Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Ένα παιδί διαβάζει Παπαδιαμάντη. Του φαίνεται δύσκολος, αλλά προσπαθεί. Ψέλνει στην εκκλησία κι αυτό τον βοηθάει. Πολλά δεν τα καταλαβαίνει, μα τα νιώθει όλα. Στρέφει το βλέμμα στο παράθυρο. Χιονίζει. Χιόνι πυκνό, μαλακό, απαλό, διάφανο, καθαρό, εξαγνισμένο. Μόλις παύει εις νιφετός και αρχίζει άλλος. Ουδεμία γωνία ουρανού ορατή, ουδεμία ακτίς ηλίου. Οι δρόμοι άσπρισαν, οι στέγες άσπρισαν, τα φύλλα των δέντρων άσπρισαν, τα μαλλιά των διαβατών άσπρισαν, όλα άσπρισαν. Ξαναγυρίζει στο βιβλίο, στις γραμμές, στις λέξεις, στα γράμματα. Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους του είναι πέρα. Στις έμορφες, στις μαυρομάτες. Σ’ αυτές που ιστορούν τα κάλαντα, στα ίδια τα κάλαντα. Το βράδυ θα γυρίσει τα κάλαντα. Απ’ τις 3 τη νύχτα και μετά, ξημερώματα Παραμονής. Κι ώσπου να φέξει, όχι μετά. Όταν χαράζει, οι νοικοκυρές δεν μπορούν ν’ ακούν κάλαντα, δεν μπορούν να βλέπουν παιδιά, δεν μπορούν να δίνουν χρήματα. Έχουν άλλες δουλειές, πολλές δουλειές, δεν τα μπορούν τα παιδιά. Τα παιδιά, μετά τα κάλαντα, με γεμάτες τσέπες, με φρέσκια διάθεση, κι ας ξενύχτησαν, κι ας κουράστηκαν, κι ας κρύωσαν, οι τσέπες οι γεμάτες τα ζεσταίνουν, τα παιδιά δεν έχουν σχολείο, έχουν γεμάτες τσέπες και διάθεση και τρέχουν στις γλίστρες και στα μπακάλικα κι αγοράζουν απ’ όλα, έως και σοκολάτες, ναι, και φωτογραφίες, χαρτάκια, με τους ποδοσφαιριστές και τις ομάδες και, να δεις που όλα θα τα βρουν φέτος, όλα, και θα τα συναλλάξουν και θα τα παίξουν στον τοίχο και στον αέρα και θα τα κερδίσουν, όλα θα τα βρουν, τώρα που έχουν χρήματα και διάθεση, που δεν έχουν σχολείο κι οι μανάδες δεν τα θέλουν μες στα πόδια τους.

Ένα παιδί διαβάζει Παπαδιαμάντη. Είναι 23 Δεκέμβρη, το βράδυ θα γυρίσει τα κάλαντα. Με τον Τάκη, όπως και πέρυσι. Τα έχουν κανονίσει όλα, δεν θα την πατήσουν όπως πέρυσι που δεν πρόλαβαν κι έχασαν πολλά σπίτια που έδιναν και τάλιρο. Τα σπίτια που δίνουν τάλιρα είναι λίγα, πρέπει να τα προλάβουν. Θα προλάβουν. Χιονίζει και θα δυσκολευτούν. Αλλά θα τα προλάβουν, πρέπει να τα προλάβουν. Χιονίζει, θα τους δυσκολέψει αλλά οι θείες θα τους λυπηθούν και θα δώσουν κάτι παραπάνω. Όχι όλες, αλλά κάποιες σίγουρα. Φέτος μπορεί και να ξεπεράσουν το χιλιάρικο. Α, τι έχει να γίνει! Χιλιάρικο! Οι θείες, αυτές βγαίνουν, αυτές ανοίγουν. Κι είναι και κάποιες που δεν ανοίγουν, σ’ αυτές ίσως δεν αξίζει τον κόπο να τα πουν. Να γλιτώσουν χρόνο, να προλάβουν όλο το χωριό, πριν φέξει, πριν αρχίσουν τις άλλες τις δουλειές, πριν σηκωθούν οι νοικοκύρηδες και πριν γυρίσουν οι άντρες απ’ τα χαρτιά και τα ζάρια και τα πιώματα.

Ένα παιδί διαβάζει Παπαδιαμάντη. Για της Κοκκώνας το σπίτι και για το Χριστό στο κάστρο. Για την Ντελησυφέρω και για τα κάποια άλλα παλιά Χριστούγεννα, τα Χριστούγεννα του τεμπέλη. Διαβάζει για το Χριστόψωμο. Τι είν’ αυτό, αναρωτιέται, εμείς δεν το ’χουμε, εμείς έχουμε τις «λειτουργιές». Αλλά το νιώθει, όλα τα νιώθει. Βλέπει τη γιαγιά, πάνω – κάτω όλη μέρα, να φροντίζει, να συγυρίζει, να μαγειρεύει, τη γιαγιά που την αγαπά κι ας της θυμίζει αυτήν την κακιάν πενθεράν, την γραία Καντάκαινα που τόσο πολύ παίδεψε την ατυχή νέα Διαλεκτήν την θυγατέραν του Κασσανδρέως μπάρμπα-Μανώλη. Και μετά ξαναγυρίζει στις σελίδες του βιβλίου, στις ορφανές νέες που, Παραμονές Χριστουγέννων εκλείσθησαν εις την οικία τους ενωρίς, διότι ήσαν μόνες αφού ο πατήρ των ακόμη δεν εφάνη καίτοι ενύκτωσεν. Κι ύστερα διαβάζει για μια σταχομαζώχτρα που πάλευε με νύχια και με δόντια να ζήσει τα ορφανά εγγόνια της, που επείνων και που για να ξεγελάσουν την πείνα τους ήρχιζαν να εκμυζούν βραδέως και ηδονικώς κρύσταλλα εκ των κοσμούντων τους σταλαγμούς της στέγης, την θεια-Αχτίτσα που τα άλλα γύναια της εσφενδόνιζον το ονειδιστικόν επίθετον της καραβωμένης διότι επεβιβάζετο εις πλοίον και διεπεραιούτο εις Εύβοιαν για να επιδοθεί στην όλως επικερδή ασχολία του σταχομαζώματος. Κι ακόμα, για τον Αμερικάνο που μετά από 20 χρόνια επέστρεψε και μπήκε στο καπηλειό του Δημήτρη του Μπέρδε που εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας και επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, όπου όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι έπιναν την μαστίχα των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε δια το δείπνον και καλοσωρίζοντας άρτι αφιχθέντα καπετάνιο επιδίδονταν εναλλάξ στα μουσαφιρλίκια και τα σαλαμετλίκια ωμιλούντες ζωηρώς.


Ένα παιδί διαβάζει Παπαδιαμάντη. Ένα μεγάλο παιδί. Ένα πολύ μεγάλο παιδί. Όλα τα καταλαβαίνει αλλά φοβάται πως δεν τα νιώθει όλα. Τα χρόνια πέρασαν, οι μνήμες ξεθώριασαν, τα κάλαντα τέλειωσαν, τα χιόνια δεν έρχονται πια. Οι λάσπες αντικαταστάθηκαν από τσιμέντο, το «καλήν ημέραν άρχοντες» από «τρίγωνα κάλαντα», οι εκκλησίες της κατάνυξης από εκκλησίες της πλήξης, τα γραιίδια από ώριμες κυρίες… Όλα τα καταλαβαίνει. Ακόμα και το ότι δεν τα νιώθει όλα, το ότι δεν νιώθει σχεδόν τίποτα …



Αθήνα, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!