι αυτή αλλά να μην τα καταφέρνει να ξεφύγει όπως εγώ ο αθλητής.
  Παίρνω ένα ταξί και του ζητάω λαχανιασμένος, φευγάτος, με κατάλαβε ο άνθρωπος, να κάνει βόλτα από το σημείο που μας πιάσαν. Και τη βλέπω κάτω ξάπλα κι από πάνω της αυτοί οι καλικάτζαροι και εγώ βόλτα με το ταξί μουγγός, παγωμένος, μια και δυο φορές προδότης, του έρωτα, της επανάστασης, του εαυτού μου. Αλλιώς με νόμιζα.
  Με το ταξί πήγα Φορμίωνος, σήκωσα τον Σπύρο έβαλε τη στολή του και κατεβήκαμε με τα πόδια πια να ψάχνουμε. Είχα δεν είχα ανάσα. Κι ο Σπύρος να μην έχει λόγια να μου πει και να παίζει και το κεφάλι του κορώνα γράμματα.
  Κάποια στιγμή είπαμε να ρίξουμε μιαν απελπισμένη ματιά στο σπίτι της εκεί στη Σολωμού και ήταν εκεί.
  Το αίμα ξανάρθε κι οι φλέβες μου ξαναγεμίσαν υγρό ζωής και περιφρόνια.
  Όταν έπεσε κάτω από τα χτυπήματα, είχε την τύχη να χτυπήσει στο κεφάλι και να μείνει αναίσθητη κι ένας απ’ όλους, κάποιος που κάτω από το δέρμα του φασισμού κάτι ανθρωπινό περπάταγε ακόμα, την έβαλε σ’ ένα ταξί και είπε στον ταξιτζή να την πάει νοσοκομείο κι οι άλλοι την έφτυναν.
  Και στο ταξί συνήλθε και πήγε σπίτι της. Κι αγκαλιαστήκαμε και δεν μου το κράτησε ποτέ, εγώ το κράτησα στον εαυτό μου και μόνο στους πολύ πολύ κολλητούς μου μέχρι σήμερα το ξομολογήθηκα και να που σήμερα γίνατε ξαφνικά πολλοί οι κολλητοί μου κι έτσι είναι η ζωή.
  Σεωρή = ήρωες από την ανάποδη. Μη με δικαιολογήσετε, έτσι κι αλλιώς το ’χω κάνει από μόνος μου, όσο έπρεπε, και συνέχισα να ζω κι ευτυχισμένος σε καλές δόσεις.
  Την άλλη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, Πολυτεχνείο μέσα κι έξω, αλλά ο νους μου στο νάνο και τους φίλους του, που όμως πια είχαν τραβηχτεί πολλά τετράγωνα πίσω γιατί κόσμος πολύς από παντού συντρόφευε τα παιδιά.
  Τα ξέρετε, μόνο την τελευταία βραδιά, όταν πια έγινε ντου και τρέχαμε Τοσίτσα και δίπλα, ανεξήγητα, όλο και κάποιος έπεφτε και γέμιζε το πεζοδρόμιο αίμα, κι όσους μπορούσαν οι διπλανοί τούς βάζανε σε κατώφλια πολυκατοικιών κι ο κόσμος τούς περίθαλπε, τα ξέρετε αλλά πρέπει να λέμε τα μπράβο στους ανώνυμους που παίζαν τα τομάρια τους και κάνανε τα σπίτια τους νοσοκομεία και τους άλλους, όπως ο φίλος μου ο Νίκος, που υπηρετούσε στα τεθωρακισμένα και μετά υπάλληλος στα Δικαστήρια στο Μεσολόγγι κι ήταν και δεξιός, έτσι νόμιζε, και έσωσε παιδιά και κανείς δεν το ξέρει και να το μεγαλείο, εμείς γύρω-γύρω από το τετράγωνο να πηγαίνουμε φάρμακα, μ’ ένα Φίατ 124 της ξαδέλφης μου, που σε μια γωνιά όπου το αφήσαμε για λίγο έφαγε κάμποσες σφαίρες κι άντε να το πάω στην ξαδέλφη μου την άλλη μέρα και μετά αυτή σε ποιό συνεργείο χωρίς ρουφιάνους να το φτιάξει; Στο τέλος, όταν πια τα πράγματα σφίξανε τόσο, όπου φύγει-φύγει με το Φίατ στον περιφερειακό για Γαλάτσι κι από ’κεί Παγκράτι το γύρο, παραλίγο να του φύγει στη στροφή το αυτοκίνητο του Νίκου του Μοναστηριώτη και να φύγουμε κάτω στον γκρεμό και τότε του ’πα το πικρόχολο: «Θα’ ναι κρίμα τούτη τη νύχτα να πάμε από αυτοκινητικό» και ηρέμησε και πήγαμε Φορμίωνος και μέχρι το πρωί ακούγαμε «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» και κλαίγαμε και φοβόμαστε και μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν φίλοι μας κι ο ξάδελφός μου ο Γιάννης, ο θεοπάλαβος, που ’ξερε βέβαια να γλιτώνει, αλλά ποιος ήξερε αν κι οι άλλοι το ’ξεραν;
  Την άλλη μέρα πρωί-πρωί στο σπίτι του Νίκου, κι αυτουνού στα Εξάρχεια Σολωμού, που ξέχασα να σας πω, την προηγούμενη το βράδυ αργά είχαμε κλειστεί, πριν φύγουμε οριστικά από Εξάρχεια, κι ακούγαμε τα τανκς και τα πολυβόλα και όταν κατεβήκαμε να πάρουμε σάντουιτς στην πλατεία, μας είχε κόψει η πείνα απ’ το φόβο και την αγωνία, μόνο ο Νίκος δεν φοβότανε ποτέ και το ’δειξε με τον τρόπο που έφυγε από αυτή τη ζωή που του φέρθηκε χάλια, μόνο αυτός δεν φοβότανε, οι άλλοι διαβαθμισμένα, από λίγο ώς πολύ ο καθένας, είδαμε στο άγαλμα από πίσω ένα φοιτητή να κρύβεται και να τον πυροβολούν κι αυτός να τους κοροϊδεύει βγάζοντας πότε το χέρι, πότε το πόδι, σα να ’μαστε παιδιά και να παίζαμε τα αγάλματα στο Δημαρχείο στο Μεσολόγγγι, «μπαμ», μόνο που ο άλλος είχε κανονικό πιστόλι και κανονικές σφαίρες και τελικά ο φοιτητής την κοπάνισε κι η καρδιά μας πήγε στη θέση της κι ο Νίκος την τελευταία στιγμή μας αποκάλυψε ότι μαζί μας ήταν κι η κόρη ενός απ’ τα κεφάλια της Αριστεράς που ’τανε συμφοιτήτριά του.
  Και το άλλο πρωί η ίδια σύνθεση και το πολυβόλο στην ταράτσα της ίδιας πολυκατοικίας κροτάλιζε κι έριχνε στο ψαχνό.
  Ωι, μανούλα μου, αυτοί σκότωναν δυο φορές στ’ αλήθεια.
  Και φτιάξαμε σχέδιο διαφυγής και μπήκαμε στ’ αυτοκίνητά μας και βουρ Μεσολόγγι και στα διόδια που ’χανε μπλόκα, όπως μας είχανε ήδη πληροφορήσει, ξάπλα στο πάτωμα και κάτι κουβέρτες οι δικοί μου από πάνω και όπου φύγει-φύγει.


 
ΤΑϊΤΑΤάΤΣ
 
  Να ’μαστε στην τρίτη συνέχεια καταγραφής ζωής και γεγονότων συνηθισμένων ανθρώπων.
  Ακόμα δεν έχω βρει τίτλο, γι’ αυτό το αποθήκευσα προσωρινά σαν «άντε και βλέπουμε».
  Πού είστε παλιότεροι γραφιάδες, να τρίξουν τα κόκαλά σας με το ρήμα αποθηκεύω… Και μη νομίζετε ότι δεν πεθυμάω κι εγώ (σπανίως, ομολογώ) την πρώτη γραφομηχανή του γραφείου μας, που ανήκε στο θείο μου Χρήστο, μάρκας Mercedes, όπου έγραψα τα πρώτα στιχάκια κι αργότερα τα πρώτα δικόγραφα.
  Θυμίζω στους «πέριξ» την υπόσχεση να μην εκτεθούμε σ’ αυτό το «ζωντανό» κομμάτι, για τούτο και επιτρέψτε μου να μπλέκω λίγο το φανταστικό με το πραγματικό και τα ονόματα σε κάποιες περιπτώσεις να μην είναι τα αληθινά, αν και ξέρω ότι επειδή ήδη με μάθατε όσοι είχατε την υπομονή να ασχοληθείτε μαζί μου περνώντας μερικές ώρες μέσα στις σελίδες του «ΝΤόΡΟΥ» και του «ΣΕΩΡή», ψιλοανησυχείτε ήδη.
  Ίδωμεν, η υπόσχεσή μου πάντως στην οποία μένω προσηλωμένος είναι να προσπαθήσω να προστατευθούμε όλοι.
  Γυρίσαμε λοιπόν. Άρτι περαιώσαντες με επιτυχία τις πανεπιστημιακές μας σπουδές που άρχισαν λίγο πριν το ’70 και τέλειωσαν το ’74, επιβιώσαντες και με πτυχίο παρακαλώ και στη συνέχεια την 32μηνη φύλαξη της μαμάς πατρίδας, γυρίσαμε. Πού; αυτό δεν είναι το σημαίνον επί του παρόντος. Άλλωστε μπορείτε κάλλιστα να γυρίσετε νοερά στο δικό σας μέρος όπου ίσως εκτυλίσσονται τα παρακάτω. Για τις ανάγκες του κειμένου και του αφηγητή όμως, σημειώστε ένα μέρος πέντε ώρες με αυτοκίνητο από την Πρωτεύουσα, μάλλον μικρό για τα κουστούμια των πόλεων, όμως αναμφισβήτητα Πόλις, «μεγάλης έκτασης οικισμός με θεσμοθετημένες λειτουργίες, που αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής», (ορισμός που αμφισβητείται εντονότατα ιδίως υπό των γειτόνων), πιο Πόλις απ’ όλες τις Πόλεις λόγω Ιστορίας, μπόλικης Ιστορίας, τόσο που μπορεί και να μιλάμε λεύτερη γλώσσα εξ αιτίας της.
  Ελπίζω να μην αρχίσετε τις ξινές ερωτήσεις «τί σημαίνει λεύτερη γλώσσα;» γιατί δεν έχω σκοπό να απαντάω σε ερωτήματα -αντίθετα, κρατάω για τον εαυτό μου το δικαίωμα να θέτω κανένα όποτε μου ’ρχεται. Μεταξύ μας, ίσως είναι το μοναδικό πλεονέκτημα των γραφιάδων. Καλά, αφού επιμένετε, εντάξει, στο Μεσολόγγι γυρίσαμε -πού αλλού;
  Είναι μυστήριες οι διαθέσεις των ανθρώπων, αφού μου ’ρθε σήμερα, που περιμένω ώρες ατέλειωτες στο Εφετείο της Αθήνας να ’ρθει η σειρά της υπόθεσής μου, να ξεκινήσω αυτό το ταξίδι μαζί σας.
  Είναι αδύνατον όμως να μην σας πω ότι τα παιδιά που υποστηρίζω σήμερα για μια ασήμαντη παραβατικότητα είναι τα δύο από τα τέσσερα μιας οικογένειας. Το ένα παιδί, με προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ψυχή και με το καταραμένο ταξίδι στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, τον πολύ καταραμένο που φτάνει στο απόλυτο τέλος, μετά από ξερίζωμα κάθε ανθρώπινου σημαδιού, που όμως τώρα παλεύει σιωπηλά και σκληρά τα φαντάσματά του, με τη βοήθεια των γονιών του να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Εικοσιπέντε χρονών ο πρώτος κατηγορούμενος. Το αδίκημα; Ένα ξημέρωμα μετά από ολονύχτια κατανάλωση αλκοόλ και «ουσιών», σε κατάσταση πλήρους διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, έσπασε τη τζαμαρία ενός φωτογραφείου και πήρε 3-4 φωτογραφικές μηχανές και στη συνέχεια, αγκαλιά μ’ αυτές, κοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, 50 μέτρα πιο πέρα, κομμένος –ματωμένος απ’ τη τζαμαρία και το μηχανάκι του παρατημένο έξω απ’ το φωτογραφείο. Ο ιδιοκτήτης, που αποζημιώθηκε αμέσως όταν η μέρα πήρε το δρόμο της, δεν θέλει να τιμωρηθεί κανείς και παρακαλάει το Δικαστήριο να μην τιμωρήσει τα παιδιά, γιατί ξέρει την ιστορία τους.
  Το άλλο παιδί, κατηγορούμενος κι αυτός μαζί με τον προηγούμενο, έχασε την θέση του σαν υπάλληλος (ταμίας) που ήταν σε τράπεζα, γι’ αυτή την ασήμαντη εμπλοκή του με το νόμο, καθώς ήταν μαζί με τον αδελφό του αποβραδίς, κι αυτός πιωμένος, πολύ πιωμένος, και τράβαγε τον αδελφό του από τις τζαμαρίες μόλις αντιλήφθηκε την βλακεία που ’χε κάνει και περιμένει μήπως οι δικαστές αντιληφθούν ότι έκανε ό,τι έκανε για να σώσει τον αδελφό του και τον αθωώσουν και ξαναπάει στη θέση του, αλλιώς…
  Νομίζω ότι καταλάβατε ότι στο πρώτο δικαστήριο δικάστηκαν και οι δύο.
  Το τρίτο παιδί «σκλήρυνση κατά πλάκας» και το τέταρτο πέθανε πριν μερικούς μήνες από ανακοπή καρδιάς μετά από τις δικές του ταξιδιωτικές εμπειρίες στον σκατόκοσμο των παράλληλων συμπάντων.
  Τα παιδιά, παιδαράδες όλα και αντρικά όμορφα.
  Μάνα και πατέρας με αξιοπρέπεια, μέσοι Έλληνες, παλεύουν με όλες τις δυνάμεις τους για τα παιδιά τους, όμορφοι άνθρωποι, σε κερδίζουν με την απόπνοια αξιοπρέπειας, ειδικά η μάνα, γλυκειά μορφή που τα βάσανα μοιάζει να μην την χαρακώνουν -μοιάζει είπα, γιατί κανα-δυό χρόνια τώρα ένα κομμάτι άμυνας δεν άντεξε και πέρασε μέσα της η αρρώστια που ακούει στο επιστημονικό όνομα «συστηματικός ερυθηματώδης λύκος».
  Πώς μου ’ρθε και σταμάτησα στην μέση και σας περιέγραψα μια οικογένεια, με την αγωνία στα μάτια μήπως και σώσουν κάτι από τα όσα βλέπει να χάνονται μέσα απ’ τα χέρια της, απ’ τους κόπους της και τα όνειρά της; Δεν ξέρω, αλλά μαζί δεν το ξεκινήσαμε το ταξίδι; Μαζί θα το πάμε σταθμό-σταθμό.
  Η δίκη διακόπηκε για την άλλη Τετάρτη, οπότε θα σας πω τι απόγινε.
  Το επάγγελμα που διάλεξα από μικρός να κάνω, παλιότερα το λέγαμε «λειτούργημα» -δεν στοιχηματίζω πια σ’ αυτή τη λέξη-, δεν έχει μόνο δύο πρόσωπα σαν του Ιανού, έχει πολλά και για να σας το εξηγήσω με λίγες λέξεις που θα ’χετε ξανακούσει βέβαια, είναι ψυχοφθόρο αλλά και ανυσματικό, καταθλιπτικό κι ύστερα από λίγο χαρούμενο, σε στέλνει αδιάβαστο από στιγμή σε στιγμή να νοιώσεις το απόλυτο τίποτα, και από την άλλη είναι φορές που σε κάνει να νοιώθεις όμορφα, χρήσιμος. ΟΜΩΣ, η ιδιαιτερότητά του, που μερικές φορές σε φέρνει σε απόγνωση, είναι ότι η δουλειά σου, ο κόπος σου, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, όπως του γιατρού για παράδειγμα, όλο το είναι σου να βάλεις κι όλη την τέχνη σου κι όλη την αλήθεια της γης να πεις, μπορεί και να μη φτάνουν για να πείσουν τον Δικαστή που θα αποφασίσει.
  Αυτό είναι το μέγα πρόβλημα. Ο Δικηγόρος προσπαθεί να πείσει ένα τρίτο πρόσωπο που είναι ο Δικαστής. Τα αφήνουμε όμως αυτά γι’ αργότερα που θα σας λέω καμιά ιστορία, απ’ ό,τι φαίνεται.
  1976, Χριστούγεννα, πολίτες. Τριάντα δύο μήνες ναύτες, μη νομίζετε πως δεν έκαναν ζημιά στα γραναζάκια και λοιπά εξαρτήματα του ενδομηχανισμού μας.
  Και μόνο η φθορά που σου προξενεί το ξόδεμα ενέργειας για να καταφέρεις να επιβιώσεις (παλιότερα αυτό) και να λουφάρεις, σε αφυδατώνει σε βαθμό απίστευτο -ξεχάστε όλα τα άλλα που έχουν να κάνουν με την απουσία λογικής στον χώρο που υπηρετείς, της καταρράκωσης της προσωπικότητας και τη σκουριά που αναπνέεις, που σε σκεπάζει και σε αφομοιώνει (πανέμορφα το ’πε ο Καββαδίας «…άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει…»).
  Όταν υπηρετείς, μάλλον εξιδανικεύεις -και πολύ καλά κάνεις-, όλα τα μικρά και καθημερινά, τα ασήμαντα που ποτέ δεν θα επεσήμαινες αν δε σου ’λειπαν, και πιστεύεις ότι ΑΝ ξεμπερδέψεις ποτέ με την θητεία, θα ρουφήξεις την ευτυχία που αποπνέουν αυτά τα μικροπράματα και θα ’σαι χαρούμενος.
  Ώπα! Ήρθε Τετάρτη. Μόλις γύρισα από Αθήνα από το Εφετείο.
  Ξαναδιαβάζω όσα σας είπα προχτές και μοιάζουν προφητικά γιατί αυτή τη φορά το ταξίδι Κόλαση - Παράδεισος – Επιστροφή (κάποτε έγραψα στίχους πάνω σ’ αυτό το θέμα και δε θ’ αποφύγω τον πειρασμό να τους ξαμολήσω αργότερα), ήταν αστραπιαίο.
  Ήρθε η σειρά μου κατά τις 10 το πρωί. Καλά ετοιμασμένος, ανέλυσα τη κατάσταση στο Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε μια κυρία που ’μοιαζε καλή και δίπλα της ήταν πάλι μια καλή κυρία και δίπλα της από την άλλη μεριά ήταν ένας που ’μοιαζε όχι καλός κύριος -από αυτούς που τους περιβάλλει επαγγελματική κρούστα άρνησης να περάσουν μέσα τους οτιδήποτε ανθρώπινο και η φάτσα τους το δείχνει, γαμώτο- και με ζώσανε τα φίδια, αλλά χαλάρωσα καθώς ο Εισαγγελέας ήταν άνθρωπος με κεφαλαία γράμματα και είπε περισσότερα από όσα εγώ σαν υπεράσπιση πρόσφερα στη διαδικασία και μάλιστα ζήτησε από το Δικαστήριο «να επιτελέσει κοινωνικό και παιδαγωγικό έργο και να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να βρουν ένα δρόμο και μια οικογένεια να βρει έστω και στιγμιαία γαλήνη» -έτσι τα ’πε, και χαλάρωσα και δεν σας κρύβω ότι καιρό είχε να με συγκινήσει Εισαγγελέας.
  Ζήτησε την αθώωση και των δύο. Του μεν μικρού που έκανε και το «ανδραγάθημα» που ’λεγε και η θειά μου η Μαρία όταν είμαστε μικρά, «γιατί δεν είχε καθόλου ικανότητα καταλογισμού την στιγμή εκείνη» και του άλλου επειδή «δεν συμμετείχε καθόλου στη πράξη».
  Στη συνέχεια το κλίμα του Δικαστηρίου σα ν’ αλάφρυνε και να ξέφυγε από εκείνο το τυπικό και το βαρύ και η Πρόεδρος δεν μ’ άφησε να μακρηγορήσω αφού τι άλλο ήθελα, με κάλυψε ο κ. Εισαγγελέας.
  Ξέρετε τι παγίδα είν’ αυτό; πόσο εύκολο είναι να την πατήσεις; (την έχω πατήσει κατ’ επανάληψη -διάγραψέ το αυτό ;;;) Σταματάς για να μην γίνεις ενοχλητικός και τους κουράσεις, έχοντας κατά νου ότι ακούν ακατάπαυστα τους μεν και τους δε, και πραγματικά κουράζονται (ξεχάστε προς στιγμή το τραγούδι του Νιόνιου για τους «κουφούς» Δικαστές), και όταν βγαίνει ανάποδη απόφαση τα βάζεις με τον εαυτό σου γιατί δεν είπες αυτά που έπρεπε και δεν επιτέλεσες το καθήκον σου.
  Παρακάλεσα να μην είναι έτσι αυτή την φορά, δεν έπρεπε να είναι έτσι, ήταν πολύ τραγικά από μόνα τους τα πράγματα για να αποδειχθεί ότι στράβωσε (την πάτησα) έτσι η υπόθεση από το καλό κλίμα.
  Μην τα πολυλογώ, βγαίνει βλοσυρή η Πρόεδρος από την διάσκεψη –με το που την είδα με φάγανε τα φίδια- και λέει «ένοχοι, ο μεν πρώτος μπλα-μπλα-μπλα , ο δε δεύτερος μπλα-μπλα-μπλα».
  Εκεί κατέρρευσαν μάνα και πατέρας. Εκεί ξένεψαν τα πρόσωπα των παρισταμένων, όλων.
  Δεν υπάρχει χειρότερη εικόνα από κατάρρευση αξιοπρεπών ανθρώπων. Το κλάμα τους είναι σπαρακτικά αθέατρο. Δεν σε ενοχλεί σαν ήχος, μόνο περνάει απ’ ευθείας στην ψυχή σου και νοιώθεις ένοχος, μ’ οποιονδήποτε τρόπο και να έχεις εμπλακεί σ’ αυτή την τραγωδία, έστω και σαν θεατής και ακροατής στο Δικαστήριο, νοιώθεις ένοχος, που δεν μπόρεσες να συμβάλεις τόσο δα να μην κορυφωθεί αυτό το δράμα.
  Οι αξιοπρεπείς άνθρωποι όταν κλαίνε, ο αέρας γύρω δεν αναπνέεται.
  Το «γιατί;» -κραυγή της μάνας- που ήρθε πια μπροστά στην ΄Εδρα δεν απευθυνόταν προφανώς στην γυναίκα Πρόεδρο, απευθυνόταν στη γυναίκα μάνα, απευθυνόταν σ’ αυτήν σαν μεσολαβήτρια της μοίρας της, σαν ταχυδρόμο του σκληρού θεού της, σαν την αρχαία κατάρα που χτυπάει και δεν τελειώνει.
  Γιατί; Να χάσω κι αυτό το παιδί μου;
  Και το ερώτημα γιγαντώνεται σαν το βάλεις δίπλα στα όσα ο Εισαγγελέας είπε.
  Να χάσω άλλο ένα παιδί που δεν έκανε τίποτε ή κι αν έκανε, το τραύμα στη νομιμότητα αποκαταστάθηκε με το που συνήλθε αφού, όπως το ’παμε πιο πάνω, ο ίδιος ο παθών παρακάλεσε να μην τιμωρηθούν.
  Γιατί;
  Έπεσε καταχνιά στην αίθουσα. Είναι από τις περιπτώσεις που ακόμα και εμείς που πετσιάσαμε επαγγελματικά στη δυστυχία που χειριζόμαστε με κάποιο τρόπο καθημερινά στις αίθουσες των δικαστηρίων, εμείς οι Δικηγόροι, λέω, αγανακτούμε και μονιάζουμε και κοιτάμε ο ένας τον άλλον, επιδεικτικά απέναντι από τους δικαστές λες κι αυτό θα τους κάνει να φοβηθούν, να το σκεφτούν έστω, ν’ αλλάξουν.
  Όμως πότε σφιγμένα βλέμματα άλλαξαν τον κόσμο;
  Γύρισαν και με κοίταξαν όλοι οι συνάδελφοι με αγάπη, πιστέψτε το, και -σπάνιο πολύ σπάνιο- με κατανόηση!
  Και σ’ αυτό το χαμηλό βαρομετρικό, στο οποίο προστέθηκε και ο βόγγος του πατέρα, κάτι γυάλισε και ζήτησα από την Πρόεδρο να μας πει αν πράγματι με την απόφασή της απήγγειλε ότι δέχεται «έμπρακτη μετάνοια» για τον δεύτερο, γιατί έτσι άκουσα, και μου απάντησε «ναι».
  Μέσα σ’ ένα lucidum intervallum, («φωτεινό διάλειμμα», στα φοιτητικά μας λατινικά), εξηγώ, με πείσμα ομολογώ και με σκληράδα που δεν την ξοδεύομε παρά σπάνια πολύ, ότι εφ’ όσον απαγγέλθηκε έτσι η απόφαση η πράξη είναι μη τιμωρητή.
  Η Πρόεδρος το αρνήθηκε αλλά αποσύρθηκε για να διορθώσει το λάθος και τότε σε μια τελευταία προσπάθεια, μαλακά τώρα, ψελλίζοντας απεγνωσμένα κάτι περί μεταφυσικής, που τα λάθη σε καθοριστικές στιγμές της ζωής μας σώζουν, ζήτησα, όλοι οι παρόντες ζητήσαμε, η διόρθωση του λάθους να ’ναι για το καλό του παιδιού κι αυτή τη φορά βγήκε χαμογελώντας η Πρόεδρος και φωτείνιασαν όλα και το παιδί κρίθηκε μη τιμωρητέο και του ζήτησε το Δικαστήριο να ’ναι μάθημα αυτό για όλη τη ζωή του, όπως δηλαδή έπρεπε να ’χει γίνει από την αρχή και αυτός υποσχέθηκε, βαθειά υπόσχεση, πως «ναι, θα είναι»!

…

  … Πώς χωρίζεις από τον άνθρωπό σου; Πώς μετά από 7 χρόνια έρωτα και εξάρτησης σε βαθμό ναρκωτικών κινάς για άλλες πολιτείες; Χωρισμός χωρίς προετοιμασία, χωρίς λογική στήριξη, χωρίς σχέδιο πλεύσης, χωρίς ντάνος, που λέγαμε μικροί. Σκέτος χωρισμός. (Θέλετε επεξήγηση στη λέξη «ντάνος»; Ωραία. Περίπου σημαίνει φόρα, όμως ήταν πιο συγκεκριμένο, συγκέντρωση και μάζεμα δύναμης για πήδημα χωρίς φορά. Με ενωμένα τα πόδια πηδούσες από στάση όσο πιο μακριά μπορούσες κι αυτό το πήδημα το λέγανε «ταϊτατάτς». Ήταν και Ολυμπιακό άθλημα κάποτε, «άλμα άνευ φοράς», νομίζω, και Ολυμπιονίκης ο Τσικλητήρας; Ταϊτατάτς. Δεν είναι καταπληκτική λέξη; Λέτε να το βάλω τίτλο; Μ’ αρέσει, αν δεν με συγκρατήσουν οι υπόλοιποι που θ’ ασχοληθούν στο να φέρουν στα συγκαλά τους τα γραφόμενα που αραδιάζω, κυρίως ο Σωτήρης, δηλαδή, που έχει το γενικό πρόσταγμα, θα το καταλάβετε).
  Δεν είχε υπαναχωρήσεις, όχι. Για το χωρισμό λέω.
  Όσο παράξενο και να σας φανεί, δεν πισωγυρίσαμε.
  Τώρα πώς γίνεται ένας τεράστιος έρωτας, όπως σας τον περιέγραψα στο προηγούμενο κεφάλαιο ζωής, κραυγαλέος και ριψοκίνδυνος, πρωτοποριακός και επαναστατικός για χίλιες αιτίες και χωρίς αυτές, να φτάσει σε τόσο ήσυχο χωρισμό, δεν το ξέρω. Ήταν σα να πέρασε απ’ όλους τους σταθμούς που ήταν να περάσει και να ’φτασε νομοτελειακά στην πλατφόρμα του τέλους. Δυο άνθρωποι που στην κυριολεξία άκουγαν τα τριξίματα της ωρίμανσης χρόνο το χρόνο στα κορμιά και τα μυαλά τους και ανατριχιαστικά διαπίστωναν την αφομοίωση των όσων απέκρουαν -μετά καυγάδων μεγάλων-, ο ένας του άλλου, φρέναραν με χειρόφρενο και σβήσιμο μηχανών.
  Θέλετε και την πλάκα του θέματος; Η μάνα μου που ποτέ δεν έδειξε άσπρα δόντια σ’ αυτή τη σχέση, όταν τέλειωσε, στενοχωρήθηκε.
  Προφανώς αντιλήφθηκε ότι ξεκίνησα να τραβάω την οδό της μονήρους διαβίωσης που θα ακολουθούσα έκτοτε. …

Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)


Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 6, 10:30 p.m. Summer (1966, Jules Dassin)



10:30 p.m. Summer (Δέκα και Μισή Καλοκαίρι Βράδυ, 1966), με τους Μελίνα Μερκούρη, Peter Finch και Romy Schneider.


Δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ, η ομότιτλη νουβέλα της Μάργκεριτ Ντυράς (Οδυσσέας 1982, μτφρ. Τατιάνας Τσαλίκη – Μηλιώνη – Marguerite Duras, Dix Heures Et Demie Du Soir En Ete, Gallimard 1960), μια γλυκειά ιστορία καταστροφής, απιστίες που συνέβησαν και θα συμβούν, σε μια επαρχιακή πόλη της Ισπανίας, στο δρόμο για την Μαδρίτη, το τέλος της αγάπης, η μετάλλαξή της, η μεταβίβασή της ή απλώς η παύση της, κι όλα αυτά σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα, σ’ ένα υπαινικτικό πλαίσιο, ένα βράδυ, δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ. Λίγα χρόνια μετά, η ίδια η Ντυράς σε συνεργασία με τον Ζυλ Ντασσέν μετέγραψαν τη νουβέλα σε σενάριο κι έτσι γυρίστηκε η ταινία «10:30 p.m. Summer» (1966) με την Μελίνα Μερκούρη, τον Peter Finch και την Romy Schneider.

Η νεαρή, όμορφη και θελκτική Κλαίρη (Ρόμυ Σνάιντερ - Κλερ, στην ταινία), ο Πιέρ (Πήτερ Φιντς - Πωλ στην ταινία), η σύζυγός του Μαρία (Μελίνα) και η μικρή τους κόρη Ζουντίθ (ή Ζούντιθ στην ταινία) ταξιδεύουν από τη Γαλλία προς την Μαδρίτη. Μια καλοκαιρινή θύελλα τους εξαναγκάζει να μείνουν σε μια επαρχιακή πόλη. Η ζέστη είναι αφόρητη κι η ατμόσφαιρα πνιγηρή, γίνεται όμως ακόμα πιο αβάσταχτη λόγω ενός εγκλήματος που έχει γίνει λίγο πριν. Πρόκειται για ένα έγκλημα πάθους: ο Ροντρίγκο Παέστρα (ή Παλέστρα στην ταινία), ένας ντόπιος νεαρός άντρας, έπιασε τη δεκαεννιάχρονη σύζυγό του, την οποία είχε παντρευτεί μόλις προ έξι μηνών, να κάνει έρωτα μ’ έναν άλλο άντρα. Τους σκότωσε και τους δυο επί τόπου και τώρα αναζητείται από την τοπική αστυνομία. Ποιος ευθύνεται για το έγκλημα; Ο απατημένος σύζυγος; Η νεαρή σύζυγος που προκάλεσε τον εραστή και ήθελε να έχει όλους τους άντρες της πόλης; Ή, μήπως, ο εραστής που ενέδωσε στο ερωτικό κάλεσμα της νεαρής γυναίκας; Όλοι βλέπουν με συμπάθεια τον δολοφόνο, το ίδιο κι η Μαρία, που πίνει τη μια μαντζανίλα μετά την άλλη, αλκοολική σε προχωρημένο στάδιο, και θέλει να εντάξει την ιστορία του Ροντρίγκο Παέστρα στη δική της ιστορία, στη σχέση της με τον Πωλ, που κορυφώθηκε σ’ ένα ταξίδι τους στη Βερόνα και μετά πήρε την κατιούσα, κατέληξε στο πιοτό και, ναι, στην παρουσία της Κλαίρης, στην αναγκαιότητα της παρουσίας της Κλαίρης, και σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί μεταξύ του άντρα της και της νεαρής γυναίκας, και που το περιμένει σαν έτοιμη από καιρό, σαν έτοιμη από ποτέ, δηλαδή, διότι κανείς, όσο κι αν το προσπαθήσει, δεν μπορεί να προετοιμαστεί για την επερχόμενη απιστία, ακόμα κι αν αυτή φαντάζει αναγκαία σε βαθμό… επιδίωξης. Το ίδιο βράδυ, στις δέκα και μισή, οι φόβοι της κι οι πόθοι της μαζί επιβεβαιώνονται πλήρως: λίγο πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί, βρίσκει σ’ ένα διάδρομο ένα μπουκάλι, κονιάκ η κρασί, το παίρνει και βγαίνει σ’ ένα μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Είναι μεθυσμένη, κάνει αφόρητη ζέστη και βρέχει δυνατά. Σ’ ένα άλλο μπαλκόνι βλέπει τον Πωλ και την Κλαίρη να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται με πάθος. Η καταιγίδα έχει κοπάσει, μια άλλη καταιγίδα όμως προμηνύεται, πιο έντονη και πιο διαρκής. Λες και το απολαμβάνει, λες κι υποφέρει αφόρητα, κλαίει και γελάει μαζί. Και τότε, την ίδια ακριβώς ώρα, εντοπίζει τον Ροντρίγκο Παέστρα κουρνιασμένο δίπλα σε μια καμινάδα στην απέναντι στέγη. Τον καλεί και κατορθώνει να τον βγάλει απ’ την κρυψώνα του. Δίχως να την αντιληφθεί κανείς, τον παίρνει με το αυτοκίνητό της, τον μεταφέρει έξω από την πόλη. Σταματάει το αυτοκίνητο, τον κοιτάζει με λαχτάρα και τρυφερότητα, του βάζει στο στόμα ένα τσιγάρο. Εκείνος κρυώνει κι αυτή αντικαθιστά το τσιγάρο μ’ ένα πλακέ μπουκάλι κονιάκ, ενώ τον σκεπάζει με μια καρό κουβέρτα. Του χαϊδεύει με τα ακροδάχτυλά της το πρόσωπο, τρυφερά, αργά, κι εκείνος ηρεμεί και κοιμάται. Τον παρακολουθεί να κοιμάται για ώρα, ώς την αυγή. Τότε τον ξυπνάει και τον κρύβει σε κάτι χαλάσματα σ’ ένα σιτοχώραφο, δίνοντάς του την υπόσχεση ότι το μεσημέρι θα περάσει να τον πάρει. Μιλάει στους άλλους και κρατάει την υπόσχεσή της, ο Ροντρίγκο Παέστρα όμως δεν την περίμενε, δεν ήθελε να σωθεί, δεν ήξερε τι νόημα είχε να σωθεί τώρα που η αγαπημένη του απεδείχθη άπιστη, κι ίσως δεν μπορούσε άλλη ν’ αγαπήσει, κι έτσι έδωσε τέρμα στη ζωή του, με το ίδιο πιστόλι που σκότωσε και τους δυο εραστές. Το ίδιο βράδυ, ο έρωτας του Πωλ και της Κλαίρης ολοκληρώνεται. Έτσι, ολοκληρώθηκε κι η ιστορία της Μαρίας, της αλκοολικής Μαρίας, και του Πωλ: δεν κατόρθωσε να σώσει τον Ροντρίγκο Παέστρα, αν και το ήθελε, δεν κατόρθωσε να σώσει και τη σχέση της, αν και το ήθελε κι αυτό. Έγινε όμως αλκοολική και δεν έχει τη γενναιότητα του Ροντρίγκο Παέστρα να δώσει μια λύση. Έτσι, παραμένει ο τρίτος πόλος μια σχέσης, το τραγικό τέλος μιας ερωτικής ιστορίας και το έναυσμα για την αρχή μιας άλλη. Το βιβλίο τελειώνει με μια κοινή διασκέδαση και των τριών, ένα φλαμένκο πάρτυ, μια διαιώνιση του τρίπολου, του τέλματος, της παγίδευσης της Μαρίας μέσα στο ίδιο της το παιχνίδι. Στην ταινία περιέχεται μία ακόμη σκηνή: ο Πωλ κι η Κλερ ψάχνουν την Μαρία στους δρόμους της Μαδρίτης, ενώ η κάμερα σηκώνεται σιγά-σιγά, δείχνει την πόλη από ψηλά, τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια, τις στέγες των σπιτιών, σαν αυτές που έκρυψαν τον Ροντρίγκο Παέστρα, σαν αυτές που έθαψαν για πάντα τις ελπίδες της Μαρίας, λίγο πριν πει στον Πωλ «Τελείωσε, δεν σε αγαπώ πια…».


Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. : Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε πριν από λίγο καιρό στο site eranistis.net, στη στήλη ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΙΝΑΙ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ..., ως 6ο επεισόδιο με τίτλο ΔΕΚΑ ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΒΡΑΔΥ

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση



7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση

Πανσέληνος σήμερα, η δεύτερη του Αυγούστου… Αντιγράφω απ’ το προσωπικό μου ημερολόγιο (με λίγες εκ των υστέρων προσθήκες και διορθώσεις):

Ημέρα 1η, Σάββατο.- Στους Κόκκους, Ασκληπιού και Διδότου, ο Σωτήρης, ο Βασίλης Χουλιαράς απ’ το Μεσολόγγι, ο Ηρακλής Οικονόμου κι εγώ. Ο Σωτήρης μας έφερε τη νέα του ποιητική συλλογή. Πανσέληνος στο Δάσος! Ωραίος τίτλος, ωραίο και το εξώφυλλο, με σκηνή απ’ το Μ’ αγαπάς; του Πανουσόπουλου. Την ξεφυλλίσαμε όλοι μαζί. Σ’ όλους άρεσε. Το μάτι μου «κόλλησε» στο ακόλουθο ποίημα:

θνήσκων  Σωτήρης. να μην ξαναρχίσω με κεφαλαίο, και τ’ όνομά μου πια με μικρό, λίγο πριν, πολύ, πάρα πολύ μετά. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα του αγάλματος, του χαλκού έστω, να ’ναι κι απέξω προς το μαύρο, όχι τελείως άσπρο, τελείως θάνατος, τελείως μάρμαρο, σαν ταφόπλακα, σαν σταυρός. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα στα χάλκινα, τι κίνηση απέξω εγώ πάλι να δίνω, τι γαλατική κι εγώ ευγένεια πια να ’χω, να πεθαίνω σαν άγαλμα, σαν τέχνη μόνο εγώ ο πολεμιστής, εγώ, το φάντασμα αυτό το αεικίνητο! από μέσα στο άσπρο το μαύρο είναι πιο λευκό, πιο απλό, πιο σκοτεινό, πιο ήρεμο.
 

Ημέρα 2η, Κυριακή.- Ξύπνησα νωρίς. Ζεστός καφές και μπισκότα. Πήρα στα χέρια μου την Πανσέληνο στο Δάσος. «της Τέρρυς το δάσος, της πριγκίπισσας», διάβασα την αφιέρωση. Κι ύστερα διάβασα τα ποιήματα. Όλα. Κι έβαλα μουσική, τραγούδια. Και τραγούδησα. Και μουρμούρισα:
τη χάνω την Ακρόπολη! ένα σπίτι του δύο χιλιάδες θα είναι πια ανάμεσά μας, δεν θέλω όμως πολυτέλειες και πολυκατοικίες, τραγούδια θέλω μόνο, ρόουντ σονγκς, να τους ψάχνω εγώ όλους, να μη βρίσκω ποτέ κανέναν, να τους χάνω και να χάνομαι. στην Αθήνα δεν ξέρω τι να κάνω πια, τι κάνω. είμαι γιος Θεού για τους Αιγυπτίους, μέγας Πολέμαρχος για τη Δύση, ο μεγαλύτερος των Ελλήνων για τους Έλληνες, για την Ασία.  κι όμως, πάει η Ακρόπολη ξαφνικά, χάνεται σαν άνθρωπος κι αυτή μες στο πλήθος, μες στο τόσο μου πάθος. ένα μάτι ακόμα να ’χα μόνο σαν θεός, ένα μάτι μόνο επουράνιο!

 Ημέρα 3η, Δευτέρα.- Στο γραφείο από νωρίς. Σχεδόν νύχτωσε. Δεν έκανα διάλειμμα σήμερα. Αχ, να ’χα ένα τσιγάρο, όπως τότε που κάπνιζα, να το ανάψω, ν’ ανοίξω το παράθυρο να χυθεί κρύος αέρας, να το ’φχαριστηθώ, να ευχαριστηθώ… Ανοίγω την Πανσέληνο στο Δάσος. Τυχαία σελίδα, τυχαίο ποίημα… Τυχαίο;

γιατί όχι κι ένα τσιγάρο; πόσοι δεν πεθαίνουν χωρίς τσιγάρο, χωρίς καθόλου καπνό, πόσες γυναίκες με το στόμα τους καθαρό σαν ήλιος, με τα χνώτα τους σαν μάγουλα ροδοκόκκινα, με το νου τους σαν πλανήτη χωρίς φεγγάρια, χωρίς δαχτυλίδια κι ατμό; πόσοι πλανήτες ύστερα δεν λένε να πεθάνουν με τίποτα, χωρίς νερό, χωρίς φωτιά, χωρίς αέρα. ένα Σύμπαν δηλαδή τελείως νεκρό, ζώντας μόνο σαν χθες, κι η καρδιά μου να το προσέχει ολομόναχη, μην καπνίσω, μη ζήσω, μην πεθάνω.



Ημέρα 4η, Τρίτη.- Ο Τζίμης Πανούσης διάβασε στον Δούρειο Ήχο του 7 ποιήματα από την Πανσέληνο στο Δάσος. Θα ανεβάσω το αρχείο στο youtube! Θα με βοηθήσει ο Σωτήρης και ο Θοδωρής Σκριβάνος. Οι απαγγελίες του Τζιμάκου αποδίδουν τα ποιήματα υπέροχα, πρέπει να τον ακούσουν όσο το δυνατόν πιο πολλοί! (Το ανέβασα, βεβαίως):
μεγάλωσε κι ο θάνατος. από μικρό παιδάκι έγινε κι ο θάνατος άντρας ολόκληρος, από φυλλαράκι δάσος, από κοράλλι θάλασσα, ωκεανός απέραντος. μεγάλωσε σαν άνθρωπος κι αυτός, σαν δέντρο, σαν το χώμα. όλο και πιο πολύ χώμα γύρω μου, όλο και πιο μεγάλη αγωνία, όλο και πιο ασίγαστο άγχος. θάνατος σαν χώμα παντού, άμμος οι άνθρωποι που φεύγουν, σταγόνες από πάνω τους τα λίγα τους λόγια, οι καημένες οι καρδιές τους. σύννεφα κατακόκκινα στον ουρανό τα αισθήματά τους, ακίνητα μες στους έρωτες κομμάτια ολόκληρα θανάτου, σαν καρύδια μες στο μέλι, σαν πετραδάκια σ’ ενυδρείο πολύχρωμα. γιατί, ωραίος κι ο θάνατος, τελικά. πολύ ωραίο παιδάκι.

 



Ημέρα 5η, Τετάρτη.- Στον Ηλεκτρικό, Ομόνοια-Πειραιάς. Και μετά στο Φέρρυ για την Ύδρα. Έχω μες στην τσάντα μου την Πανσέληνο στο Δάσος. Έχει μποφώρ, μα διαβάζω λίγο. Κρατώ ένα μολύβι και σημειώνω κάποιες λέξεις. Σηκώνω τα μάτια μου, βλέπω μια νεαρή κοπέλα, όμορφη, και γλυκειά, το βλέμμα της καρφωμένο στο μολύβι μου, ένα βλέμμα περίεργο, εξεταστικό, κι ύστερα ένα χαμόγελο: η μύτη του μολυβιού έχει τελειώσει, έχει σωθεί:
και τα μολύβια, τελικά, τελειώνουν. και τα μολύβια. βλέπω να μικραίνουν οι μύτες τους, να πρέπει κάθε φορά εγώ να τα ξαναζωντανέψω, να μπορούν όσο μπορούν να λένε σαν Πινόκιο ψέματα, ανοησίες. ο Πινόκιο, βέβαια, ξύλινος κι αυτός ο περισσότερος, σιγά-σιγά άνθρωπος  με τα ψέματα έγινε, κι εγώ από άνθρωπος ξύλο, πέτρα, σκόνη γρήγορα γίνομαι. όλος αυτός ο δανεικός, ο πρόσκαιρός μου αέρας μπαινοβγαίνει σαν ταχυδακτυλουργός, σαν μάγος μέσα μου. για να βγει τελικά χωρίς πολλά-πολλά μια μέρα, μια νύχτα. έν’ απόγευμα.
 
 Ημέρα 6η, Πέμπτη.- Πάντα μου άρεσαν οι Πέμπτες, για το προμήνυμα του τέλους της ’βδομάδας, για τα δύσκολα που πέρασαν, τις Τετάρτες που έφυγαν και τις Παρασκευές που έρχονται, ούτε κι ο ίδιος πια δεν ξέρω, από παράδοση ίσως… Σήμερα όμως, που έχει πανσέληνο, μελαγχόλησα. Κι ας είναι Πέμπτη… Ξαπλώνω στο κρεββάτι, κοιτάζω το ταβάνι, το χέρι μου ψηλαφίζει ένα βιβλίο στο κομοδίνο. Δεν φοράω γυαλιά, το φέρνω κοντά στα μάτια μου. Είναι η Πανσέληνος στο Δάσος, πάντα δίπλα μου, πάντα επάνω μου, να με στηρίζει και να με φωτίζει, στις δύσκολες ώρες, στις μελαγχολικές Πέμπτες, όπως οι φίλοι οι καλοί, όπως η ποίηση η αυθεντική:                                      .
να βγω έξω, δεν βγήκα. νύχτα έχει και μέσα, και στη μέση των δωματίων πάντα πανσέληνοι μικρές, πάντα φώτα. με γυαλιά τότε μαύρα μπορείς να κοιτάς προς τα πάνω, ό,τι θέλεις να γίνεται το φως, έκλειψη ιδιωτική, ήλιος προσωπικός, σελήνη, ας πούμε, υπερήφανη, σαν καρδιά εγκάρδια, σαν νερό το φως δροσερό τότε, πηγαίο. και δικά σου πάλι τότε πρόσωπα, σαν θεός όσα εσύ θέλεις μόνο να ξανάρχονται, να ξαναφωτίζονται λίγο, πολύ, ήσυχα-ήσυχα. πανσέληνος τότε η ψυχή σου στο δάσος, το θεοσκότεινο, το μαύρο. από πάνω σαν λάμπα, λάμπα δωματίου τιποτένια, θεά ξαφνικά κι αυτή όμως, παντού, παντοδύναμη.

 

Ημέρα 7η, Παρασκευή.- Στις εκδόσεις Opera. Με τον Σωτήρη, τον Γιώργο, το Στέλιο, την Γαρυφαλλιά, τον Μανώλη, τον Κώστα, τον Τζιμάκο, τον Αντρέα, τον Βασίλη, τον Θεοδόση και τον Χρήστο. Κλασική συνάντηση Παρασκευής, σήμερα όμως ήμαστε περισσότεροι διότι εγκαινιάζαμε τον ανακαινισμένο χώρο του Γιώργου. Ο Σωτήρης μοίρασε σε όλους την Πανσέληνο στο Δάσος. Ο Τζιμάκος, ιδιαιτέρως ευδιάθετος και ενθουσιασμένος, πήρε το βιβλίο και θέλησε να διαβάσει κάποια ποιήματα. Ο Σωτήρης δεν ήθελε… Στο τέλος ο Τζιμάκος διάβασε μόνον ένα, το πρώτο της συλλογής. Αυτό:
όλα μια νύχτα, μια στιγμή. κι εγώ από πάνω, ακίνητος, των πάγων ένα φως κατά κάτω να στέλνω μόνο, λιμνών τις αντανακλάσεις τις πιο αρχαίες απ’ όλες, καθρέφτης εγώ αυτού του Ήλιου του βλάκα, του φωτός του απλός τηλεγραφητής, πότε παιδί, πότε γυναίκα, πάντα όμως χωρίς σώμα, χωρίς πόδια, χωρίς ποδιά. κι ολόγυρα πια κάτω, δίπλα στους άλλους δίπλα μου, σαν νύχι εγώ πιο συχνά, σαν ακτίνα ολοστρόγγυλη, σαν σχίσιμο στο μάτι τ’ ουρανού χωρίς αίμα, χωρίς νερό. μόνο όταν ολόκληρος, ολόκληρη είμαι, μόνο τότε της Γης τα σκοτεινά και την ημέρα δάση φωτίζονται, κινούνται, περπατάνε.


Αθήνα, 31 Αυγούστου 2012 (Πανσέληνος)


Φώτης Μπατσίλας


Y.Γ.: Η ποιητική συλλογή «Πανσέληνος στο Δάσος» (2012) του Σωτήρη Κακίση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ (Λευκωσία). Διάθεση στην Αθήνα: Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια. Ιστοσελίδα: www.yialousa.org. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Βασίλη Αρτίκου, αυτή που εικονίζει τον Τζιμάκο να διαβάζει του Θοδωρή Σκριβάνου, ενώ αυτή με τον Κακίση και τον Πανούση του… ίδιου του Κακίση! Τους ευχαριστώ όλους!