Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΡΑΜΑΝΙΩΛΑ


Του Σταυρού σήμερα, κι είπαμε με τον Σωτήρη Κακίση να κάνουμε ένα «μικρό αφιέρωμα» στον εορτάζοντα Σταύρο Καραμανιώλα, τον αγαπημένο μας μπαρμα-Σταύρο. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ένα κείμενο του Σωτήρη Κακίση με τον τίτλο «Μικρές Ώρες με τον Σταύρο Καραμανιώλα», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1988 στο περιοδικό «Playboy» (και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «48 Μικρές Ώρες και τρία αστυνο-μικρά διηγήματα», Εξάντας 1997),   τη μέχρι σήμερα δισκογραφία του μπαρμπα-Σταύρου με όλους τους στίχους των τραγουδιών του, καθώς και μερικά βίντεο απ’ το youtube. Χρόνια Πολλά, μπαρμπα-Σταύρο...


ΜΕΡΟΣ Ι

ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ
με τον Σταύρο Καραμανιώλα


Τα ποιήματά μου είναι πολλά και δεν τα ’χω γραμμένα·
είναι μες στο κεφάλι μου μαγνητοφωνημένα.
Μα θα χαθούνε, σκέφθηκα, μια μέρα σαν πεθάνω
γι' αυτό και απεφάσισα κασέτες να τα κάνω.
Τα ποιήματα, τον βίο μου, κασέτες τώρα κάνω
για να τις παίζουν να μ' ακούν, όταν θα αποθάνω.
Κι αρχίζω: μαγνητοφωνώ και, πρώτα, πριν απ' όλα,
είμ’ απ' τον Πρίνο και με λέν’ Σταύρο Καραμανιώλα.
Γεννήθηκα το έντεκα στο Μέγα Καζαβήτι
χρόνια τουρκοκρατούμενα, τα χρόνια του Χαμίτη (…)


Ο Σταύρος Καραμανιώλας λοιπόν. Ο Σταύρος Καραμανιώλας είναι ακόμα μαζί μας, από το 1911 στα 2010 κρατάει μια ανέσπερη παιδική ηλικία για χάρη μας και γράφει και γράφει και γράφει. Ο Αργύρης Μπακιρτζής και οι Χειμερινοί Κολυμβητές που υιοθέτησαν αυτό το παιδί, αυτό το παλικαράκι το τρομερό, έφεραν επιτέλους στο πανελλήνιο φως, στην «ελληνοκρατούμενη» σήμερα Ελλάδα, το περίφημο τραγούδι του, τον Ποδηλατιστή, που ίσως κι εσείς, ω αναγνώστες μου ενήμεροι, αγαπάτε. Ο Σταύρος Καραμανιώλας όμως δεν είναι μόνο ποδηλατιστής: είναι και αυτοβιογραφούμενος και ερωτύλος και πλακατζής και αθυρόστομος και τρυφερός και παμπόνηρος και σοφός και, προπαντός, ποιητής. Τ’ ανέκδοτα αποσπάσματα απ’ το πολύ έργο του που εξασφάλισα και σας παραθέτω, σας αφιερώνω, αν θέλετε, απόψε, Μικρές ΄Ωρες ζεστές και ολόγυμνες, αξίζουν πολλά. Απολαύστε τον, χαμογελάστε του κι εσείς, ανταποδώστε το λαμπερό, νυκτερινό του χαμόγελο, την τόσο ταπεινή, πρωινή του χάρη:



Εγώ αν καταστράφηκα, κάποια γυναίκα φταίει.
Και τώρα ξαναγύρισε στην πόρτα μου και κλαίει.
Γονατιστή στα πόδια μου σκύβει να τα φιλήσει
και σαν τον άσωτο υιό συγγνώμη να ζητήσει.
Δεν έρχεται σαν τον Χριστό αγάπη να μου δώσει,
αφού Ιούδας ήτανε, θα με ξαναπροδώσει.


                                 *

Τώρα που πήρα σύνταξη, δεν πάω στη δουλειά.
Την κάπα μου θα ρίξω μες στην ακρογιαλιά.
Και στον Σαδίκ παρήγγειλα τα ειδικά γυαλιά,
αυτές που κολυμπάνε να βλέπω αγκαλιά.
Θα κτίσω την καλύβα μου στου πρίνου τ’ ακρωτήρι
και μεσ’ απ’ το παράθυρο θα κάνω μπανιστήρι.
Θα ’χω και τη γριούλα μου να κάθεται πιο πέρα
κι όταν θα μου ιδρώνουνε, να μου τους κάνει αέρα.

                                   * 

Τι ωφελεί κι αν πέφτουνε στο ίδιο το κρεββάτι;
Αρχίζει το ροχαλητό και της γυρνάει την πλάτη.
Αυτή η καημένη θέλει χάδια κάθε βραδιά
κι αυτός φοβάται έμφραγμα μην πάθει στην καρδιά.
Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους άντρες τους, τους δίνω ενοχή,
Γιατί οι γυναίκες έχουν κι ορμές, μα και ψυχή.
Κάνουνε αναγκαστική ομοφυλοφιλία
με αγκαλιές, τριψίματα και πλαστικά εργαλεία.
Μα θα τους δώσω συμβουλή: η καθεμιά να ξέρει
οι ζαμπαράδες οι καλοί είναι μονάχα οι γέροι (…)

                                   *

Δεν είναι, φίλε, ίδιες όλες οι γυναίκες,
δεν είναι ίδιες, μην τις κατηγορείς.
Ψάξε σε ώριμες, σε νέες, σε μπεμπέκες,
καρδιές μεγάλες μ’ αισθήματα να βρεις.
Το ξέρω, φίλε, μια γυναίκα σ’ έχει κάψει,
μα τον καημό σου να σβήσω δεν μπορώ.
Μήπως κι εγώ, βρε φίλε μου, δεν έχω κλάψει
για μια γυναίκα που τώρα συγχωρώ;
Μα είδα γυναίκες που πικρά για άντρες κλάψαν’:
Είδα γυναίκες που είχαν τόσο ερωτευτεί,
είδα γυναίκες που κατάμαυρα τα βάψαν’
κι άλλες γυναίκες που ’χαν καλογηρευτεί.
Μυστήριο πλάσμα, φίλε, είναι η γυναίκα.
Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει στην καρδιά!
Άλλες ποθούνε μ’ έναν άντρα να γεράσουν,
Άλλες απλώς για να περάσουν μια βραδιά.

                                *

Με γράφουν στην ταυτότητα Σταύρο Καραμανιώλα.
Είμαι γλεντζές, καλαμπορτζής και δημοκράτης φόλα.
Μικροί, μεγάλοι στο χωριό με λένε μπαρμπα-Σταύρο,
μέρα και νύχτα τραγουδώ, πίνω κρασάκι μαύρο.
Κι αν είχα όσες έχω πιεί μπουκάλες μαύρον οίνο,
πολύ μεγάλη θ’ άνοιγα ταβέρνα μες στον Πρίνο.
Χωρίς λεφτά να πίνουνε του Πρίνου οι μπεκρήδες,
Σαν σουρουπώνει να ’ρχονται, να πέφτουν σαν ακρίδες.



Ιούνιος ’88

ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ


ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΙΩΛΑ

Οι μόνοι που μέχρι σήμερα έχουν ερμηνεύσει τραγούδια του μπαρμπα-Σταύρου και τα έχουν συμπεριλάβει στους δίσκους τους είναι οι Χειμερινοί Κολυμβητές του Αργύρη Μπακιρτζή. Σ’ αυτούς τους δίσκους ο μπαρμπα-Σταύρος, εκτός από δημιουργός (συνθέτης και στιχουργός), συμμετέχει και ως τραγουδιστής. Οι δίσκοι αυτοί είναι οι εξής:


1991 – ΟΙ ΔΑΚΟΚΤΟΝΟΙ


Ο μπαρμπα-Σταύρος, σε ηλικία 80 ετών(!), εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική δισκογραφία! Συμμετέχει στο δίσκο με 6 τραγούδια: «Ο ποδηλατιστής», «Ο Σίμος είναι δασικός», «Οι δακοκτόνοι», «Τατάρικα», «Οι μεγάλοι παλαιοί» και «Ψες το βράδυ».

Ο ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΤΗΣ

Έχω ποδήλατο καλό, όπου κι αν θέλεις πάει
σαν πεις, κι ο ποδηλατιστής σαν το πουλί πετάει.

Έχω και πένσα.
Έχω και πένσα, τρόμπα, οχτάκλειδο και πένσα.
Έχω τιμόνι, κούρσα και μπροστινό φτερό.

Τα λάστιχα του είναι γερά, σαμπρέλες δεν τρυπάνε
από τις πέτρες κι αν περνά, τριβόλια κι αν πατάνε.

Έχω αντοχή στα πόδια μου και στο τιμόνι βάση,
γι’ αυτό και βάζω στοίχημα αν κάποιος με περάσει.

Σαν με περάσει ο Θοδωρής και το ταξί του Νίκου,
εγώ θα πέσω να πνιγώ μες στ’ ανοιχτά του Πρίνου.

Σαν τ’ άκουσε ο Θοδωρής πολύ του ’κακοφάνει.
Θα βάζει μπρος τη Σεβρολέτ, τρέχει να με προκάνει.

Τότες κι εγώ εθύμωσα, πατάω γερά πετάλια
κι ο Θοδωρής με έχασε από μπροστά απ’ τα μάτια.


ΟΙ ΔΑΚΟΚΤΟΝΟΙ
Μεταφορείς και ψεκασταί,
αρχιεργάτες, γεωπόνοι,
όλοι εμείς οι δακοκτόνοι
είμαστε δολοφόνοι.

Τί τάχα να τους έκανε σ’ αυτή τη κοινωνία
και κυνηγούν αλύπητα το δάκο με μανία;

Υπάρχουν μεγαλύτεροι εχθροί για τη ελιά,
μ’ απ’ όλους ασπονδότεροι ειν’ όλα τα πουλιά.

Γιατί λοιπόν σαν πιάνουμε τσίχλες και μαυροπούλια
μας κυνηγούν οι δασικοί, ως που να βγει η πούλια;


Ο ΣΙΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΑΣΙΚΟΣ

Φεύγει ο Σίμος σήμερα· η ώρα να ’ν’ καλή,
να φάμε κα ’ναν κότσυφα, ορτύκι και πουλί.

Του έγινε μετάθεση κι έληξε η θητεία
κι εμείς ας την ξεχάσουμε τη μαύρη εξαετία.

Φεύγει ο Σίμος και γι’ αυτό, σουσουκαραίοι, κλάφτε
τσίχλες, κοτσύφια, τρούτσινες, στα μαύρα να τα βάψ’τε.

Γιορτή μεγάλη έχουνε ο Φλιάς κι ο Σαρκαφλιάς,
πανηγυρίζει ο Καναβός, ο Λάμπρος κι ο Μηλιάς.

Τί ωφελεί κι αν έπιανε καθημερνώς τα δόχια,
αφού γυρνούσε κι έβρισκε στη μηχανή του βρόγχια;

Ο Τούρκος λέει πως μυαλό δεν έχουν οι ψηλοί,
ίσως γι’ αυτό δε φάγαμε κότσυφα και πουλί.

Εμέν’ αυτός ο άνθρωπος δε μ’ έκανε κακό·
μ’ ακόμα κι αν θα μ’ έκανε, το δίκιο θα το πω:

Ο Σίμος είναι δασικός και τη δουλειά του κάνει
Μα το χωριό θέλει φωτιά που ’χει πολλοί ρουφιάνοι.


ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ

Γρούνος, Μουστάκας, Μαϊδανός
Κώστας Κουτσουμέρης,
Νικολάκης κι Αλέξης τ’ Αυγουστή,
Σταυράκης της Ολυμπίας,
Μήτσος Ντούπας, Σταλαμίδης,
Τσιλκάρης, Ξανθός του Γιαννακού,
Αννούδα της Θωμάδαινας
Και Πλουτάδες
εν τη γη αγαλλιάσονται.

Μητσκονάς μας κάνει αμπέλι, κτίζει και ντουβάρια,
περνά ο Μπιστάρας από ’κει, του λέει πως θέλ᾿ στυλιάρια.

Πέρασε κι ο Ζαμπετάς, ο πρώτος ο τεμπέλης·
γειά σου χαρά σου, Μητσκονά, να χαίρεσαι τ’ αμπέλι σ’.

Πέρασε και ο Δηλαδής, του ’πε μια καλημέρα.
Εκείνος τον οδήγησε να βαν’ στ’ αμπέλι λέρα.

Πέρασε κι ο Μποσνάκης μας, να πάει στον Αϊ-Γιάννη.
Εκείνος του ευχήθηκε πολύ καρπό να κάνει.

Kι ο Μήτσος Τζέκης πέρασε, που ήταν και τελάλης·
του ’πε, αν θες καλό κρασί, μπρούσικο να το βγάλεις.

Πέρασε κι’ ο Σερέτης μας και του ’δωσε καπάρο:
όταν θα βγάλεις το κρασί, εγώ θε να το πάρω.

Πέρασε κι η Ασφάλεια, να πάει να κυνηγήσει
μια νταμιτζάνα του ’δωσε, κρασί να του γεμίσει.

Πέρασε κι’ ο Σωκράτης μας και του ’πε δυο καντάδες
και του βαν’ ένα κοιμιστό και δυο καταβολάδες.

Πέρασε και η Φούλα μας παίζοντας τη λατέρνα.
Φέρε κρασάκι Μητσκονά και την παρέα κέρνα.

[Στους αείμνηστους συγχωριανούς μου,
που δεν παντρεύτηκαν ποτέ,
αντί μνημοσύνου.
Σταύρος Καραμανιώλας.]


ΤΑΤΑΡΙΚΑ

Για το μπαξέ του λεύτερο μου ’δωσ’ ο μπάρμπα Σταύρος,
να κόβω λάπατα, παζιά, δυόσμο και κάνα γράβο

Κραμπιά κι’ αγριολάχανα, κολοκυθοκορφάδες,
Μ’ αλαφροτσούσκες πιπεριές κι’ ωραίες καρδιές ντομάτες

Τσουκνάδες, κρομμυδόφυλλα, ανηθοκαρκαλούδια
τεύτλα, σπαράγγια, κουκουδιές, ξωλάχανα, σταμπούλια

Kολοκυθάκια, μαϊντανό, βλήτα, αγριοκρεμμύδες,
σπανάκια, σκόρδα, κάρδαμο, κορφούλες ραπανίδες

Φτέρες, βλαστάρια αβρινιές, αυτά που λεν ακρίδες
που ο Άγιος Γιάννης έτρωγε στην έρημο με ρίζες

Με λίγο λάδι στην αρχή, περσότερο στο τέλος
γίνονται τα τατάρικα, που ’ν’ ο παππούς μου ο Φέζος.

Εγώ τ’ αλλάζω βέβαια, βάζω και λίγη σόγια.
Και για το αποτέλεσμα είναι φτωχά τα λόγια.

Από Δευτέρα ως Κυριακή τατάρικα τα τρώω,
δε λέω όχι, μάλιστα λέω τι ωραία ω! ω!

Kι’ αν κάπου – κάπου βάσανα μας έρχονται Σταυράκη,
μας φθάνουν λίγα, Σταύρο μου, τατάρ’κα και γραβάκι

Σταύρο, αυτό που μου ’κανες, ποτές δεν το ξεχνάω
κι όπου βρεθώ κ’ όπου σταθώ, παντού το διαλαλάω

Καλός πως είσαι ποιητής, πολύ καλός και βάλε
μα πάνω απ’ όλα είσαι καπάντασης, μακριά του Χάρε,
μείνε μακριά του Χάρε!


ΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

Ψες το βράδυ, απ’ την παραλία,
μπήκα μέσα σ’ ένα αστικό,
να με πάει στον Προφήτη Ηλία,
τα παλιά τα στέκια μου να δω.

Πήγα Ποταμούδια και Βιξ στέρνες,
νότα δεν ακούστηκε καμμιά.
Πάψαν τα τραγούδια κι οι λατέρνες,
λες και ήμουνα στην ερημιά.

Έκαμα τη βόλτα μου στου Τσάτσκα,
που ’ν’ τα χρόνια εκείνα τα παλιά,
κάθε βράδυ, λες και ήταν Πάσχα,
άκουγες σαντούρια και βιολιά.

Έφτασα στη στάση του Βλαμάκη,
μα το μαγαζί ήταν κλειστό.
Τράβηξα γραμμή για του Καρνάκη,
για να πιω νερό να δροσιστώ.

Παράδεισο κι Ακρόπολη
τα βρήκα γκρεμισμένα.
Μπαίνω ξανά στο αστικό,
με μάτια βουρκωμένα.



1997 – ΟΧΙ ΛΑΘΗ, ΠΑΝΤΑ ΛΑΘΗ


Ζωντανό άλμπουμ, στο οποίο περιλαμβάνονται 3 τραγούδια του μπαρμπα-Σταύρου: οι ήδη ηχογραφημένοι «Δακοκτόνοι» και τα «Δεν είναι ίδιες όλες οι γυναίκες» και «Ο βίος μου».


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΕΣ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Δεν είναι, φίλε, ίδιες όλες οι γυναίκες,
δεν είναι ίδιες, μην τις κατηγορείς.
Ψάξε σε ώριμες, σε νέες, σε μπεμπέκες,
καρδιές μεγάλες μ’ αισθήματα να βρεις.

Το ξέρω, φίλε, μια γυναίκα σ’ έχει κάψει,
μα τον καημό σου να σβήσω δεν μπορώ.
Μήπως κι εγώ, βρε φίλε μου, δεν έχω κλάψει
για μια γυναίκα που τώρα συγχωρώ;

Μα είδα γυναίκες που πικρά για άντρες κλάψαν’:
Είδα γυναίκες που είχαν τόσο ερωτευτεί,
είδα γυναίκες που κατάμαυρα τα βάψαν’
κι άλλες γυναίκες που ’χαν καλογηρευτεί.

Μυστήριο πλάσμα, φίλε, είναι η γυναίκα.
Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει στην καρδιά!
Άλλες ποθούνε μ’ έναν άντρα να γεράσουν,
Άλλες απλώς για να περάσουν μια βραδιά.


Ο ΒΙΟΣ ΜΟΥ

Τα ποιήματά μου είναι πολλά και δεν τα χω γραμμένα,
είναι μες στο κεφάλι μου μαγνητοφωνημένα.
Μα θα χαθούνε, σκέφθηκα, μια μέρα σαν πεθάνω,
γι' αυτό και απεφάσισα κασέτες να τα κάνω.
Τα ποιήματα, το βίο μου, κασέτες τώρα κάνω,
για να τις παίζουν, να μ' ακούν, όταν θα αποθάνω.
Αρχίζω, μαγνητοφωνώ και πρώτα, πριν απ' όλα,
ειμ' απ' τον Πρίνο και με λεν Σταύρο Καραμανιώλα.
Γεννήθηκα το έντεκα στο Μέγα Καζαβίτι
χρόνια τουρκοκρατούμενα, τα χρόνια του χαμίτη
Φύγαν οι Τούρκοι κι άρχισε ο πρώτος πόλεμος
ήρθε μια δυστυχία και φοβερός λιμός
Η πείνα είχε φτάσει στης γης τα πέρατα
τρώγαμε βαλανίδια και ξυλοκέρατα
Κι από τα ξυλοκέρατα βράζαμε τα κουκούτσια
ποτέ τα ποδαράκια μας δε φόρεσαν παπούτσια
Από παντού ή Θάσος είχε αποκλειστεί
σαν ποντικοί στη φάκα είχαμε εδώ πιαστεί
Τίποτα ν' αγοράσεις δεν είχε με λεφτά
μα είχε αεροδρόμιο εδώ το δεκαεπτά
Πέτρες ό κόσμος έσπαζε για λίγη κουραμάνα
μονάχα για τον άρρωστο και για τη μωρομανα
Μες στην Καβάλα ήτανε οι Γερμανοβουλγάροι
οι Καβαλιώτες έφτασαν να τρώνε και γάιδαροι
Τέλος μια μέρα φύγανε οι Γερμανοβουλγάροι
κι οι φούρνοι έβγαλαν ψωμί, μ' άγανο, από κριθάρι
Άρχισαν τα ερείπια να κτίζονται ξανά
νέα ζωή ξανάρχισε κι άνοιξαν τα καπνά
Μπήκα κι εγώ στα μαγαζιά από εννιά χρονώ
χωρίς να είμαι έρημο ούτε και ορφανό
Είχα αδελφές και αδελφό και μάνα και πατέρα
με επταμελή οικογένεια πώς να τα βγάλουν πέρα
Αυτοί οι λόγοι μ' έκαναν ν' αφήσω τη φυλλάδα
γιατί έπαιρνα αρκετά λεφτά κι εγώ κάθε βδομάδα
Δεν πήγα στο γυμνάσιο ούτε και στον Ευκλείδη
τετάρτη του δημοτικού πήγα στον Τσανακλίδη
Γράμματα λίγα έμαθα, να γράφω, να διαβάζω
μα ο Θεός με φώτισε ποιήματα να βγάζω
Τα πιο καλά τα χρονιά μου τα 'ζησα στην Καβάλα
πέρασα χρόνια όμορφα και βάσανα μεγάλα
Με αγαπούσανε πολλές, μικρές, μαθητριουλες
γαλανομάτες, καστανές, ξανθές, Εβραιοπουλες
Μες στην Καβάλα οι κοπελιές με λέγανε μαγκάκι
γιατί φορούσα πάντοτε στραβά το καβουράκι
Και ήμουνα αληθινά πραγματικό μαγκάκι
χόρευα μάγκικο βαρύ κι έπαιζα μπουζουκάκι
Τα στέκια μου ήταν πάντοτε Αμύντα και Σουτζούκι
εκεί έμαθα ζεϊμπέκικο, εκεί έμαθα μπουζούκι
Στην κρίση του τριανταδυό ξερίζωσα βουνά
χιλιάδες είχα βγάλει οκάδες κάρβουνα
Κι ο Θοδωρής, πού τα 'παίρνε, μου 'σπάζε την καντάρα
και στο φινάλε έβγαζε και τη μανέλα τάρα
Ως το τριαντατέσσερα και τέρμα ο αγώνας
μετά την κρίση άρχισε ένας χρυσός αιώνας
Κάποια κοπέλα γνώρισα από το Θεολόγο
χωρίς να θέλω έμπλεξα και έδωσα και λόγο
Το όνομα της ήτανε Κατίνα Ευαγγέλου
είχε κορμάκι λυγερό και πρόσωπο αγγέλου
Μα όλως αναπάντεχα ήρθε ο χωρισμός
αιτία ήταν ή ζήλια της και ο εγωισμός
Καλά ως το τριανταεννιά, μα ήρθε άλλη κρίση
ο δεύτερος ο πόλεμος, την πόρτα είχε χτυπήσει
Τι έχεις βρε Γιαννάκη μου; -Αυτό πού είχα πάντα:
ήρθε το περιβόητο το έπος του σαράντα.
Μας χτύπησαν οι Ιταλοί με πείσμα και μανία
και άρχισε ο πόλεμος μέσα στην Αλβανία
Πήραμε απ' την Κορυτσά ως τους Άγιους Σαράντα
μας χτύπησαν οι Γερμανοί και χάσαμε τα πάντα
Για να τα βάνουμε με δυο, δεν είχαμε αντοχή
κι άρχισε ή οπισθοχώρηση και ήρθε ή κατοχή
Τη χώρα μας την πάτησε του Γερμανού ή μπότα
κι άρχισε ο χειρόμυλος, σκαφίδα και μπομπότα
Κατέβηκαν οι Βούλγαροι, στη Θάσο, στην Καβάλα
στρογγύλια μ' άλλους φόρτωνα στο Μήτκα, στην Καψάλα
Δουλεύαμε σαν είλωτες, μας βγάζαν το ζουμί
σαράντα μέρες δούλεψα, δεν πήρα ούτε δραχμή
Κι έφυγα στην Κεραμωτή, δουλειά εκεί να πιάσω
σε μια μπατόζα βοηθός, ψωμί για να χορτάσω
Μα απ' τα πολλά κουνούπια κι από την υγρασία
με πλάκωσ' ένας πυρετός, βαριά ελονοσία
Γύρισα πίσω στο χωριό, γιατί θε να πεθάνω
μα είμαι και στενάχωρος, κάτι έπρεπε να κάνω
Με γαϊδαρνή υπομονή και με πολλή προσπάθεια
σε λίγες μέρες άρχισα και έκανα καλάθια
Σαν το μελίσσι πλάκωνε ο κόσμος, να τα πάρει
κι αρχίσανε να πέφτουνε τα λέβα με το φτυάρι
Αγόραζα τα πάντα της μαύρης αγοράς
γιατί- πού λέει ο λόγος- μιλούσε ο παράς
Κάποια κοπέλα έκλεψα από τη γειτονιά
ήμουν τριανταδυό χρονώ εγώ κι εκείνη δεκαεφτά
Όμως αυτό πού έκανα ήταν παρανομία
γι' αυτό μας στεφανώσανε με την αστυνομία
Αποδιωγμένοι και οι δυο μακριά από τα σπίτια
να πα' να χτίσουμε φωλιά σαν τα μικρά σπουργίτια
Κάναμε το σπιτάκι μας έξω απ' το χωριό
κι oι δυο μαζί παλέψαμε για το νοικοκυριό
Δυο κοριτσάκια κάναμε πού μένουν στην Καβάλα
το πρώτο είναι κεντήτρια, το δεύτερο δασκάλα
Έψαχνα χρόνια για δουλειά, μα τέλος τήνε βρήκα
και ξέρετε ποια ειν’ αυτή; Ή σύνταξη του ΙΚΑ.
Όμως πολύ κουράστηκα, να το πετύχω αυτό,
μα κάθε μήνα πέφτουνε έξι εφτακόσια οκτώ.


Η διαθήκη μου
Πριν αποθάνω και ταφώ, θ’ αφήσω διαθήκη
τα ποιήματα μ' ν' ακούγονται πετρέλαια και καθίκι
Ν' ακούγονται και ολ' αυτά, πού έγραψα για μένα
θα σας τα πω καλύτερα και πιο συγκεκριμένα:
Έχουμε κάποιον στο χωριό τον λένε μπάρμπα Σταύρο
μεσ' τα κατώγια τριγυρνά να βρει κρασάκι μαύρο
Το άσπρο δεν το κυνηγά ούτε το κοκκινέλι
το θέλει να 'ναι μπρούσικο κι όχι γλυκό σα μέλι
Κι αν είχε όσες έχει πιει μπουκάλες μαύρο οίνο
πολύ μεγάλη θ' άνοιγε ταβέρνα μες στον Πρίνο
Χωρίς λεφτά να πίνανε του Πρίνου οι μπεκρήδες
σα σουρουπώνει, να 'ρχονται, να πέφτουν σαν ακρίδες.



2009 – 23 ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΩΤΑ



Το 11ο από τα 23 «Κόκκινα Φώτα» είναι «Ο καφές» και ανήκει στον μπαρμπα-Σταύρο.

Ο ΚΑΦΕΣ

Μπήκα μες σε μια καφετερία,
που την είχε μια κομψή κυρία,
να κάτσω στον μπουφέ,
με όλα μου τα εφέ,
να πιω έναν βαρύ γλυκό καφέ.
Κάθισα στον μπουφέ,
με όλα μου τα εφέ,
παρήγγειλα βαρύ γλυκό καφέ

Τάκα-τάκα ήρθε η παραγγελία,
που είχα δώσει στην κομψή κυρία.
Ρουφάω τον καφέ,
επάνω στον μπουφέ,
και τότε λέω στην κομψή κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία:

«Ωραίος ο καφές,
ωραίος κι ο μπουφές,
ωραία κι η κυρία που σερβίρει.
Ωραίος ο καφές,
ωραίος κι ο μπουφές,
τραγούδι να της κάνουμε, Αργύρη»

Βγάζω να πληρώσω την κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία,
να δώσω πουρμπουάρ,
να πω κι ορεβουάρ,
και τότε ακούω την κομψή κυρία,
εκείνη που είχε την καφετερία:

«Στο λέω ορθά-κοφτά
δεν θέλω εγώ λεφτά,
δεκάρα τσακισμένη από σένα.
Μον’ θέλω να μου πεις,
και δίχως να ντραπείς,
το τραγουδάκι που έγραψες για μένα».

Μπράβο!

Ωραίος ο καφές…


Αθήνα, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Σωτήρης Κακίσης - Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. Τους στίχους του τραγουδιού "Ο βίος μου" τους αντέγραψα από το site www.nektarios.gr.









Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ


Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Γιάννη Τσαρούχη, το oxy-moron παρουσιάζει σήμερα, τη αρωγή και προσφορά του ποιητή Σωτήρη Κακίση, ένα μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει: συνέντευξη του Σωτήρη Κακίση με τον Γιάννη Τσαρούχη, που δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα Εγνατία τον Νοέμβριο 1981 κι εν συνεχεία συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του ποιητή με τον τίτλο «Αππία Οδός» (εκδόσεις Εξάντας 1982), ένα κείμενο του ποιητή με τον τίτλο «Μικρές Ώρες με τον Γιάννη Τσαρούχη» που δημοσιεύτηκε πρώτα στο μηνιαίο περιοδικό Playboy τον Μάρτιο 1990 κι έπειτα συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο του Σωτήρη Κακίση «48 Μικρές Ώρες και τρία αστυνο-μικρά διηγήματα» (εκδόσεις Εξάντας 1997), έτερο κείμενο του ποιητή για τον Τσαρούχη που δημοσιεύτηκε στο cd «Για Φωνή και Ακκορντεόν» της Μόρφως Τσαϊρέλη και του Ηρακλή Βαβάτσικα (Protasis, 2002), αλλά και στο μπλογκ «Μουσικά Προάστια» (http://www.mousikaproasteia.blogspot.com/) και, τέλος, 3 ποιήματα του Γιάννη Τσαρούχη από τη συλλογή «Ποιήματα 1934-1937» (εκδόσεις Άγρα 1996). Ευχαριστώ θερμά τον Σωτήρη Κακίση για τη βοήθειά του και την παραχώρηση των κειμένων του. Απολαύστε τα!


ΜΕΡΟΣ Ι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ :

«Όλα είναι πάλη και πόλεμος•
και η Τέχνη, και ο Έρωτας»…

Συνέντευξη στον ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ.


Ε: Κύριε Τσαρούχη, αυτές τις μέρες γίνεται στη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη έκθεσή σας, αναδρομική. Τι σημαίνει μια αναδρομική έκθεση ;

Γ.Τ.: Για τον καλλιτέχνη, όπως και για το κοινό, είναι μια καλή ευκαιρία να γνωρίσει την εργασία ενός ζωγράφου. Αλλά μια ιδεώδης αναδρομική είναι κάτι το πολύ δύσκολο, αν όχι ανέφικτο. Δικαίως ή αδίκως, οι συλλέκτες, αυτοί οι δεσμοφύλακες των έργων, πολύ δύσκολα δανείζουν. Συχνά μάλιστα, ορισμένα έργα δε μπορεί να τα βρει κανείς γιατί έχουν αλλάξει χέρια.

Ε: Αυτή η έκθεση είναι πλήρης ;

Γ.Τ. Εις αριθμόν, όχι. Σε αντιπροσωπευτικότητα όμως είναι αρκετά καλή. Τα κομμάτια που έχει το Ίδρυμά μου και που αυτή τη στιγμή για λόγους ασφαλείας είναι στην τράπεζα στη Γαλλία και στην Ελλάδα, είναι τουλάχιστο χίλια, ακορνίζωτα φυσικά ή ατελάρωτα. Είναι κόπος κι έξοδα το κορνίζωμα, κι επί πλέον δυσχεραίνει την αποθήκευσή τους. Μια έκθεση με όλα τα έργα του ζωγράφου εν τούτοις, όσο ενδιαφέρουσα και να ‘τανε, θα ‘τανε κουραστική και θ’ απευθύνετο μόνο στον ειδικό που θέλει να μελετήσει και να βγάλει συμπεράσματα. Πιο ανθρώπινο πράγμα είναι μια αναδρομική που γίνεται με επιλογή κάποιου υπεύθυνου.

Ε: Η πρώτη σας έκθεση έγινε βέβαια στην Αθήνα, πριν απ’ τον πόλεμο. Στην οδό Νίκης.

Γ.Τ.: Ναι. Αλλά πριν από αυτή γίνανε δύο μικρές, στην οδό Νικοδήμου, στο Άσυλο Τέχνης του Βέλμου. Η μια ήταν μια σκηνογραφία για τις Φοίνισσες, κι η άλλη είχε σπίτια της Παλιάς Αθήνας. Αυτές γίνανε το 1928-29, και της οδού Νίκης γίνηκε το '38. Ήθελα να εκθέσω νωρίτερα, κι επειδή ανεβλήθη η έκθεση ο διευθυντής της γκαλερί θέλησε να με σκοτώσει. Έκανα τρεις μήνες κλινική και δύο εγχειρήσεις για να επιζήσω. Κατά την Απελευθέρωση μεταμελήθη κι εζήτησε δημοσία συγγνώμη. Όπως βλέπετε, έχω πικράν πείραν από τους διευθυντές γκαλερί. Αργότερα, αρκέστηκαν να με ληστέψουν, όχι όμως και να με σκοτώσουν !
   Οι κριτικές ήταν διχασμένες τότε. Οι περισσότεροι έγραψαν ότι δεν ξέρω να ζωγραφίζω. Και μου πρότειναν να μελετήσω τους ζωγράφους Κόντογλου και Παρθένη, που κατά σύμπτωση ήταν δάσκαλοί μου και μ’ εκτιμούσαν πολύ. Υπήρχε όμως και η αντίθετη άποψις. Όπως του ποιητού Αναστασίου Δρίβα που έβλεπε ότι εξευγενίζω τη λαϊκή τέχνη, και του Δημήτρη Καπετανάκη, του οποίου η ενθουσιώδης κριτική δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ζυγού, αναδημοσίευσις από τα Ελληνικά Γράμματα. Γι’ αυτόν ήμουν ο τερατώδης έφηβος που επιστρέφω στις πηγές.
  Επούλησα μόνο δύο έργα. Στον ίδιο που μου ‘χε δανείσει την αίθουσα. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης Παπαντωνίου είπε ότι είμαι αφηρημένος κι ότι πρέπει να κάνω τοπία. Ένας άλλος έγραψε ότι κάθε μου έργο είναι κι ένας παλιάνθρωπος. Εκείνη την εποχή για να ζήσω έπρεπε να κάνω σκηνικά στα θέατρα. Λάθος μεγάλο, γιατί διάλεξα ως βιοποριστικό επάγγελμα ένα επάγγελμα που ζητούσε πάλι την υπογραφή μου και την ευθύνη μου την πνευματική. Τα όσα τράβηξα στο θέατρο τα ξεπλήρωσε η σκηνοθεσία που έκανα των Τρωάδων, όπου παρουσιάστηκα όπως είμαι κι όχι όπως με ήθελε το ξενόδουλο θέατρο.

Ε: Στη Θεσσαλονίκη που κάνατε μια έκθεση το 1949 περνούσατε την περίοδο του ανατολικού εξπρεσσιονισμού.

Γ.Τ.: Ναι. Στη Θεσσαλονίκη εξέθεσα έργα του 1948, ενώ οι τάσεις μου εκείνη την εποχή ήταν νατουραλιστικές. Ήταν έργα που εσήμαιναν επιστροφή στις αναζητήσεις του '37. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσίασα τη Θεσσαλονίκη. Ούτε όμως και την Αθήνα ενθουσίαζα εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό ο ενθουσιασμός που μου δείχνουν σ’ όλες τις πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού πια με εκπλήσσει και με αφήνει σε απορία. Το γιατί των θεατών αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν σα να μου λέγανε, -Γιατί το ‘κανες αυτό; Ό,τι έβγαινε από χαρά κι ενθουσιασμό φαινόταν στους άλλους σα μία κακή πράξις.
  Επίσης με τρομάζουν οι τιμές που ζητούν σήμερα οι έμποροι. Να σκεφτεί κανείς ότι μεταξύ '45 και '47, μες στους ανεκπλήρωτους πόθους μου που έγραφα σ’ ένα χαρτί, ήταν και το όνειρο ν’ αποκτήσω μία σκούπα κι ένα φαράσι. Να μη μιλήσω για τα άλλα, τα πιο δυσκολοπραγματοποίητα όνειρα: ν’ αποκτήσω μια σόμπα που να λειτουργεί κι ένα καθρέφτη μεγάλο. Το ιδανικό τότε ήταν να πουλήσεις ένα έργο μισή ή μία λίρα. Όταν το κατάφερνες, αμέσως ξυπνούσαν οι τύψεις κι οι φόβοι ότι πούλησες ακριβά και θα σε θεωρήσουν απατεώνα.
  Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, σε μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής.

Ε: Μιλήσατε για τη σκηνογραφία και το θέατρο. Σε τι σχέση τα βλέπετε με τη ζωγραφική σας;

Γ.Τ.: Το θέατρο μ’ ενδιαφέρει ίσως περισσότερο απ’ τη ζωγραφική, αν και με φοβίζει. Συμφωνώ με τη Μανιάνι που έλεγε πως το θέατρο είναι κάτι το θεϊκό, αλλά το επάγγελμα του θεάτρου είναι απαίσιο. Με τη ζωγραφική πολεμάς το φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, τη μικρότητα. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς. Πρέπει να ‘σαι διπλωμάτης και ψυχαναλυτής. Θηριοδαμαστής και απατεών. Και συχνά οι ηθοποιοί δε στο συγχωρούν ποτέ ότι τους έβγαλες απ’ τα νερά τους.
  Όλα είναι πάλη και πόλεμος, και η τέχνη, και ο έρωτας, αλλά στο θέατρο ο αγώνας είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να παλέψεις με τους ηθοποιούς, πριν παλέψεις με το κοινό.
  Μετά τους Τρωάδες, που τρόμαξαν κι ενθουσίασαν συγχρόνως, έχω στα σκαριά δύο άλλες τραγωδίες, διαφορετικές η μια απ’ την άλλη. Και ως έργα, και ως αντίληψη ανεβάσματος. Είναι οι Επτά Επί Θήβας κι ο Ορέστης.

Ε: Και με τις Βάκχες, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχετε ασχοληθεί;

Γ.Τ.: Στη Γαλλία μόνο. Είχα το θράσος να κάνω μια μετάφραση στα γαλλικά, που παίχτηκε στο Αβινιόν. Δε δούλεψα ως σκηνογράφος γιατί δε μου άρεσε ο σκηνοθέτης. Έχω κάνει όμως πολλές μακέτες για κοστούμια και σκηνικά του ίδιου έργου. Θα εκτεθούν στις εκθέσεις του Ιδρύματος.

Ε: Εννοείτε πάντα το Ίδρυμα Τσαρούχη.

Γ.Τ.: Ο τίτλος είναι πομπώδης και μου θυμίζει την παροιμία: κι η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες. Πρόκειται για μια αποθήκη, αρκετά αεροστεγή, αρκετά υδατοστεγή, στην οποία θα αποτεθούν, εκτός εμπορίου, όσα έργα δεν αναγκάστηκα απ’ τη βιοπάλη να πουλήσω.
  Χάρις στην κακογουστιά των αγοραστών και των εμπόρων έχω κρατήσει μια πολύ καλή συλλογή. Μερικά είναι ημιτελή, ίσως αυτά είναι απ’ τα καλύτερα. Όπου, το μήνυμά μου, εκείνο που έχω να πω, δεν έχει στανική δουλειά. Έχω όλες τις σκηνογραφίες που το εμπορικό θέατρο δε δέχτηκε να πραγματοποιήσει. Την πρώτη ιδέα πολλών έργων μου. Και έργα απολύτως τελειωμένα, ολοκληρωμένα, τα οποία δε θέλησα να πουλήσω. Συμφωνώ με το δημοτικό τραγούδι: τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται. Κι είναι στιγμές που νομίζω ότι είμαι αντρειωμένος.

Ε: Για να ξανάρθουμε στο θέατρο. Τι σας τραβάει στην αρχαία τραγωδία;

Γ.Τ.: Εν γνώσει ότι γίνεται μια τυμβωρυχεία ή κάτι σαν τέτοιο, νομίζω ότι η αρχαία τραγωδία είναι πολύ επίκαιρη. Γιατί όλες οι αρχαίες τραγωδίες ασχολούνται μ’ ένα θέμα που δεν έχουμε πάντοτε συνείδησή του, αλλά που υπάρχει και μας βασανίζει. Είναι η σχέση του ανθρώπου με το Κράτος. Ο ανταγωνισμός του με την Αρχή. Όλες οι τραγωδίες, όποιο θέμα και να ‘χουν, αυτό υπονοούν. Στην Αντιγόνη είναι πολύ φανερό, αλλά κι ο Οιδίπους δεν πάει πίσω. Δείχνει το ίδιο το κράτος να κατρακυλάει και να ελέγχεται το αλάνθαστό του.
  Στον Ορέστη, που είναι ένα έργο σαν του Γκόγια τους πίνακες, οι μεγάλοι και οι βασιλιάδες δείχνονται μικρά ανθρωπάκια. Στους Επτά Επί Θήβας το ίδιο. Ο αντιφεμινιστής Ετεοκλής, που μισεί και περιφρονεί τις γυναίκες, μαθαίνει τι είναι σωστό από τις γυναίκες. Ένας τον έβλαψε αυτόν, ο Πολυνείκης, κι εκείνος τα ‘βαλε μ’ όλο τον κόσμο. Σ’ αυτό συμφωνεί με τη Βίβλο που καθαρά το λέει: «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας επί υιοίς ανθρώπων οις ουκ έστι σωτηρία.»
  Όλο το αρχαίο θέατρο είναι μια ηδονική αναρχία, που συνδυάζεται παράξενα με μια πνευματική πειθαρχία. Ωραία πράγματα, πώς να μη μ’ αρέσουν!

Ε: Αναφέρατε το φεμινισμό. Τι γνώμη έχετε για το φεμινισμό, παλιό ή σημερινό;

Γ.Τ.: Ως καλλιτέχνης, και μάλιστα Έλληνας καλλιτέχνης, ανήκω στην τάξη των καταδιωγμένων και έχω συμπάθεια προς κάθε άνθρωπο του οποίου αμφισβητείται η ελευθερία και η ακεραιότης. Η σημερινή γυναίκα αγωνίζεται δικαίως για πολλά πράγματα που της τα αρνούνται κακώς.
  Αλλά υπάρχει κι η άσχημη πλευρά του ζητήματος: να έρχονται οι γυναίκες σε αντιζηλία με ό,τι κακό έκαναν οι άντρες, είναι απαίσιο. Και πρώτα, σε αντιζηλία με το τσιγάρο. Η αντιζηλία σ’ ένα είδος Δονζουανισμού, ξεπερασμένου ήδη από τους άντρες, δεν ενθουσιάζει κανέναν. Η σημερινή γυναίκα θέλει να στρατεύεται, θέλει να γίνεται χωροφύλακας, να φοράει παντελόνια. Όλα αυτά έχουν πάψει να είναι ιδανικά αντρικά. Θέλει να μπαίνει στο Άγιο Όρος, ενώ το φυσικό θα ‘τανε να κάνει μοναστήρια που να μην μπαίνουν οι άντρες.
  Για να γίνει σοβαρό κίνημα ο φεμινισμός, πρέπει να αναθεωρήσει πολλές ανόητες επιδιώξεις του. Κάθε κίνημα που βασίζεται στην αντιζηλία είναι κακό. Τα φυσικά δικαιώματα είναι μια πιο στέρεη βάσις για κάθε είδους επιδίωξη.

Ε: Κι οι επιδιώξεις για τη διατήρηση του περιβάλλοντος, την πρόληψη των καταστροφών, για τις οποίες πάντα φωνάζετε;

Γ.Τ.: Είναι αφέλεια να νομίζουμε ότι όλα θα σωθούν με σωστά νομοσχέδια. Όταν ένας λαός θέλει να καταστρέψει τις πόλεις του, κανένα νομοσχέδιο δεν τον σταματάει. Οι πιο πολλοί Αθηναίοι θέλησαν να καταστρέψουν την Αθήνα. Και το κατάφεραν. Συνήθως το κράτος ψηφίζει νόμους για ν’ αρέσει στο κοινό, να περιποιηθεί τον πελάτη του.
  Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Έλληνες, αν όχι όλοι, επιθυμούν την ασυδοσία που τους έδωσε ο Παπαδόπουλος. Και κάθε κυβέρνηση αναγκάζεται στο τέλος να ενδώσει. Η ασχήμια των Αθηνών και κάθε άλλης πόλεως είναι ένα λαϊκό αίτημα που αλίμονο σ’ αυτόν που δε θα το σεβαστεί. Ό,τι κατεστράφη στις πόλεις είναι έργον των πλουσίων και της αρχούσης τάξεως. Το παράδειγμα το ακολουθούν ως συνήθως οι πτωχότερες τάξεις, κι έτσι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Αν οι μεγάλες πόλεις γκρέμιζαν τα άσχημα σπίτια τους, ασφαλώς η επαρχία θα επηρεαζότανε.
  Αλλά είναι άδικο να ζητάμε απ’ την επαρχία να είναι εύτακτη και γραφική, κι η Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη να κάνουν ό,τι τους καπνίσει. Είναι χοντροκοπιά να υπάρχουνε «γραφικά» παραδοσιακά σύνολα για να πηγαίνεις να τα βρίσκεις με το Ι.Χ. και να ξεκουράζεσαι, για ν’ αποφύγεις την ασχήμια που εσύ ο ίδιος δημιούργησες από φιλοχρηματία.*


_________________________________
* Έτρεχα μια βδομάδα στις εκκλησίες για να εντοπίσω το χωρίο απ’ τους Ψαλμούς που μου είχε αναφέρει ο Γιάννης Τσαρούχης.
  Η συνέντευξη δόθηκε στις 24 Οκτωβρίου και δημοσιεύτηκε χωρίς λάθη τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 1981. Η σελίδα της εφημερίδας αντί να περιλάβει φωτογραφίες κι άλλων έργων του ζωγράφου, όπως είχα φροντίσει να στείλω εγώ, έκλεινε με άρθρο για τον Φερνάν Λεζέ, ώστε να είναι τελείως «εικαστική»…


ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ,

Με τον Γιάννη Τσαρούχη
(του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ)



Αυτή η Ελληνίς λοιπόν που σας έλεγα είχε καθήσει στα πόδια της τον μονογενή της με τα στρατιωτικά ρούχα και, επειδή ήταν πληγωμένος λίγο, τον εφρόντιζε και τον εχάιδευε. Εκείνος πάλι τα εδέχετο όλα αυτά τα χάδια και δε μιλούσε. Πρέπει να εξηγήσω πως και οι δυο τους ήταν έτοιμοι να πάνε να σκοτωθούν για ιδέες και ιδεολογίες, καίτοι ταπεινοί. Αλλά και οι δύο εσιωπούσαν γιατί αυτά τα χάδια τους άρεσαν, δοθέντος ότι κι ο πόλεμος είναι ένα από τα μέσα της ευτυχίας και όχι το μόνο. Επαναλαμβάνω, θα σας φανεί περίεργο αυτό για ρωμηούς, αλλά πράγματι ήταν αποφασισμένοι να αποθάνουν για ιδεολογίες αυτοί οι Έλληνες. Και η απόδειξις εδόθη σύντομα. Όταν ακούστηκαν οι μαλαματένιες σάλπιγγες του Αχιλλέως, ενώ η μητέρα, αν θυμάμαι καλά, έστριβε το μουστάκι του παιδιού της και αυτός ψιθύριζε κάτι, αυτό που δε θα πιστεύατε γίνηκε. Η μητέρα τινάχτηκε με πολλή ησυχία και ο γιος έτρεξε προς το σκοτάδι που ακουγόταν η μουσική. Το σκοτάδι όμως ήταν ένας τοίχος σιδερένιος και εκεί απάνω εράγισε άσκημα το κεφάλι του και πέθανε ο στρατιώτης. Τότε φυσικά η μητέρα τον έκλαψε πολύ πικρά, πολύ πικρά (…)



  Αυτός ο Έλλην που λέω να σας πω, αυτός ο Έλλην που ξέρετε και σας ξέρει, δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Τα λόγια του και το βλέμμα του είναι πάντα γύρω μας προστατευτικά και ήρεμα. Τα έργα κι οι ημέρες του έχουν φως ανέσπερο, φως ειδική παραγγελία για το βαθύ σκοτάδι, τρόπο σωτήριο για τις Μικρές Ώρες της ψυχής, τις κυκλωτικές και επίμονες.

  Ο Γιάννης Τσαρούχης μπόρεσε με ζωή και ζωγραφική και σκέψη διαρκώς προς το φως να επεκτείνει το χρόνο του, να κλέψει απ’ το δικό μας χρόνο λίγο και να μας τον επιστρέψει πιο εύφορο και πιο ουσιαστικό, με τόκο κι επιτόκιο τις ιδέες του τις καθαρές και κομμάτια του εαυτού του σαν από θαύμα, πέντε άρτους που χορταίνουν πέντε χιλιάδες ανθρώπους, πέντε ψαράκια που φτάνουν για πέντε χιλιάδες ψυχές.

  Το πνεύμα του Τσαρούχη ήταν αυτό που κυριάρχησε στη ζωή του (και στη ζωή μας) τα τελευταία χρόνια, πάνω κι από τη ζωγραφική του, δίπλα-δίπλα με τα έργα του. Οι κουβέντες του ήταν σαν νέα έργα, εξίσου όμορφα, εξίσου αποτελεσματικά. Το χιούμορ του, ακόμα και τις πιο δύσκολες ώρες, η εγρήγορσή του δηλαδή, ήταν σαν άλογο ατίθασο, απείθαρχο, ανίκανο να καταλάβει τη δύναμη οποιουδήποτε χαλιναριού: άτι αεράτο κι άγριο, αδιάφορο για την ασφάλεια του αναβάτη του, των γύρω του ιπποκόμων. Μπορούσε στην αμετανόητη πορεία του προς το φως και στη χωρίς κανέναν συμβιβασμό κατάδυσή του προς το Κέντρο της Ψυχής να ποδοπατήσει τα περιχαρακωμένα απ’ τις αδυναμίες τους πρόσωπα, να αποκαλύψει βίαια τις συσπειρώσεις των ψεμάτων και της ανειλικρίνειας.

  Θυμάμαι τον Λουίς Μπουνιουέλ κάθε φορά που σκέφτομαι τον Γιάννη Τσαρούχη. Θυμάμαι πως μ’ αυτούς τους δύο είχα πάντα την αίσθηση ότι ήταν δύο άτακτά παιδιά, κυκλωμένα από ένα περιορισμένης ηλικίας σώμα. Μ’ αυτούς τους δύο βεβαιωνόμουνα συνέχεια γι’ αυτό που λένε, ότι η καρδιά, άμα το θέλεις πραγματικά, δεν γερνάει ποτέ. Ότι η καρδιά και τα μάτια κι ο νους δεν πνίγονται με το ναυάγιο των άλλων μελών του εαυτού μας, δεν ακολουθούν το κορμί στη φθορά του. Για να είμαι όσο γίνεται ακριβής: τα μάτια κι ο νους, η καρδιά πετάνε τη σκούφια τους να τραβήξουν για την αντίθετη κατεύθυνση, για την παραδείσια παιδική ηλικία, όπου όσα είναι να γίνουν γίνονται και όσα είναι να ειπωθούν λέγονται ελεύθερα και δραστικά.

  Ο Γιάννης Τσαρούχης ο Ποιητής αδιαφόρησε συγκινητικά για το γήρας του σώματός του, για τις επίπονες αρρώστιες. Αδιαφόρησε προπαντός για το γήρας των γύρω του, για την επισφαλή ησυχία της παραδόσης, της υποχώρησης. Κορόιδεψε πάντα το φόβο για το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, που πετσοκόβει τα αισθήματα, που κάνει τους ανθρώπους εγωπαθείς και ηττημένους, γεροντάκια τσιγκούνικα και ταμπουρωμένα. Σαν να ‘χε πιει όλο το ελληνικό φως με τη μία, φώτισε με τη σειρά του τα πράγματα αλλιώς, αναπαλαίωσε συχνά τις μοντέρνες και φτηνές ανησυχίες των πολλών. Ανακαίνισε ως τεχνίτης της φιλοσοφίας λυρικός τις αραχνιασμένες, τις ξεχασμένες αξίες μας.

  Δεν του αξίζουν του Τσαρούχη οι επικήδειοι, τα μνημόσυνα, τα αφιερώματα. Αυτός που ήξερε πώς να χαθεί μες στο λυτρωτικό χάος του χρόνου, ελεύθερος σήμερα πια, αυτή την ώρα που μιλάμε, απ’ του θνητού του σώματος τον περιορισμό, ούτε στ’ όνομά του το συμβατικό δεν κρατιέται, ούτε στην περασμένη, προσωπική του κίνηση. Διαχέεται στη νοοτροπία και στις ευαισθησίες όλων μας, κινεί τα χέρια μας λίγο κι αυτός, διορθώνει αόρατος νέους που προσπαθούν να ζωγραφίσουν, που μπερδεύονται, που δεν ξέρουν, που ψάχνουν κι αυτοί ένα φως.

  Με μια παρένθεση, με μια παράβασή του, στον Μπολιβάρ, ο Εγγονόπουλος λέει καλύτερα αυτό το τελευταίο που πάω κι εγώ να σας πω για τον Τσαρούχη:

Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρινό, σε χρόνια λίγα
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινήση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογι-
ζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
_________________________________
*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό PLAYBOY τον Μάρτιο του 1990.



ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Όλο Αέρα
(του ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚίΣΗ)

Μια ιστορία: ήμουνα τότε στην EMI. Στις τέσσερις το πρωί, ένα πρωί, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, τέτοιες ήσαν οι ώρες του. «- Θέλω μια χάρη από σένα. Για τη ‘Σκοτεινή Μητέρα’ θέλω να μου γράψει κάτι στο εξώφυλλο ο Τσαρούχης». «- Γιατί δεν τον παίρνεις ο ίδιος στο τηλέφωνο; Πιο καλά δεν θα είναι;» «- Όχι». «- Γιατί;» «- Γιατί ντρέπομαι! Του ’χω πάρει για μια δουλειά εκατόν είκοσι σλάιντς με όλα του τα έργα, και τα έχω χάσει! Δηλαδή εδώ μέσα κάπου θα ’ναι αλλά δεν μπορώ να τα βρω» «- Τι σε κάνει να πιστεύεις πως εγώ θα τα καταφέρω;» «- Θα τα καταφέρεις».

Πήρα το Φασιανό με το πρώτο φως του ηλίου. Το και το. «- Πάμε μαζί», είπε ο Αλέκος. «- Αφού το θέλει ο Χατζιδάκις».

Πήγαμε, μπήκαμε. Λίγο καιρό πριν φύγει. Τα μυαλά του, βέβαια, τα ’χε ακόμα τετρακόσια. Μια χάρη: «- Ο Χατζιδάκις…» «- Μου ’χει πάρει εκατόν είκοσι σλάιντς μ’ όλα μου τα έργα, και μου τα ’χει χάσει!» «- Δεν τα έχει χάσει. Στο σπίτι του είναι, υποσχέθηκε πως θα τα ψάξει με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά, επειδή το σημείωμα επείγει, ο δίσκος βγαίνει…» «- Πάρτε χαρτί, κύριε Κακίση». Πήρα. Άρχισε να μου υπαγορεύει:
«- Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ένας διεθνούς φήμης απατεών …».
Ο Αλέκος Φασιανός απέναντί μου χλόμιασε, το χέρι το δικό μου άρχισε να τρέμει. Ο Τσαρούχης απτόητος συνέχισε: «Άνω στιγμή: Είναι ικανός να σε πείσει πως ακούς κινέζικη μουσική, χωρίς να ’χει πάει ποτέ στην Κίνα!» …Πήγανε οι ψυχές μας στη θέση τους. Μας πιάσανε και τους τρεις τα γέλια.
Αυτό το κείμενο του Τσαρούχη, λίγο πιο ήπιο, με ακριβώς όμως το ίδιο νόημα, την ίδια κεντρική ιδέα, υπάρχει στο δίσκο με τη Φαραντούρη, δείτε το…
Κι εδώ εγώ αυτό πάλι ήθελα να πω: Πας παντού, με την καλή μουσική, με τα αισθηματικά τραγούδια, με δύο έξυπνες, αιώνια νέες νότες. Και στην Κίνα τη μακρινή του Μάρκο Πόλο, και στην Κορσική του Ναπολέοντα, και στο Παρίσι του Ουγκώ, και στο Λονδίνο του Έλιοτ, και στη Ρώμη του Ρότα, και στην Αμερική την Πάνω του Ντην Μάρτιν, και στην Αμερική την Κάτω της Λύντια Μεντόζα, παντού. Μένοντας εδώ, σταλαγματιά-σταλαγματιά. Πάντα ξανά, πάντα η ταινία θα ’ναι το Οκτώμιση. Σ’ άγνωστες χώρες, τόσο δικές μου. Που λέγονται Μπήτλς. Που λέγονται Φελλίνι. Που λέγονται Χατζιδάκις. Που λέγονται Πιατσόλα.

Που λέγονται μ ο υ σ ι κ ή.

Που η επικράτειά τους είναι όλος ο άλλος κόσμος. Ο όλος αέρα.

Ο όλος φως. Ο όλος θάλασσα.

__________________________________
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο cd Μόρφω Τσαϊρέλη - Ηρακλής Βαβάτσικας «Για φωνή και ακκορντεόν» (Protasis, 2002).



ΜΕΡΟΣ IV
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1934-1937
Οι κόρες του άρματος, χοντρές και ωχρές, με λίπη
θαύματα ψυχικής ευαισθησίας, εβγήκαν τρεχάλα από
την εκκλησία ξυπόλητες, με τα νυχτικά τους κίτρινα,
μωβ, φυστικιά κι έτρεχαν αρκετά ιδρωμένες προς τους
σκονισμένους δρόμους και τις πλάκες του δρόμου,
άλλες κατά το δρόμο της Ελευσίνος, κοντά στην παρα-
λία, την ώρα που έδυε ο ήλιος και τις ετουφέκισαν, υπό
τους ήχους του Λεβιάθαν.
1936


Μακριά από το εργοστάσιο της κόλλας και το κό-
σμημα της χρυσής καρδιάς, κάθομαι στο πανύψηλο σπίτι
της παραλίας κλαίων απαρηγόρητος και πίνοντας το πο-
τήρι της καλής παρηγοριάς.
1936



Μόνο το όνειρον δημιουργεί αδιέξοδα και φόβους,
ανάλογους με τον ορθολογισμό. Μόνο αυτό δίνει σημα-
σία σ’ ό,τι δεν έχει τόσον πολύ.
1936




Αθήνα, 7 Ιουνίου 2010


ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ
και (για την αντιγραφή)
ΦΩΤΗΣ ΜΠΑΤΣΙΛΑΣ
____________________________________
Στις φωτογραφίες, κατά σειρά: 1. Ο Γιάννης Τσαρούχης, 2. «Ο Χορός στο Θέατρο» (1968), 3. «Άνοιξις» (1970), 4. «Πέρσες» (Τσαρούχης, Κουν), 5. Δεκέμβριος (1972), 6. «Ο Κήπος του Τεριάντ» (1961), 7. Ο Γιάννης Τσαρούχης με τον Σάμουελ Μπέκετ (Μαρούσι, 1966), 8. Νίκος Ζαχαρίου, Μαρία Κάλλας, Αλέξης Μινωτής, Γιάννης Τσαρούχης (Ντάλλας, «Μήδεια»), 9. «Η Θυσία της Ιφιγένειας» (1955).