Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 9, Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (1964, Jacques Demy)



Les Parapluies de Cherbourg (Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, 1964), σε σκηνοθεσία Jacques Demy, με τους Catherine Deneuve και Nino Castelnuovo.


Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, δεν μπορώ να μην σκεφτώ αυτήν την ταινία ή, καλύτερα, την τελευταία σκηνή αυτής της ταινίας, σκηνή περίεργη, μελοδραματική, εξωπραγματική, μα πάνω απ’ όλα, σκηνή αμηχανίας, μια σκηνή που διαδραματίζεται τα Χριστούγεννα του 1963. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή:

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 άκουγα μανιωδώς τους δίσκους του Βαγγέλη Γερμανού, τα θρυλικά (πια) Μπαράκια (1981), το Ερωτικό Κούρδισμα (1982) και το Βραχυκύκλωμα (1984), δίσκοι απ’ τους καλύτερους αυτής της δεκαετίας, τους οποίους πού και πού ακούω μέχρι και σήμερα. Το Ερωτικό Κούρδισμα, ο πιο «εύκολος» δίσκος απ’ αυτούς τους τρεις περιείχε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γερμανού, την Κρουαζιέρα, αλλά κι ένα τραγούδι, σχεδόν άγνωστο σήμερα, που όμως τα χρόνια εκείνα το έπαιζε συχνά το ραδιόφωνο κι εγώ το έπαιζα καθημερινά σχεδόν στην κιθάρα (και το τραγουδούσα σε κάθε σχολική εκδρομή για να τ’ ακούσει μια κοπέλα που αγαπούσα πολύ…). Ήταν το Μαξίμ, μια ωραία γρήγορη ρομαντική μπαλάντα από ματζόρε, που είχα τα ακόλουθα λόγια:

Σ’ αρέσουν τα Ρεμπέτικα
και πιο πολύ τα ξένα,
μα τώρα δώσε προσοχή,
μικράκι μου, σε μένα.

Εγώ δεν ξέρω μουσική
τραγούδια να σου γράψω,
τις μπορώ σε μια στροφή
τη μοίρα σου ν’ αλλάξω.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»
στο Μαξίμ…

Στριφογυρίζεις και ρωτάς
και ψάχνεις την τροφή σου,
τα ’χεις χαλάσει, μάτια μου,
με τον προμηθευτή σου.

Κλείσ’ τα παράθυρα σφιχτά,
τις πόρτες και τα φώτα,
έλα να ναυαγήσουμε
στον καναπέ, σαν πρώτα.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ…

 
Έτσι, έμαθα για την ταινία, μια ταινία όμως που κατάντησε για μένα ταινία-φάντασμα, μια που για είκοσι και πλέον χρόνια δεν μπορούσα να βρω πουθενά όσο κι αν την έψαχνα σ’ όλα τα βιντεοκλάμπ, στις λέσχες και στα προγράμματα της τηλεόρασης (αργότερα έμαθα ότι η ταινία δεν υπήρχε πουθενά λόγω του ότι είχε ξεθωριάσει το αρνητικό και αποκαταστάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90).Όπως είναι φυσικό, όλ’ αυτά τα χρόνια, η ταινία πήρε μια σχεδόν μυθική διάσταση αφού, σε συνδυασμό και με την μουσική του Μισέλ Λεγκράν (Michel Legrand), που εν τω μεταξύ είχα ακούσει, αποτέλεσε δείκτη ρομαντικότητας, μνημείο του πρώτου μεγάλου μου έρωτα, παιδικού, μα άδολου, ανεκπλήρωτου, μα εξειδανικευμένου. Ο στίχος του τραγουδιού του Γερμανού «Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ – Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, στο Μαξίμ» ταυτίστηκαν πλέον με τη φράση «Φτάνει να μ’ αγαπάς, κι όλα μπορούν να συμβούν». Έτσι, οι Ομπρέλες του Χερβούργου έγιναν το σύμβολο της πιο μεγάλης, της πιο καθαρής, της αιώνιας και παντοδύναμης αγάπης… Πάμε τώρα στην ταινία:

Πρόκειται για ένα έγχρωμο, πολύχρωμο, θα έλεγα, μιούζικαλ, την πιο «τραγουδιστή» ίσως ταινία που έχω δει, σε σκηνοθεσία και λιμπρέτο του Ζακ Ντεμύ (Jacques Demy), χωρισμένη σε τρία μέρη, ως εξής:


1ο μέρος: Η Αναχώρηση.
Νοέμβριος 1957. Ο εικοσάχρονος Γκυ (Νίνο Καστελνουόβο) εργάζεται ως υπάλληλος σ’ ένα βενζινάδικο κι η δεκαεπτάχρονη Ζενεβιέβ (Κατρίν Ντενέβ) βοηθάει την χήρα μητέρα στο κατάστημά της που πουλάει ομπρέλες και ονομάζεται «οι Ομπρέλες του Χερβούργου». Είναι νέοι, είν’ ερωτευμένοι τρελλά! Βγαίνουν το βράδυ, πηγαίνουν θέατρο και μετά για χορό. Αγαπιούνται!
Η μητέρα της μικρής δεν θέλει τον γάμο τους, αλλά πείθεται να τους βοηθήσει, αν και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα Πηγαίνει να πουλήσει ένα κόσμημα αλλά δεν μπορεί. Τότε, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Ρολάντ Κασσάρντ (Marc Michel), πλούσιος και καλοδιατηρημένος έμπορος διαμαντιών, ο οποίος προσφέρεται να βοηθήσει, διότι του άρεσε πολύ η Ζενεβιέβ. Η μητέρα της μικρής ενθουσιάζεται και καλοβλέπει τον γάμο της κόρης της με τον πλούσιο άντρα, τη στιγμή που ο Γκυ λαμβάνει σημείωμα κατάταξης για τον πόλεμο της Αλγερίας. Πριν αναχωρήσει, πηγαίνει σπίτι του την Ζενεβιέβ και την κάνει δική του…

 2ο μέρος: Η Απουσία.
Ο Γκυ λείπει δυο μήνες και δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η Ζενεβιέβ ανησυχεί κι είναι χλωμή. Είναι έγκυος… Η μητέρα της αναστατώνεται. Καλέι σε γεύμα τον Ρολάντ, ο οποίος ζητάει το χέρι της μικρής! Δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν. Τους διηγείται την ιστορία του: κάποτε, αγάπησε μια γυναίκα, η οποία δεν τον αγαπούσε. Τη λέγαν Λόλα (ναι, πρόκειται για την ομώνυμη ταινία του Ντεμύ!). Προσπάθησε να την ξεχάσει και ταξίδεψε για χρόνια μακριά απ’ την Γαλλία. Τώρα φεύγει πάλι, μα θα γυρίσει σε τρεις μήνες για να λάβει απάντηση…
Φεβρουάριος 1958. Η Ζενεβιέβ παίρνει γράμμα από τον Γκυ. Μάρτιος 1958. Φουσκώνει. Απόκριες κι είναι μόνη. Η μητέρα της την πιέζει να παντρευτεί τον Ρολάντ. Το σκέφτεται. Η εικόνα του Γκυ αρχίζει να ξεθωριάζει… Απρίλιος 1958. Ο Ρολάντ δηλώνει ότι την παντρεύεται και με το παιδί! Η μικρή δέχεται. Ο γάμος γίνεται.

3ο μέρος: Η Επιστροφή.
Μάρτιος 1959. Μέρα βροχερή κι ο Γκυ επιστρέφει απ’ τον πόλεμο τραυματισμένος (όπως τραυματισμένη βγήκε απ’ τον πόλεμο της Αλγερίας κι η Γαλλία…). Στο κατάστημα με τις ομπρέλες γράφει «νέος ιδιοκτήτης» και στο σπίτι του, στο σπίτι της θείας του δηλαδή, με την οποία έμενε, η κατάσταση καταθλιπτική.
Απρίλιος 1959. Ο Γκυ έχει επιστρέψει στο γραράζ, όπου δούλευε και πριν πάει στρατό, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος: είναι οξύθυμος κι υπερβολικός. Παραιτείται, θα ζει πλέον με την μικρή του σύνταξη. Αρχίζει να πίνει. Σ’ ένα κακόφημο μπαρ του λιμανιού, τον ψωνίζει μια πόρνη. Πηγάινει μαζί της αλλά την αποκαλεί… Ζενεβιέβ!

Επιστρέφει σπίτι. Η θεία του έχει πεθάνει κι η Μαντλέν, η κοπέλα που φρόντιζε την θεία του κι ήταν ερωτευμένη κρυφά μαζί του, μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει. Της ζητάει να μείνει μαζί του, αλλ’ αυτή αρνείται. «Έχεις αλλάξει πολύ, δεν μπορώ να σε βοηθήσω», του λέει.
Ιούνιος 1959. Ο Γκυ πουλάει το σπίτι της θείας του κι ανοίγει δικό του βενζινάδικο. Η Μαντλέν είναι μαζί του αλλά φοβάται πως αυτός σκέφτεται ακόμα την Ζενεβιέβ. Τη διαβεβαιώνει για το αντίθετο…
Δεκέμβριος 1963. Χριστούγεννα. Χιόνι πυκνό, ατμόσφαιρα γιορτινή. Ο Γκυ είναι παντρεμένος με την Μαντλέν κι έχουν έναν γιο. Τον λένε Φρανσουά, όνομα που ήθελαν να δώσουν στο παιδί τους ο Γκυ κι η Ζενεβιέβ…
Στο βενζινάδικο. Σταματάει έν’ αυτοκίνητο. Είναι μια γυναίκα κι ένα κοριτσάκι, η Φρανσουάζ. Η Ζενεβιέβ και η κόρη της… Η κόρη τους, δηλαδή, αλλά τυπικά κόρη άλλου… Αμήχανοι, πολύ αμήχανοι. Μπαίνουν στο βενζινάδικο. Το παιδί μένει στ’ αμάξι. Λόγια ανούσια, απλώς λόγια (μέσα έίναι καλύτερα απ’ ό,τι έξω…). Κι ύστερα, η ερώτηση-αγκάθι: «Θέλεις να δεις το παιδί;». «Όχι, όλα τακτοποιήθηκαν…» η απάντηση. Αμήχανος κι εγώ, ο θεατής, ο κριτής, ο αμέτοχος παρ’ όλ’ αυτά, ο μόνος που μπορεί ν’ αποφασίσει όμως… Ποια είναι, άραγε η σωστή ερώτηση; Κι αν υπάρχει σωστή ερώτηση, υπάρχει πάντα και σωστή απάντηση; Η Ζενεβιέβ φεύγει και ο Γκυ παίζει στο χιόνι με τον γιο του, που στο μεταξύ ήρθε. Ο γιος, εδώ που τα λέμε, σωστό ή λάθος, είναι το παρόν. Πάντα αυτός θα είναι το παρόν, ώσπου να μπορεί κι αυτός να αξιολογήσει το παρελθόν του, να μπει στη διαδικασία της σωστής ή της λανθασμένης ερώτησης κι απάντησης, ώσπου, κάθε Χριστούγεννα, να παλεύει με το δικό του παρελθόν, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απολαύσει και να υπηρετήσει ένα δικό του (ή και ξένο) παρόν… Κι αν ο στίχος «φτάνει μόνο να θυμάσαι…» πάψει πλέον να σημαίνει, για μένα πάντα, τόσα πολλά, θα υπάρχει πάντα τούτο το πολύχρωμο μελόδραμα, τα λόγια κι οι εικόνες του, να μου θυμίζουν πως δεν υπάρχει παρόν χωρίς παρελθόν αλλά, φεύ, ούτε παρελθόν χωρίς παρόν…
Χρόνια Πολλά σε όλους!

Αθήνα, Χριστούγεννα 2012

Φώτης Μπατσίλας

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση





Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση

Μετά από μία σχετικώς μακρά περίοδο αδράνειας, το oxy-moron συνεχίζει σήμερα τα Μικρά Αφιερώματα παρουσιάζοντας τους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση. Το αφιέρωμα αποτελείται από 7 μέρη και περιλαμβάνει: 1. Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς που διασώθηκε ολόκληρο, σε μετάφραση του Κακίση, που δημοσιεύτηκε το 2005 στη στήλη "Αντίλογος" του περιοδικού "4 Τροχοί", 2. Ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση με τίτλο "Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση", από το βιβλίο του Το Σύμπλεγμα του Κάιν (εκδόσεις Άκμων), 3. Ένα κείμενο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη με τίτλο "Για τη μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Βαρβέρης στα  "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 4. Ένα απόσπασμα κειμένου της Κατερίνας Καρπινάτο, σε μετάφραση Λένας Λυγερού-Russo, με τίτλο "Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής" (Βενετία 2004), 5. Ένα κείμενο του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου με τίτλο "Για τον Αλκαίο του Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Μαρκόπουλος επίσης στα "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 6. Ένα πρόσφατο κείμενο του Χρόνη Μπερτόλη με τίτλο "Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα" και υπότιτλο "Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση", και 7. Τα ποιήματα "Ατθίδα" και "Ανακτόρια" της Σαπφώς στη μετάφραση του Κακίση, όπως διαμορφώθηκαν για τις ανάγκες των τραγουδιών, καθώς και 3 βίντεο των μελοποιημένων από τον Σπύρο Βλασσόπουλο και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και ερμηνευμένων από την Αλέκα Κανελλίδου και την Ελευθερία Αρβανιτάκη ποιημάτων της Σαπφώς, από τους δίσκους "Σαπφώ" (LYRA, 1986) και "Τραγούδια για τους Μήνες" (POLYDOR, 1996). Τέλος, το αφιέρωμα περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό που παραχώρησε στο oxy-moron ο Σωτήρης Κακίσης. Τον ευχαριστώ θερμώς! Απολαύστε το αφιέρωμα:





ΜΕΡΟΣ 1ο


Σαπφώ 2005



Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς σε πανελλήνια πρώτη, μεταφρασμένο από τον ποιητή Σωτήρη Κακίση:


Εσείς, παιδιά, να ψάχνετε της ποίησης τα δώρα
μες στων μουσών τις αγκαλιές, στην ομορφιά της λύρας.


Εμένα πάει, γέρασε το τρυφερό μου δέρμα,
γίνανε άσπρα τα μαλλιά που ήτανε πρώτα μαύρα.


Βάρυνε πια η ψυχούλα μου, τα πόδια δεν βαστάνε,
που στο χορό πετάγανε, λιγνά σαν ελαφάκια.


Στεναχωριέμαι και πονώ. Μα πώς αλλιώς να γίνει;
Ο άνθρωπος είναι θνητός, το ξέρει, θα γεράσει.


Δεν λένε πως τον Τιθωνό η Αυγούλα η ροδοχέρα
ερωτευμένη έκρυψε στην άκρη αυτού του κόσμου,


κι ήτανε νέος κι όμορφος. Μα τσάκισε κι εκείνος
με τον καιρό. Κι ας έζησε μ' αθάνατη γυναίκα.


          Ποιoς είπε ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι «νεκρή»; Ο «Αντίλογος» έχει το προνόμιο να παρουσιάσει ένα νέο ποίημα μιας ποιήτριας που έζησε πριν από... 2.600 χρόνια.
Μέχρι πρόσφατα, εκτός από διάσπαρτα στιχάκια, μόνο τρία ποιήματα της Σαπφώς είχαν σωθεί ολοκληρωμένα. Από το 2004, τα σωθέντα ποιήματα έχουν γίνει τέσσερα! Απόσπασμα από το ποίημα είχε βρεθεί το 1922 σε έναν πάπυρο της «Οξυρρύγχου» στην Αίγυπτο. Το 2004, δύο επιστήμονες, οι Μάικλ Γκρόνγουολντ και Ρόμπερτ Ντάνιελ, ανακοίνωσαν ότι κατάφεραν να αναγνωρίσουν σε έναν πάπυρο στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας νέα αποσπάσματα από ποιήματα της Σαπφώς. Το τέταρτο ποίημα φανερώθηκε από το συνδυασμό των δύο ευρημάτων. 

Το μετάφρασε από τα αρχαία ελληνικά και το παραχώρησε στον «Αντίλογο» ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης, έγκυρος μεταφραστής της Σαπφώς. Το μελοποιεί η συνθέτης Κριστέλλα Δημητρίου, με προοπτική να το εντάξει στο CD «Σαπφώ-Καβάφης». Η φωτογραφία του παπύρου στον οποίο σώζεται απόσπασμα του ποιήματος προέρχεται από την ιντερνετική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, όπου την έχει ανεβάσει ο Χρόνης Μπερτόλης. 

Έρωτας και θνητότητα. Η θεά Ηώ (ή Αυγή) ερωτεύτηκε τον Τιθωνό. Η Ηώ ζήτησε από το Δία να του δώσει αθανασία, αλλά παρέλειψε να ζητήσει και αιώνια νεότητα. Έτσι, ο Τιθωνός γινόταν όλο και πιο γέρος, καταδικασμένος να μην πεθάνει ποτέ. Η Σαπφώ βλέπει στο μύθο τη δική της μοίρα, καθώς γερνά ανάμεσα στον κύκλο των προστατευόμενών της κοριτσιών, που δείχνουν να μη μεγαλώνουν. 

Το ποίημα της Σαπφώς δεν είναι παρά η αρχή. Σημαντικότατα έργα του αρχαίου κόσμου -ανάμεσά τους τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη- που θεωρούνταν χαμένα για πάντα έρχονται πάλι στο φως. Εφαρμόζοντας την υπέρυθρη ανάλυση του φωτός, η «Οξύρρυγχος», μια συλλογή χιλιάδων αρχαίων παπύρων που βρέθηκαν θαμμένοι στην Αίγυπτο, διαβάζεται από την αρχή, αυξάνοντας την αρχαία ελληνική γραμματεία κατά 20%!





ΜΕΡΟΣ 2ο

Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση
(ένα εγκυκλοπαιδικό λήμμα)

Προϊόν εξωφιλολογικού πάθους για την ποίηση, αυτές οι μεταφράσεις οδηγούν τις αντιλήψεις μας σχετικά με την κλασική παράδοση μακριά απ’ την αυστηρή εικόνα που αναπαράγουν διαρκώς οι επιστήμες του κειμένου: εδώ κυριαρχεί απλώς, με δροσερό τρόπο, αυτή η «φιλική επιστροφή του συγγραφέα», για την οποία έγινε, σε άλλες περιπτώσεις, τόσος λόγος. Ο Κακίσης ενδιαφέρεται για κείνη τη χαμένη διαύγεια του συμβολικού με την οποία μπορούν ακόμη να μας πλησιάζουν οι αόρατες χειρονομίες των ανθρώπων που κρύβονται πίσω απ’ τις φράσεις. Ανοίγεται εδώ ένας αινιγματικός χώρος, γεμάτος από κάποιο στοργικό ενδιαφέρον για τους πόθους, τα φετίχ, τις καθημερινές συνήθειες, τις υπεκφυγές, τα πονηρά τεχνάσματα, τη μικρή προσωπική διαλεκτική των υποκειμένων που μιλούν μέσα απ’ αυτή την αποσπασματική λογοτεχνία – των σχημάτων δηλαδή ενός πεπρωμένου τόσο μακρινού ώστε να παραμένει για μας σε κατάσταση αιώνια αναστολής, λογοκριμένο απ’ τις ορθολογιστικές νευρώσεις του φιλόλογου και τον καθωσπρεπισμό του ιστορικού. Σε κάποιο σημείο ο Κακίσης αισθάνεται πολύ κοντά σε κείνα τα ταλαιπωρημένα και υπέροχα πρόσωπα: εκείνο το πλησίασμα, αυτή η αμφίβολη οικειότητα δεν είναι επίμοχθη αλλά φυσιολογική, και παρ’ όλα αυτά, επικίνδυνη, γιατί στις μεταφραστικές αποσκευές που παίρνει μαζί του σ’ αυτό το εκκεντρικό ξεκίνημα δεν θα βρει κανείς τον υπερτροφικό και γεμάτο άγχος σεβασμό προς το δεοντολογικό τέρας που φρουρεί τον ύπνο των φιλολόγων και των πανεπιστημιακών διδασκάλων. Ιδωμένα απ’ την όχθη όχι της μεταφραστικής εκλογής, αλλά μιας μυθικής κοινότητας, τα κείμενα των λυρικών επιστρέφουν στην ποίηση έξω από κάθε σοβαρή πρόθεση, σχεδόν τυχαία. Γίνονται σκόρπιοι ήχοι, προϊόντα μιας ανάλαφρης ώθησης, εξαρτήματα ενός παιγνιδιού, σχήματα που βλασταίνουν δίχως νόημα, λαμπερά και παράδοξα ερείπια (κάποιων γραφτών με ενότητα που όμως δεν υπάρχει πια), μέσα στα οποία ο τωρινός αναγνώστης περιπλανιέται από κέφι ή περιέργεια κι όχι χάρη σε κάποιο μυστηριώδες καθήκον. Φυσικά, η αφέλεια μιας τέτοιας προσέγγισης κοστίζει πολύ ακριβά, κι ο Κακίσης πέφτει θύμα της ποινικοποίησης των μεθόδων: ο δεκαπεντασύλλαβος, η κάπως άνετη μετακίνηση μέσα στα νοήματα, οι ρυθμικές επινοήσεις, θα θεωρηθούν από αρκετούς πράγματα ξένα προς το πνεύμα των κειμένων. Ωστόσο, αυτό το πνεύμα δεν είναι διόλου μια κλειστή φύση, είναι μια διασπορά. Αλλά η τέχνη του Κακίση είναι επίσης μια διασπορά, κι έτσι οι δύο γραφές συγχέονται παράδοξα σε ένα διπλό ξετύλιγμα, στο δίχτυ των σπινθήρων που η γοητεία του δεν έρχεται πάντοτε απ’ τη γλώσσα ή την ακρίβεια, και σχετικά με την οποία η θεωρία της λογοτεχνίας δεν έχει να προσθέσει τίποτα. Ό,τι απομένει είναι ένα καινούριο έργο, μικρές λυρικές παρενθέσεις, επιτύμβια ίσως μιας φωτεινής και κάπως κουρασμένης στοργής για τον άνθρωπο, ψίθυροι, σημειώσεις στο περιθώριο της περιπλάνησης, θραύσματα, γρίφοι, μισόλογα, κομψές επιφυλάξεις, με δυο λόγια τα υλικά μιας μοναξιάς: μυστικές προεκτάσεις των Συρμάτων.
Ευγένιος Αρανίτσης





ΜΕΡΟΣ 3ο

Για τη Μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση

        Ο εκ Μυτιλήνης λυρικός ποιητής Αλκαίος είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τον σύγχρονό μας ποιητή Σωτήρη Κακίση, γι’ αυτό και ο δεύτερος επέπρωτο να μεταφράσει τον πρώτο.
        Τα 4 βασικά στοιχεία του Αλκαίου που παρατηρούνται και στον Κακίση είναι τα εξής:
          α) Ο Αλκαίος ως νέος ήτο ζωηρός, φιλοπαίγμων και φιλόπατρις. Το αυτό και ο Κακίσης.
          β) Ο Αλκαίος ήτο εκ των υπερτιμώντων την αξίαν του πλούτου («χρήματα, χρήματα ανήρ, ουδέν εστί τάλλα πλην ο χρυσός»). Το αυτό και ο Κακίσης, εφ’ ω άλλωστε ήτοι προς πλουτισμόν και μετέφρασε Αλκαίον.
         γ) Ο Αλκαίος ήτο πολεμικώτατος και αντιμετώπισε ως αριστοκρατικός τους δημοκρατικούς εις πλείστας όσας εξεγέρσεις. Επίσης αριστοκρατικός είναι και ο Κακίσης, στασιάζων και εξεγειρόμενος όμως διά μόνης της απομακρύνσεως και της σιωπής.
         δ) Όπως το περιεχόμενον των ποιημάτων του Αλκαίου ήτο ποικίλον και ποικίλη η μετρική μορφή αυτών –ούτω συνέβη και με τον Κακίση. Άλλα τα «Σύρματα», άλλο το «Μη με Ζηλεύεις», άλλο «Οι Ξανθές το Γλεντάνε», αλλιώς τα «Μέρη που Χάσανε τη Μαγεία τους»...
        Η μικρή αυτή συγκριτική φιλολογική μελέτη κοινότητος στοιχείων μεταξύ των δύο ποιητών θα μπορούσε να συνεχισθεί επ’ αόριστον ή έστω μέχρι επιπέδου διδακτορικής διατριβής. Για να αποφύγω όμως μια τέτοια χρονική δικτατορική σας διατριβή, σας παραπέμπω στην άλκιμη μετάφραση Αλκαίου υπό του Κακίση. Εκεί όλα αποδεικνύονται.
        Για δε την περίσταση θυμίζω αμετάφραστο ένα γνωμικό του Αλκαίου: «οίνος γαρ ανθρώποις δίοπτρον».

Γιάννης Βαρβέρης




ΜΕΡΟΣ 4ο

Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής

(…) Ο Κακίσης επίσης εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για την πλούσια και ποικίλη μεταφραστική του δραστηριότητα. Ο διάλογός του με τις άλλες γλώσσες, με τη γλώσσα του άλλου, γίνεται ιδιωτικό και προσωπικό όργανο, και είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της πνευματικής του δραστηριότητας. Πράγματι, ο Κακίσης στα κείμενα που μετέφρασε δούλεψε όχι με βάση τους αυστηρούς κανόνες της «φιλολογικώς ορθής» μετάφρασης, μα με βάση τους εξίσου σοβαρούς και ακριβείς κανόνες της γλωσσικής μεσολάβησης, που ο ίδιος επέβαλε στον εαυτό του: επιλέγει να μιλήσει κατά πρόσωπο με τους ποιητές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, χωρίς εκείνο το ιερό δέος και το θρησκευτικό σεβασμό που συχνά κάνει την ανάγνωση των κλασσικών ποιητικών κειμένων άκαμπτη και απολιθωμένη. Πεπεισμένος ότι κρυμμένα πίσω (ή μέσα) στα αποσπάσματα του  Αλκαίου, της Σαπφώς, του Αλκμάνα (και των άλλων ποιητών της αρχαίας Ελλάδας) μπορεί κανείς να διακρίνει και να ανακαλύψει, όχι μόνο τα ίχνη ενός μεγάλου και λατρευτού πολιτισμού, αλλά και τις πάλλουσες από αίμα αρτηρίες, τα στίγματα στο δέρμα και τις συγκινήσεις ανθρώπων που υπήρξαν πραγματικά, με σάρκα και οστά, ο Σωτήρης Κακίσης αποκαλύπτει ό,τι ανθρώπινο μπορεί ακόμα να σωθεί μέσα σ’ εκείνες τις σπασμένες λέξεις, εκείνους τους ακρωτηριασμένους στίχους που στερήθηκαν το  συνολικό τους περιεχόμενο και τη μουσικότητά τους. Από τα ψίχουλα της αρχαίας ελληνικής ποίησης που σώθηκαν μέχρι σήμερα, χάρη στον προσωπικό του εκφραστικό κώδικα, οι ποιητές της αρχαιότητας όχι μόνο αποκτούν φωνή, αλλά αναβιώνουν μέσα από ένα είδος ποιητικής ενσάρκωσης. Οι στίχοι του γίνονται προσωπικές ερμηνείες: όποιος κατηγορήσει τον Κακίση ότι ο Αλκαίος του είναι περισσότερο Κακίσης παρά Αλκαίος, έχει δίκιο και πέτυχε διάνα. Μα ο Κακίσης επιθυμεί να κινείται ακριβώς σε αυτό το είδος της μετάφρασης-εξομοίωσης, της μετάφρασης-ολοκλήρωσης, της μετάφρασης-συγχώνευσης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μεταφράσεις του είναι ποιητικές επανεγγραφές και όχι μεταφράσεις strictu sensu, ποιητικές επανεγγραφές με βάση τις γλωσσικές παραμέτρους που ο Κακίσης επέλεξε και στις οποίες παρέμεινε πιστός σ΄όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του διαδρομής» …΄


Κατερίνα Καρπινάτο
(Βενετία 2004, μετάφραση Λένα Λυγερού-Russo)








ΜΕΡΟΣ 5ο

Αλκαίος του Σωτήρη Κακίση

Ήταν ένα όμορφο βράδυ στα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του ’70, στην «Ώρα» του αξέχαστου Ασαντούρ Μπαχαριάν, όπου πρωτο-ακούγοντας ποιήματα του Σωτήρη Κακίση κατάλαβα πως άλλο ένα χαρισματικό και χυμώδες παιδί είχε ήδη προστεθεί στη μεγάλη παρέα της γενιάς μας, που με αφοπλιστική αθωότητα βιαζόταν να ρουφήξει, διαμιάς λες, την κρυμμένη εκείνη στις πιο απίθανες πτυχές της καθημερινότητάς μας ποίηση.

Και πράγματι. Ο καιρός και τα γραπτά απέδειξαν πως ο Σωτήρης Κακίσης είναι ένας από εκείνους τους ποιητές που διαθέτουν το χάρισμα να κρατούν σε επίπεδα τέτοια τον λόγο τους, έτσι ώστε αυτός να τους βοηθά στο τέλος να προωθούν στην επιφάνεια τα καλύτερα και μόνον στοιχεία της έμπνευσής τους. Το έργο του δεν αποσκοπεί, λοιπόν, παρά να είναι ο χώρος της έκθεσης κάποιων αυστηρά επιλεγμένων ποιητικών του στιγμών, ενώ το ύφος της γραφής του δεν διαπνέεται παρά από τις επιδιώξεις ενός ανθρώπου, που, πάνω απ’ όλα, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην όλη του κειμένου του εμφάνιση και μορφή. Αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ευθύς εξ αρχής ως κλειδί για την προσέγγισή του. Γιατί, μέσα ακριβώς από αυτή την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ο Κακίσης αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα που τον περιστοιχίζουν.

Από τότε, λοιπόν, από την εποχή της «’Ωρας», τα χρόνια πέρασαν. Ο Σωτήρης Κακίσης δοκίμασε τα φτερά του και δοκιμάστηκε στα περισσότερα είδη του Λόγου, όπως άλλωστε όλοι γνωρίζουμε, με ιδιαίτερη επιτυχία. Τα βιβλία του γνώρισαν εκδόσεις και επανεκδόσεις, κέρδισε τη φήμη, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ακόμα κι εκεί που αυτή μοιάζει κρυμμένη. Η εν λόγω προσπάθειά του στάθηκε πολύτιμη και εν προκειμένω, στην απόδοση δηλαδή στα νέα ελληνικά του αρχαίου ποιητή Αλκαίου. Όπου η πλαστικότητα στην έκφραση κυριαρχεί, χωρίς παράλληλα να μειώνεται η φιλολογική εγκυρότητα, και όπου το αποτέλεσμα προβάλλει υπέροχο.

Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ποιητής εξαίρετος. Δεν μετράει τις λέξεις με το υποδεκάμετρο, αλλά η ποιητική φωνή του, η γλώσσα αυτή των πουλιών η μυστηριώδης, οδηγεί τις λέξεις αυτόματα στη σωστή τους θέση, σαν από θαύμα. Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ξέρει να ανασύρει τη μαγεία των στίχων, ξέρει να ξαναφωτίζει τις εικόνες αποφασιστικά, να υποψιάζεται πάντα σωστά το αρχαίο μέτρο, που είναι ίδιο στην ουσία του με το νέο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει πάντα εντός του ένα κρυφό καμπανάκι, δώρο της φύσης, που όταν κάτι του ξεφεύγει, αυτό τον επαναφέρει, του δείχνει πώς να επαναφορτίσει το συναίσθημα. Έτσι βρίσκει την κεκοιμημένη ένταση του αρχικού ποιήματος, τα αποσπάσματα ξαφνικά αποκτούν συνοχή και αυθυπαρξία, τα σπαράγματα ξαναϋψώνονται και βαδίζουν πάλι στο δρόμο όπου συναντούν στην ψυχή μας μέσα τον χαμένο τους αδελφό, το ταίρι τους, αυτές οι θυελλώδεις στιγμές του παρελθόντος μας: τη συνέχεια δηλαδή και της Ελλάδας εκείνης σήμερα.


Γιώργος Μαρκόπουλος





ΜΕΡΟΣ 6ο

Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα
-ή Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση

Λατρεύω τους αθλητές.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Τους ποιητές, αντίθετα, τους απεχθάνομαι.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Ομολογώ ότι τα κριτήριά μου είναι πολύ επιφανειακά, δηλαδή είμαι φυσιογνωμιστής.  Όλα αυτά που λένε, ότι ο άνθρωπος έχει βάθος: μπούρδες.  Όλα στην επιφάνεια είναι, αρκεί να είσαι καλός φυσιογνωμιστής. 

Που λέτε, κυρ-ποετάστροι, θα σας πω ένα μυστικό και θα σας το πω ελλειπτικά, ποιητικά καταπώς βαυκαλίζεστε: δεν.  ΔΕΝ.  Τα Ελληνικά είναι βαριά βαλίτσα και σεις, δεν.  Δεν κάνετε την ίδια δουλειά.  Δεν παίζετε στην ίδια θέση.  Να το πω πιο αργκό: αυτός είναι τήδε και σεις κακείσε.  Γκέγκε;

Είναι βαριά τα Ελληνικά και δεν τα σηκώνεις εύκολα, ειδικά αν ξέρεις τι έχει μέσα η βαλίτσα, τον Αλκαίο, τον Ιππώνακτα, τον Αρχίλοχο και της Σαπφώς τα μάτια.  Ν’ αναμετρηθείς με δαύτους, δεν γίνεται.  Πολλώ μάλλον αν δεν τους έχεις καν υπόψη σου, κυρ-ποετάστροι, και σεις, -το ξανάπα- δεν.  Μα, θα πείτε, αυτά είναι των φιλολόγων.  Όχι.  Δεν!  Δεν είναι των φιλολόγων και εκτός αυτού στην Ελλάδα έχουμε και αυτό το πρόβλημα (ή, ίσως, μόνον αυτό το πρόβλημα): οι χειρότεροι φιλόλογοι είναι οι φιλόλογοι.  Άρα, εάν το άλας μωρανθή, τίνι αρτυθήσεται? 

Γράφει, που λέτε, ο Σ.Κ., πλην όμως αυτά που γράφει ποιήματα δεν μοιάζουν.  Δεν έχουν στιχάκια, not even of any kind.  Δεν έχουν ρίμες, δεν έχουν καν μια ατάκα να την πάρει ο λαός και να την τραγουδήσει.  Παράξενα είναι.  Κάτι σαν μικρο-πεζά, αλλά ούτε πεζά τα λες.  Ούτε έχουν κάτι να δώσουν, πάρα μόνο να πάρουν, να σου πάρουν, αναγνώστα παντογνώστα.  Σε ψάχνουν, σε ξεψαχνίζουν και μετά σπλαχνίζονται τα σπλάχνα σου, αν έχεις.  Που συνήθως δεν έχεις.  Τελικά τα ποιήματά του είναι αποίητα, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, σχεδόν τίποτα, α! βρήκα τη λέξη που έψαχνα:  μικρο-τίποτα.  Les Petits Riens.  Αλλέγκρο, λάργκο, ανταντίνo, λαργκέτo και γκαβότα. 

Υπάρχει ένα ποίημα που η Σαπφώ δεν έγραψε ποτέ.  Μας παραδόθηκε κάπως έτσι:

ἐν δ’ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι’ ὔσδων
μαλίνων, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων,
κῶμα κατάρρει

Διότι από χαρτιά σβησμένα, σκισμένα, σαπισμένα, σκωροφαγωμένα, μισοκαμμένα τα διαβάζουμε αυτά και τις στάχτες βάζουμε στη σειρά μία-μία, να βγάλουμε άκρη.  Δεν το έγραψε έτσι η Σαπφώ.  Έχει κι άλλα κομμάτια που χάθηκαν, μερικά ίσως για πάντα, κι άλλα που βρήκαμε μετά.  Ου φροντίς.  Ο Σ.Κ. πήρε όσες στάχτες είχαμε, τις κοιλοπόνεσε και τις ξαναγέννησε.  Είπαμε, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα:

νεράκι γύρω κελαηδά περνώντας παγωμένο
απ’ τα κλωνάρια της μηλιάς κι όπως θροΐζουν πάνω
τα φύλλα, κάτω ένας βαθύς ύπνος αργοκυλάει.

Εγώ τη συνέχεια την ξέρω απέξω.  Νεράκι την ξέρω.  Να σας την πω;

Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρ
ὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Ο
ὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σ
ὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο
ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι
᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

Την Ανακτορία εννοεί.  Μην είμαι ιερόσυλος, κυρ-ποετάστροι;  Μπορεί και να ’μαι.  Ου φροντίς.  Δεν θα το κρίνετε σεις αυτό.


Χρόνης Μπερτόλης
(27-3-2012)






ΜΕΡΟΣ 7ο


ΣΑΠΦώ,
ΑΝΑΚΤόΡΙΑ

Εγώ νομίζω πως εδώ, σ' αυτή τη γη τη μαύρη
εκείνο είν' ομορφότερο, ό,τι ποθεί καθένας.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Εύκολη, πολύ εύκολη είν' η καρδιά του ανθρώπου
και θέλει να 'χει στη στιγμή ό,τι ο νους του βάζει.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Την Ανακτόρια μου, λοιπόν, θυμήθηκα που λείπει,
το αγαπημένο βήμα της 'πεθύμησα, κι ακόμα
τη λάμψη πάλι να 'βλεπα που έχει το πρόσωπό της,
παρά τα όπλα των Λυδών, τ' άρματα και τις μάχες.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ





ΣΑΠΦώ,
ΑΤΘίΔΑ

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.

Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ' το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.

Πάει καιρός που κάποτε σ' αγάπησα, Ατθίδα,
μα τότε μου 'μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης,
απ' όλα το καλύτερο εσύ 'σαι το αστέρι.

Μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ.



ΣΑΠΦώ, 3 βίντεο (Συγκριτική Μελέτη, Ανακτόρια, Ατθίδα):









Υ.Γ.: (Όλα τα υπόλοιπα βίντεο του δίσκου ΣΑΠΦΩ μπορείτε να τα δείτε στο κανάλι του youtube: ffotis18). Επίσης, στις φωτογραφίες κατά σειρά: 1. Σαπφώ 2005 (Αντίλογος, 4 Τροχοί),  2. Σαπφώ (εξώφυλλο δίσκου), 3. Σαπφώ με τα γράμματα του Κακίση, 4. Αλκαίος, Κακίσης, Χουλιαράς (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Νεφέλη), 5. IL CASO DI SOTIRIS KAKISIS, 6. Σαπφώ, Κακίσης, Φασιανός (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Ερατώ), 7. Ο Στέφανος Κουμανούδης στον Σωτήρη Κακίση, 8. Ανάγνωση της Σαπφώς του Κακίση σε Ιταλικό Γυμνάσιο της Νάπολης, 2011, 9. Σαπφώ, 5η έκδοση, Κέδρος, 10. Σωτήρης Κακίσης, Ηριδανός (φωτό Τζων Σαμέλλας).






Αθήνα, 22 Απριλίου 2012


(και για την αντιγραφή)
Φώτης Μπατσίλας


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΛΙΟΘΗΛΥΚΟ



Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, ένα βαλσάκι, πέρα-δώθε το σώμα, πέρα-δώθε το μυαλό, πλήκτρα κυρίως και λίγα κρουστά, μια νοσταλγία μα κυρίως μια πικρία, για το καλοκαίρι που έφυγε, γι’ αυτά που πήρε μαζί του, ναι, γι’ αυτήν…


Δεν το περίμενα απ' το καλοκαιράκι.
Πώς μπόρεσε, άραγε, αυτό να το κάνει σε μένα,
ξαφνικά να φύγει κλεφτά και να πάρει και σένα;

Απ’ όλη την παρέα, ο Φώτης απ’ τη Ζυρίχη είν’ αυτός που το θυμάται ανελλιπώς. «Εκείνο το τραγούδι που μιλάει για Σεπτέμβρη», λέει, και θυμάται τον δίσκο του Άγγελου Κατσίρη, το «Θα Τους Ξεφύγουμε», που κυκλοφόρησε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 κι εμείς οι ανήσυχοι έφηβοι (τότε), που ξέραμε τον Κατσίρη από τα «Κόκκινα Πατίνια» (του Κακίση και της Ζορμπαλά) και δεν αφήναμε τίποτα να μας ξεφύγει, τον αγοράσαμε αμέσως και τον ακούγαμε συνέχεια, άλλος σε βινύλιο κι άλλος σε κασσέτα, και τον μάθαμε απ’ έξω:


Δε συμβιβάζομαι με το χλωμό Σεπτέμβρη.
Στη γωνιά του δωματίου θα κρυφτώ,
με τα μάτια κλειστά κρυφά θα ονειρευτώ.

Ο δίσκος σημείωσε σχετική επιτυχία. Οι παραγωγοί του Δευτέρου Προγράμματος, ιδίως οι νεώτεροι (ο Γιώργος Μητρόπουλος, η Έλενα Διάκου, η Ζέλια Μητσάκου, η Μαρίνα Λαχανά κ.α.), αλλά και κάποιοι απ’ τους παλιότερους (π.χ. η Έφη Μεταλληνού) έπαιζαν συχνά τραγούδια του δίσκου. Το «Χρόνια Πολλά, Θείε Αλέξη», στο οποίο τραγουδούσε και ο Σαββόπουλος, το «Θέλω να ’μαι Αλλού», το «Τάχα μου Πολυφωνία», αλλά, κυρίως, το «Παληοθήλυκο»:

Πού με πας;
Αχ παλιοθήλυκο λαμέ κι αστραφτερό,
σαν τον Σεπτέμβρη
είσαι πικρό, μα δεν μπορώ ν' αντισταθώ.
Σε θέλω...
αχ παλιοθήλυκο, σε θέλω ό,τι κι αν πω,
κι ας ξέρω
πως όταν σε ζητώ εσύ δεν θα ’σαι εδώ.

Έως το τέλος Αυγούστου, κάθε χρόνο, η παρέα είχε σκορπίσει. Ο Αντρέας στην Ελβετία, ο Τάκης στην Κοζάνη, η Λίτσα στη Θεσσαλονίκη. Μέναμε δυο-τρεις τελευταίοι, «να βγει ο Αύγουστος, και μετά», λέγαμε, κι ας είχαμε εξεταστική, κι ας ξέραμε πως «τέλειωσαν τα ψέματα». Θυμάμαι σαν τώρα, 1 Σεπτέμβρη 1992, μετά την Αλόννησο, στο «Ναυάγιο», να χορεύω βαλς με τη Χριστίνα, με βερμούδα και σαγιονάρες ακόμα, κι έξω είχε αρχίσει να βρέχει. Την άλλη μέρα φεύγαμε κι οι δυο για την Αθήνα, αδιάβαστοι (φυσικά) και ανικανοποίητοι, όπως οι περισσότεροι, άλλωστε…


Αρχές Σεπτέμβρη τώρα τι να περιμένω;
Με σκυμμένο κεφάλι ξανά στην Αθήνα γυρνώ.
Τη λιακάδα στα μάτια σου δεν θα την ξαναδώ.
Τρελό μου μπλέξιμο, ξανθό μου καλοκαίρι,
με μισάνοιχτο φερμουάρ σε φουστίτσα κοντή,
στων μαλλιών σου το χείμαρρο μέσα βουτάω κι ό,τι βγει.
Πού με πας;

Τώρα που σκορπίσαμε για τα καλά, μπαμπάδες και μαμάδες οι πιο πολλοί, οι αποστάσεις μίκρυναν μα έγιναν διπλάσιες, σταματήσαμε να τραγουδάμε, σταματήσαμε να μιλάμε, και μόνο κάποια «παλιοθήλυκα λαμέ κι αστραφτερά» μας θυμίζουν, πού και πού, τα χρόνια που χορεύαμε βαλς, τα χρόνια που για όλα έφταιγε το καλοκαίρι που έφυγε…


Αθήνα, 1 Σεπτέμβρη 2011

Φώτης Μπατσίλας


Υ.Γ. Μπορείτε να ακούσετε το «Παληοθήλυκο» του Άγγελου Κατσίρη στη διεύθυνση: www.youtube.com/watch?v=4qSrB55JGVM

 

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΜΙΑ ΚΑΣΣΕΤΑ DENON ΕΞΗΝΤΑΡΑ (Με αφορμή τον Ρασούλη)



Ήταν ένα ενιαίο κτήριο που είχε, μεταξύ άλλων, και 3 πτέρυγες δωματίων, στα οποία κοιμούνταν τα παιδιά, δύο ορόφων η καθεμιά, επτά δωμάτια ο κάθε όροφος, τρία κρεββάτια το κάθε δωμάτιο. Στη δεύτερη πτέρυγα, στο πέμπτο δωμάτιο από κάτω, κοιμόταν ο Γιώργος, ένα παιδί ήσυχο και καλό, τρία χρόνια πιο μεγάλος από μένα, Πρώτη Λυκείου (Τεχνικό) αυτός, Πρώτη Γυμνασίου εγώ. Ασχολιόταν μανιωδώς με την Ενόργανη και το Μπάσκετ, εκείνο όμως που έκανε μανιωδέστερα ήταν να σφυρίζει όλη την ώρα και μ’ όλους τους τρόπους, με ή χωρίς δάχτυλα και με καθένα απ’ τα δάχτυλα και των δυο χεριών του, δυνατά και κάθαρα, σε σωστούς τόνους, λες κι ήταν βιρτουόζος κάποιου πνευστού οργάνου. Στο ίδιο δωμάτιο με τον Γιώργο κοιμόταν ο Μπάμπης και ο Τάκης, καλά παιδιά κι αυτοί, κολλητοί του Γιώργου, πιο μεγάλοι κι από μένα κι απ’ αυτόν.

Είχαν μαζέψει, λοιπόν, οι τρεις τους κάποια χρήματα απ’ το χαρτζιλίκι τους, γύρω στις πέντε χιλιάδες δραχμές, όχι τίποτα σπουδαίο δηλαδή ούτε και για τότε, γι’ αυτούς όμως και για όλους μας ήταν οικονομίες ενός χρόνου. Αρχικά ήθελαν ν’ αγοράσουν πλαστικές ρακέτες του πινγκ-πονγκ, μετά όμως αποφάσισαν, κι αγόρασαν εν τέλει, ένα κασσετόφωνο του ρεύματος, μεγάλο, που έπαιρνε και δώδεκα μπαταρίες απ' τις μεγάλες (κι ακριβές).


Κάθε βράδυ, αν δεν είχε μπάλλα η τηλεόραση (και ’κείνα τα χρόνια μπάλλα είχε κάθε δυο ’βδομάδες περίπου, κι όχι και πάντα) μαζευόμασταν στο δωμάτιό τους, μετά το βραδινό φαγητό, γύρω στις οκτώμισι, εγώ κι ο Μήτσος κι ο Κώστας κι ο άλλος ο Κώστας, ο μικρός, κι αυτοί του δωματίου, και φορές και κάποια άλλα παιδιά, όπως τύχαινε, συνήθως όμως εμείς οι επτά, κι ακούγαμε κασσέτες. Εκείνα τα χρόνια, αρχές της δεκαετίας του ’80, είχαν κάνει μεγάλη επιτυχία Τα Παιδιά Από Την Πάτρα (όχι απλώς μεγάλη, τεράστια, θα έλεγα, - δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη τόσο μεγάλη και διαρκή επιτυχία εκείνη την εποχή, κι ας λένε οι «ειδικοί» ό,τι θέλουν…), με τον πρώτο δίσκο τους, το «Αφιερωμένο Εξαιρετικά», νομίζω, με διασκευές παλιών λαϊκών τραγουδιών, με όλα τα τραγούδια του δίσκου και ιδίως με το «Δεν Θέλω τη Συμπόνοια Κανενός» του Άκη Πάνου. Πού και πού, ακούγαμε και τίποτ’ άλλο, κανέναν Ζαγοραίο («Σε πλάνεψε η Ντόλτσε Βίτα, αυτή που λεν ζωή γλυκειά»), κανέναν Νταλάρα («Να ’τανε το ’21»), κάποιες φορές Πουλόπουλο («Το άγαλμα κ.λπ.) και, κυρίως, Καζαντζίδη («Το ψωμί της Ξενιτειάς», «Υπάρχω» κ.λπ.). Σπάνια, πολύ σπάνια δηλαδή, βάζαμε και μια κασσέτα με «ξένα», κάποια disco κομμάτια απ’ τους Abba και τους Boney M, συνήθως.

Έτσι περνούσαν τα βράδια μας, μ’ αυτήν την παρέα και μ’ αυτά τα τραγούδια. Κάποιες όμως φορές, όταν οι πιο μεγάλοι της παρέας (που απαφάσιζαν κιόλας για το τι θ’ ακούσουμε) έφευγαν για σαββατοκύριακο ή έβγαιναν για καφέ ή πήγαιναν στην προπόνηση του Εορδαϊκού, και μένανμε μόνοι μας εμείς οι μικροί με τον Γιώργο, αυτός, ο πιο μεγάλος κι αποφασίζων πια, έβγαζε μια άλλη κασσέτα που δεν άκουγαν οι άλλοι, denon, εξηντάρα, που έγραφε «Παπάζογλου» από τη μια πλευρά και «Δήθεν» απ’ την άλλη και που περιείχε τα τραγούδια που συνήθως σφύριζε καθημερινά, όλη την ώρα ο Γιώργος. Κι έβαζε την κασσέτα στο κασσετόφωνο κι ακούγαμε αυτά τα τραγούδια, τα λαϊκά, που μετά τα μάθαμε και τα τραγουδούσαμε όλοι μαζί, και κάποια τα χορεύαμε, κι άλλος έκανε πως παίζει μπουζούκι, άλλος τύμπανα κι άλλος κιθάρα, κι όλοι διασκεδάζαμε κι ήμαστε χαρούμενοι και λαμπεροί. Και στον Γιώργο άρεσε πολύ το «Κυρ-διευθυντά των δίσκων», ιδίως το σημείο που λέει «να μ’ ακούσει να με νοιώσει, το μυαλό της να διορθώσει» κι ακόμη περισσότερο το «Το πολύ το πήγαιν’-έλα την ανάβει την κοπέλα, το πολύ το νάνι-νάνι κάνει το παιδί χαϊβάνι» και σ’ εμένα το «Από τη γυναίκα ούτ’ ένα καλό δεν είδα, μα – πίστεψέ με- είν’ η μόνη μου ελπίδα» και σ’ όλους μας, βέβαια, το «Νοιώθω ποια είσαι ότα λες το σ’ αγαπώ». Μικροί ήμασταν, αυτά μας άρεσαν τότε, απ’ την κασσέτα που, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων, περιείχε απ’ τη μια πλευρά την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» κι απ’ την άλλη «Τα Δήθεν».


Κι ύστερα, τα χρόνια πέρασαν, οι μεγάλοι τέλειωσαν το Λύκειο και έφυγαν, κι εγώ πήγαινα πια στο Λύκειο, κι είχα κι άλλα ακούσματα, σχετικά και άσχετα, πάντα όμως θυμόμουν, και σφύριζα κι εγώ πια, εκείνα τα τραγούδια που άκουγα στο κασσετόφωνο του πέμπτου δωματίου της δεύτερης πτέρυγας από κάτω. Κι όταν άρχισα να παίζω κάπως καλύτερα κιθάρα, μόνος ή με παρέα, σε μαγαζιά ή σπίτια ή, κυρίως, σε ’κείνες τις απερίγραπτες και αλησμόνητες (κι ολονύχτιες) «βραδιές κιθάρας», στα Πεύκα, ποτέ δεν παρέλειπα να παίξω το «Βρέχει στην Εθνική Οδό» ή το «Εσύ που είσαι ακόμα εκεί» ή το «Φίλε αδερφή ψυχή» το πιο αγαπημένο απ’ όλα, αυτήν τη μπαλλάντα που λέει για «τη φούστα τη στενή», «την περούκα την ξανθιά» κι έχει υπέροχο κιθαρίστικο παίξιμο…

Κι έτσι, μ’ αυτά και μ’ αυτά, όταν άρχισα να ’χω κάποια δικά μου χρήματα, γύρω στα 1987, μπόρεσα κι αγόρασα κι εγώ ένα κασσετόφωνο, μικρό, με ένα ηχείο (για πικάπ ήταν νωρίς ακόμη…) κι άρχισα να φτιάχνω τις δικές μου κασσέτες, με Σαββόπουλο και Γερμανό και με Κηλαηδόνη και Μούτση και μ’ άλλους, γνωστούς κι άγνωστους. Μοιραία, λοιπόν, κάποια στιγμή είπα να φτιάξω και μια κασσέτα με Παπάζογλου, με Νίκο Παπάζογλου, και πήγα στο δισκάδικο, στο studio 3-44 (όνομα παρμένο από εκπομπή του Άκη Έβενη), που το είχε η μαμά της Ρένας, της συμμαθήτριάς μου. Εκείνη μου ζήτησε να ψάξω στα ράφια να βρω τους δίσκους. Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι όλ’ αυτά τα τραγούδια που τόσα χρόνια τραγουδούσα, ιδιωτικώς και δημοσίως, μόνος ή με τον Γιώργο, με ή χωρίς σφύριγμα, δεν ήταν του Παπάζογλου αλλά του Νίκου Ξυδάκη και του Μανώλη Ρασούλη. Και διαπίστωσα και κάτι άλλο, πιο σημαντικό και πιο καθοριστικό, ότι δεν επρόκειτο για έναν δίσκο αλλά για δύο, για χωριστές κι ανεξάρτητες δουλειές δηλαδή, κι ας χωρούσαν σε μια κασσέτα, κι ας είχαν περάσει στον κόσμο όλον ως ένας δίσκος, σαν μια ολότητα τραγουδιών.

Έκτοτε –και μπορώ να πω και μέχρι σήμερα, που σταμάτησα πια να παίζω κιθάρα- δεν έπαψα να τραγουδώ με διάφορες αφορμές αυτά τα τραγούδια. Κατά καιρούς «κολλάω» σε κάποια από αυτά και άλλες φορές σε διαφορετικά. Αυτές τις μέρες, π.χ., σιγοτραγουδώ το «τι κι αν είσαι απ’ τη Λιβύη» απ’ το Χαβαλεδιάρικο και το «είναι κάτι μπλοφαδόροι που παινεύουν τη δουλειά» απ’ το «Μη μ’ Αποκαλείς Τεμπέλη». Κι αν έχω πια τους δίσκους, πάρα πολύ δύσκολα πάλι ξεχωρίζω ποιο τραγούδι είναι από ποιόν δίσκο. Φταίει ίσως κι η μαμά της Ρένας που, από φροντίδα να μην «κόψει» τα τραγούδια, τα έμπλεξε λίγο. Τη θυμάμαι σαν τώρα να έχει πάρει χαρτί και μολύβι και να αθροίζει τις διάρκειες… Κι επίσης, να με ρωτάει «τι κασσέτα να βάλει». Όπως καταλαβαίνετε, η κασσέτα που έβαλε δεν μπορούσε να ήταν άλλη από εξηντάρα denon…

Αθήνα, 26 Μαρτίου 2011

Φώτης Μπατσίλας


Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

21 + 1 Δικηγόροι...



Όλα αλλάζουν, όλα «ανοίγουν». Η τράπουλα ξαναμοιράζεται, αλλά δεν έχει πλέον άσσους, κάτι 2άρια και 3άρια ξέμειναν, αυτά θα μοιραστούμε, μ’ αυτά θα πορευθούμε. Το παντοδύναμο κράτος, ο ρυθμιστής των πάντων, τα ρυθμίζει όλα δια …της απορρυθμίσεως: δεν ρυθμίζω τίποτα, λέει, όλα ελεύθερα, όλα επιτρέπονται, καν’τε ό,τι καταλαβαίνετε, όποιος αντέξει. «Ελεύθερος ανταγωνισμός», ωραία ακούγεται, αλλά στην πράξη ισοδυναμεί με «ζούγκλα», δυστυχώς. Κι εμείς διχαζόμαστε, κοιτάμε την πάρτη μας, τι μας συμφέρει και τι όχι. Η λέξη «συνάδελφος» χάνει πλέον το νόημά της. Συνάδελφος σε τί, άλλωστε; Κι η συκοφαντία να κυριαρχεί: αλήτες οι φορτηγατζήδες, άχρηστοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, αμόρφωτοι οι ιδιωτικοί, φοροφυγάδες οι γιατροί, προνομοιούχοι οι συμβολαιογράφοι, κλέφτες οι δικηγόροι. Όλοι εναντίον όλων, κι όλα εύκολα πλέον για τις «αλλαγές», για τις αλλαγές της φτήνιας, τις «φτηνές» αλλαγές, αυτές που, μετά τη συστηματική συκοφαντία, έχουν πλέον και κοινωνικό έρεισμα. Ναι, πολλά έπρεπε ν’ αλλάξουν, ναι, δεν πήγαινε άλλο. Απ’ αυτό όμως μέχρι του σημείου να φτάσουμε στο άλλο άκρο, η διαφορά είναι τεράστια. Διότι, το άρρωστο μέλος προσπαθούμε πρώτα να το θεραπεύσουμε, δεν το κόβουμε απ’ την αρχή. Κι αν δεν μπορούμε να το θεραπεύσουμε, αφήνουμε να προσπαθήσει κανένας άλλος, που ίσως μπορεί…

Μελαγχόλησα, και δεν κάνει (μέρες που είναι …). Γι’ αυτό ας το ρίξω στα … τραγούδια, στα τραγούδια για δικηγόρους, όπως τους είχαν παρουσιάσει οι Έλληνες στιχουργοί μέχρι τώρα, τώρα που κι αυτών το επάγγελμα «ανοίγει», τώρα που με τον «ανταγωνισμό», τις «εταιρείες», τα «υποκαταστήματα» θα είναι τουλάχιστον άκομψο να μιλάμε πλέον για «λειτούργημα», τώρα που κι η συναδελφικότητα χάθηκε οριστικά (αλήθεια, πώς μπορεί ν’ αποκαλεί πλέον ο Αθηναίος δικηγόρος «συνάδελφο» αυτόν της Επαρχίας, όταν εδώ και 20 μέρες τον έχει αφήσει μόνο του να αγωνίζεται κατά του νομοσχεδίου;), τώρα που κι οι επερχόμενες εκλογές δείχνουν πιο αδιάφορες από ποτέ, τώρα που δεν ξέρουμε πώς θα είναι αύριο ο δικηγόρος, πώς θα τον περιγράφουν τα τραγούδια… Πάμε:



1. ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Δ. Σαββόπουλος από το «Βρώμικο Ψωμί» 1972)

Στο ’πα και το '66 ένα βράδυ βροχερό:
θα ’μαι μακριά σου τότε που θα ψάχνεις για γιατρό,
για γιατρό, για δικηγόρο να σου δώσουνε γραμμή…

Εδώ ο δικηγόρος «δίνει γραμμή» ή, καλύτερα, «έδινε»… Υπέροχο τραγούδι του Σαββόπουλου, σουξέ κάποτε στο feriale…



2. ΚΟΥΒΕΝΤΟΥΛΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΡΟΫΝΤ (Δήμου Μούτση – Κώστα Τριπολίτη, με τους Μούτση, Κηλαηδόνη, Πρωτοψάλτη, από το «Φράγμα» 1981).

…δεν τη γλιτώνεις τώρα βρε μούργο
με δικηγόρο και χειρούργο…
Δικηγόρος, αυτός που σε γλιτώνει, ο υπερασπιστής! Το σχετικό κομμάτι του τραγουδιού το τραγουδάει ο Λουκιανός κάπως τσαχπίνικα!


3. ΔΙΑΖΥΓΙΟ (Κ. Τουρνάς από τον δίσκο «Υπερβολές» 1982)


Το πρωί ο δικηγόρος σου με πήρε να μου πει
πως ως αύριο το βράδυ το διαζύγιο θα βγει.
Κι’ απ’ την τράπεζα ένα γράμμα κάτι λέει για χωρισμό
μας μοιράσανε στα δύο τον κοινό λογαριασμό.

Στα δωμάτια τα άδεια σαν χαμένος περπατώ
τι θα πάρεις τι θα μείνει, έτσι ανόητα μετρώ.
Στ’ όνομά μου τι ’ν’ γραμμένο, τι αγόρασες εσύ
Κι αν μοιράζονται τα χρόνια, που εζήσαμε μαζί.

Γέμισε η ζωή μας ξένους, νόμους, μάρτυρες, χαρτιά.
Τι έχει γίνει δεν το ξέρουν, όμως ξέρουν τη ζημιά.
Σαν κοινούς εγκληματίες, μας καθίσαν στο σκαμνί.
Γιατί κάποτε οι δυο μας, αγαπιόμασταν πολύ.

Για πολλά θα σου μιλούσα, όμως γύρω σου οι φρουροί
σαν αντίδικους μας ξέρουν, σαν εχθρούς λίγο-πολύ.
Κι’ ως εδώ που ‘χουμε φτάσει τι να σκέφτεσαι απορώ...
τάχα μ’ είχες αγαπήσει, όσο σ’ αγαπούσα εγώ;

Πριν δημόσια με βρίσεις, μπρος σε ξένους πριν να πεις
κοίταξέ με και θα ξέρω αν τα λες και τα εννοείς.
Δικηγόροι και πελάτες, πήραν θέσεις εραστών
κι ό,τι αγνά είχαμε αρχίσει είναι θέμα υπογραφών.
Ο χωρισμός, το διαζύγιο, η πικρία του και … ο δικηγόρος, το κοράκι στην κηδεία ενός γάμου…



4. ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ (Δ. Σαββόπουλος, από τη «Ρεζέρβα» 1979)


…δεν είχε μάρτυρες εκτός τ’ αφεντικό και τη νοικοκυρά του,
οι δικηγόροι λέγαν «ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του»…


Ο υπερασπιστή δικηγόρος πάλι, που προσπαθεί να «βγάλει» τρελό τον πελάτη του για να τον σώσει… Πώς να το ξεχάσεις τούτο το τραγούδι όταν η είσοδος της «Ευελπίδων» (η πάνω, της Εισαγγελίας…) έχει στοιχειωθεί από την παρουσία του Κοεμτζή να πουλάει την αυτοβιογραφία του …



5. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ (Στ. Κραουνάκη – Λ. Νικολακοπούλου, με την Ελένη Γερασιμίδου, από το «Έκτο Πάτωμα» 1992)

Είναι μια απελπισία και η ιδιοκτησία.
Τι νομίζεις;
Άντε να πληρώνεις φόρους, για εξώσεις δικηγόρους…

Εδώ έχουμε τον δικηγόρο – παράσιτο, που τα κονομάει απ’ όλες τις μεριές. Δεν περίμενα κάτι καλύτερο απ’ τη Νικολακοπούλου…




6. ΟΛΟΙ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝΕ (Γ. Καραλή, με την Πωλίνα, από το δίσκο «κόντρες» 1989)


Τα παίρνουν δικηγόροι και γιατροί
Τα παίρνουν και οι μπασκετμπολίστες…
Όλοι τα παίρνουνε, κρυφά και φανερά…
Όλοι τα παίρνουνε χοντρά…

Ο Γιάννης Καραλής, στα χρόνια του σκανδάλου Κοσκωτά και της Αυριανής, μετά την τεράστια επιτυχία «με τελείωσες» και λίγο πριν (νομίζω) παρουσιάσει στους Έλληνες τον … Χρήστο Δάντη, αποφασίζει να κάνει ένα κοινωνικό σχόλιο! Όπως είναι φυσικό, ξεκινάει απ’ τους γιατρούς και τους δικηγόρους.


7. ΝΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ (Γρ. Μπιθικώτσης – Κ. Βίρβος, με τον Μπιθικώτση και τη Βούλα Γκίκα. Από το «πράσινο φως» 1973)

…Είμαι στον πόνο σου γιατρός,
στ’ άδικο δικηγόρος…

Ο Βίρβος δίνει, επιτέλους, και μια «φυσιολογική» διάσταση του επαγγέλματος του δικηγόρου: του λειτουργού της Δικαιοσύνης.




8. Ο ΕΦΡΑΙΜΑΚΟΣ (Χρ. Νικολόπουλου – Μ. Ρασούλη, με τον Μανώλη Ρασούλη, από τον δίσκο «Με τον Ομπάμα αντάμα», 2009)

Εργολάβοι, δικηγόροι
και του Εωσφόρου η κόρη
συναντηθήκαν, συναντηθήκαν,
είπαν το ’να, είπαν τα’ άλλο,
είπαν και για το παρ’ άλλο
και ξεντυθήκαν, και ξεντυθήκαν
Σχόλιο του Ρασούλη για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, στο οποίο, φυσικά, συμμετείχαν και δικηγόροι. Αλλά, τι λέω; Δεν υπήρξε σκάνδαλο, είπαν…




9. ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ (Θ. Πολυκανδριώτη – Μ. Ελευθερίου, με τον Γ. Μαργαρίτη, από τον δίσκο «Κάτσε να λογαριαστούμε», 2009 – το τραγούδι, πάντως, είναι παλιότερο, πλην ο Μαργαρίτης είν’ αυτός που το ανέδειξε).

Μου ’πανε πως θα μου κάνεις μέχρι δικαστήρια
και θα βάλεις δικηγόρους
για να περπατώ υπό όρους…


 Εδώ ο δικηγόρος συμμετέχει σε αδικία, σ’ ένα μέτριο τραγούδι, με κακούς στίχους, ενός, ούτως ή άλλως, άνισου στιχουργού, που διασώζει (και αναδεικνύει) ο μεγάλος Γεώργιος Μαργαρίτης, ο Θεσσαλός.



10. ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΒΑΡΕΘΗΚΑ (Ν. Άσιμος, από την κασσέτα «Κλάστε Ελευθέρως», 1979)

Είν’ ωραία δίχως νόμους,
δίχως τανκς στρατιωτικά,
δικαστές και δικηγόρους,
εργοδότες και σκατά.
Αυτό θα έλειπε, να ήθελε ο Άσιμος δικηγόρους…



11. ΣΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΣ (Active Member, από τον δίσκο τους «Το Μεγάλο Κόλπο», 1995).


…για σκέψου να γινόμουνα γιατρός ή δικηγόρος
ή πόσο θα χαιρόντουσαν αν είχα γίνει φλώρος.
Για κάποιους, λοιπόν, είναι κακό πράγμα να γίνεται κανείς δικηγόρος. Μάλιστα, για κάποιους άλλους, όπως ο Γούντυ Άλλεν, είναι ακόμα πιο κακό: «Κάποιοι άντρες είναι ετεροφυλόφιλοι, κάποιοι άντρες είναι ομοφυλόφιλοι και κάποιοι άντρες δεν σκέφτονται καθόλου το σεξ, γίνονται δικηγόροι», είπε…



12. ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ (Π. Περάκη – Π. Παμπούδη, με τον Σπύρο Σακκά, από τον δίσκο «Μελωνοδία», Σείριος 1985)

Δικαστές και δικηγόροι το δεινόσαυρο δικάζουν
να τον δέσουν, να τον δείρουν, να τον διώξουν διατάζουν
διότι δάγκωσε στο δρόμο, δυνατά τον ταχυδρόμο.

Παιδικό τραγούδι, που αναπαράγει όμως τη μεγάλη εξουσία που συνεπάγεται το επάγγελμα του δικηγόρου.



13. ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ (Θ. Δερβενιώτη – Κ. Βίρβου, με τον Στελλάκη Περπινιάδη – περιέχεται σε διάφορες συλλογές)

Διαζύγιο θα πάρω
Μη με κάνεις και κρεπάρω.
Να φωνάξω μια πρωία:
Βρήκα την ελευθερία!

Με τη μουρμούρα σου και με τη ζήλεια
Το ψάρι μου ’ψησες στα δυο μου χείλια.

Κύριε δικηγόρε, γειά σου!
Βάλε κάτω τα χαρτιά σου.
Να χωρίσω να γλιτώσω,
κι όσα θέλεις θα σου δώσω.

Εδώ ο δικηγόρος είναι ο λυτρωτής, διότι το διαζύγιο σημαίνει ελευθερία. Μετά, βέβαια, αρχίζουν τα «πολλά είναι…», «και τι έκανες; Σιγά το πράμα» κ.λπ., όπως συμβαίνει με όλες τις «υποθέσεις»…



14. ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΚΥΡ-ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ (Π. Βαγιόπουλου – Μ. Ρασούλη, με τους Οπισθοδρομικούς, τον Α. Καφετζόπουλο, τον Λ. Καρελά, τον Π. Βαγιόπουλο και τον Μπ. Τσέρτο, από τον ομώνυμο δίσκο, 1997)

Ήτανε αυτή του δρόμου
και αυτός ήταν του νόμου
μα είχε απ’ το Θεό γραφτεί

Γεια σου, κυρ εισαγγελέα
με την Τζένη την ωραία…


Για λόγους ευνόητους, το συγκεκριμένο τραγούδι δεν μπορούσε να λείπει από τούτο τον κατάλογο, κι ας μην μιλάει ευθέως για δικηγόρους. Άλλωστε, κι ο εισαγγελέας, πριν γίνει εισαγγελέας, δικηγόρος ήταν (κι ας το ξεχνάει στο ακροατήριο...)!


15. ΤΟ ΚΟΤΛΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΑΚΙ (Ν. Ξυδάκη – Μ. Ρασούλη, με τον Δημήτρη Κοντογιάννη, από «Τα Δήθεν», 1979)

Εγώ είμαι εργατόπαιδο
κι εσύ της Nομικής.
Πες μου πού παρανόμησα
όταν για λίγο νόμισα
πως θ’ ανταποκριθείς;


Κι εδώ δεν έχουμε ευθεία αναφορά σε δικηγόρο, πλην είναι τραγούδι ενδεικτικό της διάθεσης των «άλλων» απέναντι στους δικηγόρους ήδη από τα χρόνια των σπουδών. Ενδεικτικό, φυσικά, και της δυσκολίας να ρίξει κανείς γυναίκα της Νομικής...



16. Ο ΓΙΕΓΙΕΣ (Ν. Καρβέλας, από τον δίσκο του «Όλα ή Τίποτα», 1995)

Απορώ μαζί σας πώς δεν το ’χατε δει
ότι εγώ δεν κάνω για τη Νομική.
Τι σχέση έχω εγώ με δικηγορική,
με σπιρούνια και με σκουλαρίκια στ’ αυτί;


Ένας παραλίγο δικηγόρος (συνάδελφος...) ισχυριζόταν τη δεκαετία του 80 ότι τα σπιρούνια και τα σκουλαρίκια δεν ταιριάζουν σε δικηγόρους. Σ’ αυτή τη Χώρα, τελικά, όσο πιο «επαναστάτης» δηλώνεις, τόσο πιο «συντηρητικός» είσαι… Τραγούδι «της πλάκας» που πολλές φορές συγχέεται με το ανεπανάληπτο «χάσου Αραβαντινέ, κρύψου Σπυριδάκη, σας έφαγε ο Τσίτουρας κι ας είναι γεροντάκι!» (σας θυμίζουν κάτι τα ονόματα;)



17. Ο ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΣ (Γ. Ζαμπέτα – Κ. Πρετεντέρη, με τον Ζαμπέτα. Περιέχεται στον δίσκο «Τα κινηματογραφικά», 2006, αλλά και στην ταινία του Κλέαρχου Κονιτσιώτη «Η Αθήνα τη νύχτα», 1962).

Πάνω στο διαζύγιο που βγήκε με το ζόρι
δυο σπίτια μου τα «φάγανε», αυτή κι οι δικηγόροι
Αδηφάγα τέρατα εδώ οι δικηγόροι, ζουν από τον πόνο του άλλου…



18. ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (Πασχάλης Αρβανιτίδης, από τον δίσκο «Φίλοι και Αδελφοί», 1973)


Δεν με ρώτησες ποτέ σου, αν ήθελα κι εγώ
χημικός να γίνω, δικηγόρος ή γιατρός
και έλεγες πως εγώ, δεν είμαι ικανός
ακόμα να ρυθμίζω, τη ζωή μου μοναχός

Ο Πασχάλης, πολύ προτού μπλέξει με Δικαστήρια και δικηγόρους για το γνωστό «στιγμιαίο λάθος» του, κι αφού «ξέμπλεξε» με τους Olympians, με προφορά κάπως «ξενική» τοποθετεί το επάγγελμα του δικηγόρου σ’ αυτά που ο ίδιος δεν ήθελε ν’ ακολουθήσει, αλλά (προφανώς) ήθελε ο πατέρας του, σ’ ένα τραγούδι που απευθύνεται στον πατέρα του… Εγώ, πάντως, δεν μπορώ καν να φαντασθώ τον Πασχάλη δικηγόρο, αν και τα πάνελ (της Ανίτας Πάνια) του πάνε πολύ...




19. ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΗΔΕΝ (Θ. Πολυκανδριώτη – Μ. Ελευθερίου, με τους Ντίνο Βρεττό και Νατάσα Μουτσανά, από τον δίσκο «Τα Ανεκτίμητα», 1995).

Γιατρό δε θέλεις παθολόγο
και δε χρειάζεσαι κανένα καρδιολόγο,
εις το εξής θα χρειαστείς δυο δικηγόρους
για να τους έχεις δωρεάν για κλακαδόρους.

Και κλακαδόροι, λοιπόν, οι δικηγόροι. Μόνο που δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς «θέλει να πει ο ποιητής». Εσείς; (οι υπόλοιποι στίχοι δε νομίζω να σας διαφωτίσουν… Ρίξτε, πάντως, μια ματιά στο stixoi.info, όπου και βρήκα το τραγούδι).



20. ΘΕΛΩ, ΜΑΜΑ, ΕΝ’ ΑΝΤΡΟΥΛΗ (Εντουάρντο Μπιάνκο – Πωλ Μενεστρέλ, με την Ελένη Παπαδάκη, 1932)

Θέλω, μαμά, έν’ αντρούλη
να…να...να...να...
Απαραίτητος δε όρος
να μη μου ζητά παιδί,
να μην είναι δικηγόρος,
δεν τον θέλω ποιητή…!
Η μεγάλη, καθώς λένε, ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη (που εκτελέσθηκε σε ηλικία 35-40 ετών στα Δεκεμβριανά ως φιλο-Γερμανή), εκπάγλου (για τότε) καλλονής, τραγουδάει ένα «ηλεκτρικό» ταγκό της εποχής και αναφέρει την ιδιότητα του δικηγόρου ως … σοβαρό ελάττωμα! Από τότε, λοιπόν… (αν και το ότι βάζει στο ίδιο τσουβάλι δικη΄γόρους και ποιητές είναι, τουλάχιστον, παρήγορο...)



21. ΖΑΜΑΝ ΦΟΥ (Τάκη Γκριτζέλη - Σ. Μπουλά, με τον Σάκη Μπουλά, από τον ομώνυμο δίσκο του, 1992)

Άγχος, στρες και αγωνία σου τη στήνουν στη γωνία:
τι να πάρω, τι να αφήσω, κάποιον πρέπει να πουλήσω.
Και γιατροί και δικηγόροι μου τα παίρνουν με το ζόρι.

Γιατροί και δικηγόροι πάλι. Αντάμα στη …λαμογιά! Τραγουδάκι σε στυλ χιπ-χοπ, όχι από τα καλά του Σάκη, σηματοδότησε την «παρακμή» του ως τραγουδιστή (και τη σχεδόν αφοσίωσή του στην ηθοποιία).




+1. ΟΔΟΣ ΣΑΝΤΑΡΟΖΑ (Βασίλης Νικολαΐδης, από τους «Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού» της Κέρκυρας του 1981, αλλά και τον ομώνυμο δίσκο του δημιουργού, 1982)

Δεν είναι από επάγγελμα, δεν είν’ αυτός ο λόγος
που πάω και στριμώχνομαι στο κακουργοδικείο,
δεν είμαι κά’νας διάσημος δα ποινικολόγος,
καλά - καλά δεν πρόλαβα να πάρω και πτυχίο.

Χωρίς κανένα έλεος τρέχω στην κάθε δίκη,
η τρίχα μου σηκώνεται στη θέα του φονιά,
όχι από οίκτο ή ανθρωπιά, μα με γεμίζει φρίκη
και σπρώχνω ψιθυρίζοντας «μια θέση ρε παιδιά!»

Αν έχεις σαν κι εμένανε απάνθρωπη καρδιά
που γουστάρει πτώματα και δικηγόρου πρόζα,
να σου πω που βρίσκεται, Σταδίου και γωνιά
εκείνο το ερείπιο της οδού Σανταρόζα.

Με συγκινούν οι συγγενείς που κλαίνε στους διαδρόμους
κι η αδρεναλίνη μ’ ανεβάζει τους σφυγμούς
σαν βλέπω αυτόν τον άθλιο μπροστά στους αστυνόμους
να σπαρταράει σαν ψάρι απ’ τους λυγμούς.

Μου φαίνεται όμως κάποτε η μέρα πως θα ’ρθεί
που θ’ απονεμηθεί στον κόσμο η Θεία Δίκη.
Εμένα θα δικάζουνε, Πολιτική Αγωγή
θα είναι όσους κοίταζα με φρίκη

Οι λωποδύτες, μαστροποί, προπάντων οι φονιάδες
θα τρέχουν συνωθούμενοι όλοι για να με δουν:
«Αυτός όταν μας δίκαζαν μας έφτιαχνε καντάδες»
και δαχτυλοδεικτούμενο θα με περιφρονούν.

Αν έχεις σαν κι εμένανε απάνθρωπη καρδιά
που γουστάρει πτώματα και δικηγόρου πρόζα,
να σου πω που βρίσκεται, Σταδίου και γωνιά
εκείνο το ερείπιο της οδού Σανταρόζα.

Αν έχεις σαν κι εμένανε απάνθρωπη καρδιά
και κομμάτι διαστροφή στο σάπιο σου κρανίο,
να σου κρατήσω ρεζερβέ κι εσένα μια γωνιά,
να δεις τα όσα γίνονται στο Κακουργοδικείο.


Ο Νικολαΐδης μιλάει μετά λόγου γνώσεως. Τραγούδι που πρέπει να μοιράζεται από τους Συλλόγους σε κάθε δικηγόρο, μαζί με την άδειά του. Για να ξέρει τι του επιφυλάσσουν τα Δικαστήρια και, ιδίως, ο ίδιος του ο εαυτός…

Αθήνα, 17 Φεβρουαρίου 2011

Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ.: Υπάρχουν, φυσικά, κι «άλλοι δικηγόροι». Αναφέρω μόνον 21 + 1 για λόγους συνήθειας (επειδή έτσι μου βγήκε με τα «τζιτζίκια», δηλαδή). Άλλωστε, από 22 «παίχτες» αποτελούνται τα ρόστερ των Εθνικών Ομάδων στις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις…