Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΙΧΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΙΧΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Σαν τον ναυαγό στο κύμα (ολόκληρος ο Σεφέρης σ' ένα τραγούδι!)

Αξιώθηκα κι εγώ, που λέτε, μια φορά κι έναν καιρό, να έχω μια γυναίκα της προκοπής: με όμορφο πρόσωπο, κανονικό ανάστημα, ωραίο στήθος, σχεδόν αδύνατη, έξυπνη, σπουδαγμένη και, κυρίως, κουλτουριάρα. Ναι, κουλτουριάρα, μη φοβάστε τις λέξεις! Κάτω από Νταλάρα, δεν άκουγε ποτέ! Φυσικά, λάτρευε τον Σπανουδάκη, τον Μαρκόπουλο και τον Χρήστο Θηβαίο. Εκτιμούσε την ερωτική χροιά της φωνής του Πάριου κι αναγνώριζε τις σημαντικές ερμηνευτικές ικανότητες του Ρέμου και του Πασχάλη Τερζή. Κι όπως είναι φυσικό, εκτιμούσε απεριόριστα τη μουσική και τα τραγούδια της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, ερμηνευμένα απ’ την ευαίσθητη φωνή της Νατάσας Θεοδωρίδου. Κι από ξένα ; Τα καλύτερα! Κινηματογραφική μουσική (Vangelis δηλαδή), Brit Pop (αμ πώς!) και, βεβαίως-βεβαίως, κλασσική μουσική (αν και το Τρίτο Πρόγραμμα δεν το έπιανε το ραδιόφωνό της, που είχε μια σχεδόν έμφυτη ροπή προς τον Μελωδία και τον Λάμψη FM). Είδατε; Μην πω για αναγνώσματα και ταινίες. Μερικά θα σας πείσουν: Φράνσις Φορντ Κόπολα, Μπραντ Πίτ, Τομ Κρουζ, Νικόλ Κίντμαν, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ελύτης, Σεφέρης, Καζαντζάκης και (κρατηθείτε!) Κούντερα! Ά΄ Εθνική, δηλαδή! Τώρα, κάποιες παρεκκλίσεις σε Έλλη Κοκκίνου και «Βέρα στο δεξί» δεν μπορούν να χαλάσουν την εικόνα της (κι όποιοι το ισχυρίζονται είναι κακοήθεις και κοινοί συκοφάντες) διότι πρώτα-πρώτα εγένοντο για λόγους σφαιρικής ενημερώσεως κι έπειτα συνιστούσαν εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον, τω όντι, υπέροχο κανόνα. Αυτή η θαυμάσια γυναίκα, λοιπόν, για να μην πω κάτι περισσότερο πομπώδες και φανώ υποκειμενικός (μια και την είχα γκόμενα), κάποια στιγμή, τω καιρώ εκείνω, της μεγάλης λατρείας της για μένα, μου ζήτησε να της γράψω ένα τραγούδι, ένα σοβαρό τραγούδι, όπως μου είπε (κριτικάροντας έτσι, έστω και εμμέσως, την τρέχουσα μουσική παραγωγή της Χώρας), ένα τραγούδι σπουδαίο, σαν τα τραγούδια που γράφονταν τον παλιό καιρό και που «δε βγαίνουν πια σήμερα», ένα τραγούδι που να περιέχει, «αν είναι δυνατόν, ολόκληρο τον Σεφέρη»! (για τέτοια γυναίκα μιλάμε, παιδιά, όχι αστεία).

Μεγάλο το βάρος, ακόμη μεγαλύτερη η ευθύνη, μια και σε στιγμές ερωτικού πάθους της το υποσχέθηκα. Δυσκολεύτηκα πολύ, αλλά στο τέλος τα κατάφερα. Το τραγούδι που έγραψα, ναι, περιείχε «ολόκληρο τον Σεφέρη»! Της το έπαιξα από Λα Μινόρε κι ενθουσιάστηκε (είν’ αλήθεια πως έμοιαζε με σκυλάδικο, όπως είπαν κάποιοι κακοήθεις, αλλά «έμοιαζε» μόνο, δεν ήταν, κι απόδειξη ότι άρεσε τόσο σ’ εκείνη)! Παραλίγο να βάλει τα κλάματα (ήταν και πολύ ευαίσθητη, δεν σας το είπα). Φυσικά, της το αφιέρωσα αποκλειστικά. Όμως αυτό το υπέροχο τραγούδι έμελε να είναι προφητικό για τη σχέση μας … Μια τέτοια γυναίκα, είν’ αλήθεια, ήταν πολύ δύσκολο να μείνει πλάι μου. Ήμουν πολύ λίγος για εκείνη (που, δεν κάνω πλάκα, τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να διαβάζει και Ίρβιν Γιάλομ). Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε. Τώρα περπατάει δίπλα σ’ έναν άντρα αντάξιό της (που εκτός από Νταλάρα ακούει και Χατζηγιάννη και ξέρει απ’ έξω και τρία ποιήματα του Χριστιανόπουλου, όχι σαν εμένα …) και ασφαλώς είναι περήφανη όταν σκέφτεται ότι εξ αιτίας της, με επιθυμία της και για λογαριασμό της, γράφτηκε ένα τραγούδι που περιέχει ολόκληρο τον … Σεφέρη! Ένα τραγούδι για … νόμπελ! Ιδού:


Σαν τον ναυαγό στο κύμα
Μόνο με παράτησες
Και τον όρκο της αγάπης
Εύκολα τον πάτησες.


(Ρεφρέν)

Σε ερωτεύτηκα
Και πίκρες γεύτηκα
Γιατί έπεσα στην ομορφιά σου θύμα
Δεν με αγάπησες
Γι’ αυτό και μ’ άφησες
Μονάχο σαν τον ναυαγό στο κύμα.


Σαν τον ναυαγό στο κύμα
Έχω απογοητευθεί
Την ελπίδα να μου δώσεις
Το μπορείς μόνον εσύ


Σαν τον ναυαγό στο κύμα
Πρόσεξε να μην βρεθείς
Μ’ αν η μοίρα σου σε φέρει
Τότε θα με θυμηθείς.

Αθήνα, 7 Απριλίου 2010

Φώτης Μπατσίλας



Τις φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη αλίευσα από το διαδίκτυο και συγκεκριμένα από τις διευθύνσεις www.perizitito.gr και www.hidejekyl.blogspot.com κατά σειρά.




Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΕΜΙΕΡΑ



ΠΡΕΜΙΕΡΑ

Όνειρα χρόνων λαμβάνουν χώρα

Νιώθω πως τώρα έφτασ’ η ώρα
Έτοιμος είμαι να σας τα πω
Μ’ έναν μονάχα ενδοιασμό.

Πώς να βγω στη σκηνή
Τι να παίξω για σας
Που είστε, πλέον, τραγούδια χορτάτοι ;
Στην πρεμιέρα μου αυτή
Τρέμω, ο φουκαράς!
Μα νομίζω κι αυτό είναι κάτι…





Ήταν διακοπές Χριστουγέννων 1989, παραμονές 1990. Καλά καταλάβατε, ήμουν μαθητής, στην τελευταία τάξη του Λυκείου. Πανελλήνιες (ή Πανελλαδικές). Ήμουν άρρωστος, άσχημο κρύωμα, αλλά δεν γινόταν να μην βγω. Στη ντίσκο … ωραίες στιγμές! Όλοι φορούσαν τα καλά τους, η ντίσκο ήταν η εκκλησία της νιότης μας! Δεν θυμάμαι τι φορούσα, θυμάμαι όμως τι φορούσε εκείνη … Δεν έχει σημασία. Ήμουν όρθιος στην πίστα, με την αντροπαρέα, αγρίμια σκέτα, γεμάτοι ορμόνες κι επιθυμίες σχετικές, σα να λικνιζόμαστε, σα να ψιλοχορεύαμε, ο καθείς τον στόχο του κι εγώ εκείνη και την αρρώστια μου, μπας και περάσει από δίπλα, μπας και πει κα ’να «χρόνια πολλά», ίσως –τι ευτυχία! – και κα ’να χαμόγελο. Κι ο πυρετός ν’ ανεβαίνει κι εγώ να πέφτω, να ’μαι στον καναπέ, εξουθενωμένος απ’ την αρρώστια και την προσμονή, το ουίσκι – μπαλαντάινς – μ’ έπιασε, ο νέος χρόνος μπήκε, τα μάτια βαριά, να ’σου κι ένα τραγούδι των αδερφών Κατσιμίχα, Μια βραδυά στο λούκι, τι λούκι, Θε μου!, δεν θέλει πολύ το μυαλό να συντονιστεί με την ψυχή, να περάσει στην σφαίρα του ονείρου, να δει αυτό που θα μπορούσε, αυτό που θα έπρεπε και, στην ουσία, αυτό που θα ήθελε, μια σκηνή, μια μπάντα, ντραμς, μπάσο, πλήκτρα, πνευστά κι εγώ με μια κιθάρα, ακουστική, κι ένα φουλάρι στο λαιμό και μια φλόγα στα μάτια και στα δάχτυλα, κι ένα πάθος και μια μαγκιά στη φωνή, και το κοινό θερμό και, κυρίως, πολύ, κι ένα τραγούδι, δικό μου τραγούδι να ανοίγει τη νύχτα, κι εκείνη με τα μάτια καρφωμένα πάνω μου. Κι ως δια μαγείας, ωσάν θαύμα, οι στίχοι ήρθαν αβίαστα, εύκολα, πολύ εύκολα, λες και είχαν γραφτεί από καιρό κι ο πυρετός, ορμητικό ποτάμι, τους έφερε ξανά στο νου, ποιο νου, σχεδόν στα χείλη. Πετάχτηκα, κάθιδρος, δεν είχα περιθώρια, έπρεπε, έτρεξα στο μπαρ, ένα στυλό, έστω κόκκινο, χαρτί είχα απ’ τα Καρέλια, και τους έγραψα και δεν τους ξαναπείραξα, ποτέ και για κανέναν λόγο, κι έζησαν έως και σήμερα, ως τους έγραψα παραπάνω … Και μετά, πέρασαν οι μέρες κι οι διακοπές κι ήρθαν τα Φώτα (πάντα Φώτα είχαμ’ εμείς, ποτέ Θεοφάνεια), κι ανάρρωσα πλήρως και ξανάπιασα το όργανο, την κιθάρα, την κλασική, την aria, κι έγραψα πάλι εύκολα τη μελωδία και δεν χρειάστηκα καν πεντάγραμμο, ήταν απλή κι εύκολη κι αξέχαστη (ως τα τώρα) και θύμιζε σαφώς το Blowin’ in the wind του παμμέγιστου (ειδικά τότε) Dylan, αλλά δεν ήταν κλοπή, όχι δεν ήταν. Κι ύστερα, μόλις το άκουσαν οι φίλοι μου, ο Αντρέας, ο Κόστι, ο Σάκης, Ο Φώτης, ο Ψηλός, ο Γιάννης, και τα κορίτσια, τους άρεσε, έτσι είπαν κι έτσι έδειξαν, κι άρχισα να το παίζω δημόσια πια, κι άνοιγα τις νύχτες (πάντα νύχτες ανοίγαμ’ εμείς, κι ας ήταν 3 το μεσημέρι) και το ’μαθαν πολλοί και το τραγουδούσαν κι ίσως, να το ’μαθε κι εκείνη και να το τραγούδησε και να της άρεσε, κι ίσως, ποιος ξέρει, ίσως και να σκέφτηκε λίγο, αλλά σίγουρα το άκουσε και με είδε να το παίζω και να το τραγουδώ, και με φουλάρι και χωρίς …




[Τους στίχους τους δημοσίευσα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2003 στο www.kithara.vu μαζί με τις συγχορδίες, όπου και παραμένουν έως και σήμερα. Οι θύμισες της σημερινής μέρας μου επέβαλαν την αναδημοσίευση και το παραπάνω λογύδριο.]



Αθήνα, 6 Ιανουαρίου 2010

(Των Φώτων ή, κατά Γεώργιον Μαργαρίτην, των Φωτών).

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕΣ

Το πλοίο που έχασες να το ξεχάσεις
Το επόμενο να ’χεις το νου σου μη χάσεις


Αυτό πλέει πέρα κι εσύ στο λιμάνι
Κι έρμη σου σκέψη ταξίδια να κάνει
Σε μέρη που πάντα ποθούσες πολύ
Μα πάντοτε έχανες το πλοίο για κει.


Σε βλέπω γυρίζεις στην πόλη ξανά
Γιατί το παιχνίδι δεν ξέρεις καλά
Τα πλοία που φεύγουν γυρνούν την αυγή
Αρκεί να ’σαι ξύπνιος, αρκεί να ’σαι εκεί.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΙΔΕΕΣ

Σκόρπιες ιδέες μεσ' στο μυαλό μου,
σκόρπιο, στ' αλήθεια, είν' το εγώ μου.
Αναζητήσεις σ' άγνωστα μέρη
και ποιο το κέρδος κανείς δεν ξέρει.

Σκόρπιες ιδέες με βασανίζουν
και τη ζωή μου αυτές ορίζουν.
Αναζητήσεις χωρίς αξία
που τόσο μοιάζουν με την ουσία.