Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΙΣΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΚΙΣΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Τα Ραδίκια Ανάποδα...





Γιώργος Γαλίτης, Τα Ραδίκια Ανάποδα

Έχει πλάκα τελικά ο θάνατος… Τόση πλάκα που μπορεί και… να πεθάνεις κι από τα γέλια! Ειδικά όταν αποδίδεται μέσα από 13 επικήδειους-μονόπρακτα σαν αυτούς-αυτά που απαγγέλλει-ερμηνεύει ο Γιώργος Γαλίτης κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Ζίνα (Λ. Αλεξάνδρας 74 -πρώην κινηματογράφος), στις 21:13 ακριβώς (!), σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Κυριακίδη και κείμενα του ίδιου του Γαλίτη.


Η αρχή γίνεται με τον ίδιο τον Χάρο αυτοπροσώπως κι η συνέχεια είναι… εκπληκτική! 13 επικήδειοι, ένας κι ένας, κι η σάτιρα σ’ όλο της το μεγαλείο: απ’ τις αγαθοεργίες μιας πλούσιας χήρας που είναι φειδωλή διότι… δεν θέλει να προκαλεί, έως τις κουλτουριάρικες αναζητήσεις ενός χωριάτη που, σχεδόν αγράμματος, περνάει τις νύχτες με τους ανάλογου πνευματικού επιπέδου φίλους του βλέποντας την Θυσία του Ταρκόφσκι και διαβάζοντας το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν! Μια σάτιρα που δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τους ταγούς της ελληνικής κοινωνίας, τον Κλήρο και τον Στρατό, που απαιτούν αυστηρά ήθη αλλά… μόνο για τους άλλους, αλλ’ ούτε και τους πολιτικάντηδες ή τον μικρόκοσμο των ανθρώπων της Τέχνης, την Έπαρση και τον Φθόνο που τους διακατέχει, ή αυτόν ενός μικρολωποδύτη ή ακόμη κι ενός ράπερ, ενός μάγειρα-καρικατούρα μιζέριας (δεεεεν πειράζει…) ή ενός… δημοσίου υπαλλήλου (καταλαβαίνετε τι εννοώ..).


Το χιούμορ του Γαλίτη… θανατηφόρο (!) κι ο ίδιος, ως ηθοποιός, ξεδιπλώνει το τεράστιο ταλέντο του και τις πραγματικά πολύ μεγάλες δυνατότητές του (η αλλαγή και μόνο ενός ρούχου σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για άλλον ηθοποιό, τόσο πειστικά περνάει από ρόλο σε ρόλο! –κι εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα και στην σκηνοθεσία του Κυριακίδη). Η εν γένει παρουσία του ευχάριστη και οι κινήσεις του σώματός του απολύτως εκφραστικές, «συμμορφώνονται» πλήρως στις απαιτήσεις ενός εκάστου τύπου που ο ηθοποιός ενσαρκώνει. Βλέποντας τον Γαλίτη στο συγκεκριμένο έργο να ερμηνεύει αυτά τα 13 μονόπρακτα, σου δημιουργείται η εντύπωση ότι βλέπεις έναν κωμικό ηθοποιό που κινείται μεταξύ του Λαζόπουλου και του Πανούση. Μόνο που, ενώ η ευστροφία του Τζιμάκου υπάρχει στο ακέραιο, λείπει –ευτυχώς- η ευτέλεια του Λαζόπουλου…


Ο Γαλίτης αποδεικνύει με τις ερμηνείες και τα κείμενά του ότι μπορείς να διασκεδάσεις με τον θάνατο δίχως… μακάβρια αστεία, και να ξεσπάσεις σε γέλια δίχως «πορδές» και άλλα κακόγουστα «βοηθήματα». Όσοι δεν είδατε την παράσταση, σπεύσατε και δεν θα χάσετε. Διότι αν δεν δείτε τα ραδίκια ανάποδα, δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε πόση μα πόση πλάκα έχει η… ζωή! Ζωή σε λόγου σας, λοιπόν, ή όπως λένε οι συντελεστές του έργου, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε!

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας


Υ.Γ. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι του Σωτήρη Κακίση, ενώ τις υπόλοιπες βρήκα στη σελίδα της παράστασης στο facebook.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ



Συνεχίζουμε σήμερα τις Αντιγραφές, ύστερα από μια σχετικώς μακρά περίοδο σιωπής, και σας παρουσιάζουμε ένα ακυκλοφόρητο έως τώρα διήγημα, τους Μεταξοσκώληκες του αγαπημένου φίλου μας Δημήτρη Παπαθέου (υπενθυμίζουμε ότι πάλι με κείμενα του Παπαθέου ξεκίνησε η στήλη, πριν από δύο περίπου μήνες). Την εικονογράφηση της ανάρτησης επιμελήθηκε ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης. Απολαύστε το διήγημα:



Αντιγραφές, μέρος 6: Δημήτρης Παπαθέου, ΜΕΤΑΞΟΣΚώΛΗΚΕΣ
(Μεσολόγγι, Σεπτέμβριος 2012 -ακυκλοφόρητο)

            Ο Νίκος ο Κορδόσης από τη μία, που άνοιξε αυτή τη μανιέρα να φέρνει στο σήμερα το παλιό καλό Μεσολόγγι, και ο Σπύρος ο Πάικος, ο συμμαθητής μου από το Δημοτικό, που ιδιαίτερα αγαπώ στη ζωή μου, και στην Αθήνα σε κάθε εξέταση που κάνω Φάντης μπαστούνι δίπλα μου βρίσκεται και με τσιγκλάει κι αυτός για τα παλιά, και του ’στειλα χτες το βιβλιαράκι μου τον «Ντόρο», που είχα αστοχήσει και δεν το ’χε, αυτές τις μέρες όλο πίσω στέλναν τη σκέψη μου, και μέσα στ’ άλλα θυμήθηκα την εκτροφή μεταξοσκωλήκων που κάναμε εκεί γύρω στα χρόνια του Δημοτικού στις «Σκοτεινές», στα δωμάτια των σπιτιών που χρησίμευαν για χίλιες δουλειές όπως ξέρετε.

Ο αδελφός μου, που το συζήτησα σήμερα λέγοντάς του πως θυμάμαι τη μάνα στη διαδικασία που ευθύς θα προσπαθήσω να θυμηθώ και για σας, μου είπε ότι όλα ξεκίνησαν απ’ αυτόν και το σχολείο που το διδάχτηκαν κι ο δάσκαλος τους είχε προτρέψει να το κάνουν στα σπίτια τους. Τέλος πάντων, η ουσία παραμένει η ίδια και πολύ χαίρομαι που σας παιδεύω μοιράζοντάς τη μαζί σας.

Για τις λεπτομέρειες ξέρετε εσείς, μπείτε στο Google και βρέστε ακριβώς πώς και γιατί γινόταν, κι αφήστε μόνο το κομμάτι της ψυχούλας ενός παιδιού του Δημοτικού να απευθύνεται στις δικές σας ψυχές, που πρέπει -για τις ανάγκες της συνεργασίας- να τρέξουν κι αυτές στα δικά τους χρόνια του Δημοτικού. Αλλιώς δεν γίνεται στο FB όπως όλοι ξέρουμε. (Έτσι δεν είναι, Ελένη και Δημήτρη και λοιποί FB-τες;).

Έξω από την πόρτα της κουζίνας στην αυλή μας ήταν μια τεράστια μουριά που είχε τρεις χρησιμότητες κατά προτεραιότητα: η πρώτη ήταν να κόβει βέργες η μάνα μας και να μας τις βρέχει, στ’ αγόρια κυρίως, όταν της φέρναμε τη χολή στα μάτια. Η δεύτερη να τρώμε υπέροχες μούρες εμείς κι όλα τα παιδιά που κλέβανε ελεύθερα, κι η τρίτη για να τρώνε τα φύλλα της οι μεταξοσκώληκες που ζούσαν σ’ ένα ξύλινο παλιό τραπέζι στη Σκοτεινή. Αυτούς τους πιάνανε μικρά σκουληκάκια στα δέντρα, τα εγκαθιστούσαν στη Σκοτεινή γιατί το φως τα τύφλωνε, στα πρώτα στάδια τρώγαν τα μουρόφυλλα ψιλοκομμένα από τις γυναίκες του σπιτιού και σιγά-σιγά μεγάλωναν και γίνονταν σαν το δάχτυλό μου μεγάλα άσπρα, σαν το χιόνι σκουλήκια, αν και αυτός ο όρος πολύ τους αδικεί, καθώς ήταν πανέμορφοι και τους χαϊδεύαμε και μόνο σιχαμένα δεν ήταν, αντίθετα σαν από τα πιο όμορφα οικόσιτα πλάσματα του κόσμου ήταν και πολύ τους άρεσε η περιποίηση και, αν θέλετε πιστέψτε το, αλλιώς αντιδρούσαν σε καθένα μέλος της οικογένειας, και στη μάνα μας, που το παρατσούκλι που της είχαμε ήτανε «Φρούραρχος» εμείς τα πιτσιρίκια, σαν να τη σεβόταν κι όλη η κοινότητα των μεταξοσκωλήκων και αυτή τους μιλούσε με τις ώρες κι αυτά ποτέ δεν κάναν απόπειρα απόδρασης από τη Σκοτεινή, όπου ευτυχισμένα μεγάλωναν, ώσπου να κουλουριαστούν και γίνουν νύμφες και να πέσουν σε νάρκη, που μόνο έτσι δεν ήταν αφού κατά τη διάρκεια του ύπνου τους χτίζαν αριστοτεχνικά και με απίστευτη δεξιοσύνη το κουκούλι τους, που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια κουκέτα ύπνου υπερπολυτελείας, καθώς οι ίνες του κουκουλιού ήταν καθαρό μετάξι.

Οι παλιότεροι γνώστες της γειτονιάς και του σπιτιού, δηλαδή η γιαγιά μου και οι φίλες της, παρακολουθούσαν την εξέλιξη και το μεγάλωμα των κουκουλιών που σήμαινε αύξηση των κλωστών από μετάξι που θα τις χρησιμοποιούσαν στα κεντήματα και τα στολίδια των ρούχων.
  
Καθώς το χτίσιμο από τις κάμπιες γινόταν από τα έξω προς τα μέσα, αυτές εγκλωβίζονταν πια και η τύχη τους ήταν στα χέρια των ανθρώπων καθώς δύο ήταν οι προοπτικές: η μία να αφεθούν στην φύση τους και να γίνουν πεταλούδες και να ανοίξουν τρύπα στο κουκούλι, καταστρέφοντας τον θησαυρό και να την κοπανήσουν κι η δεύτερη να θυσιαστούν στο όνομα του πλούτου και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, αφού για να μπορέσουν τα κουκούλια να ανοίξουν ατόφια και οι γυναίκες κλωστή-κλωστή ν’ αρμέξουν το μετάξι έπρεπε σε φούρνο να τα βάλουν σε σιγανή φωτιά,  όπου αργά και βασανιστικά τα ζωάκια θα αποδημούσαν εις άλλα τοπία πιο ευάερα, και το μετάξι θα γινόταν σημάδι του καιρού τους.

Είναι φανερό ότι η μέθοδος του φούρνου ήταν η κοινωνικά επιλεχθείσα τακτική, κι έτσι θαυμάζουμε σήμερα τα μεταξωτά παλιά φορέματα και τα κεντήματα των αρχαίων τοπικών ενδυμασιών, αφού είναι προφανές ότι αυτό θα γινόταν και πολύ-πολύ παλιά.

Αν ξανακοιτάξετε τα παλιά κεντήματα αλλά και τις στολές των Βαΐων, θυμηθείτε την ιστοριούλα που σας είπα. Για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο που έχει να κάνει μάλλον με τη μάνα μου, στο σπίτι μας κάτι δεν πήγαινε καλά με το τελευταίο στάδιο των φουρνισμάτων, καθώς συχνά-πυκνά τρύπια κι άχρηστα βρίσκαμε τα κουκούλια και τις πεταλούδες τις περισσότερες φευγάτες. Οι μεταξοσκώληκες σαν να ’ταν τα οικόσιτα ζωάκια μας, όπως μετά οι γάτες και τα σκυλιά μας.

Κάπως έτσι τη θυμάμαι κι αυτήν την ιστοριούλα.



Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 1: Δημήτρης Παπαθέου, Σεωρή/Ταϊτατάτς

Το oxy-moron εγκαινιάζει σήμερα μια νέα στήλη, τις Αντιγραφές. Όπως δηλώνει και ο τίτλος της στήλης, πρόκειται κατά κυριολεξία για αντιγραφές, δηλαδή για παράθεση ολόκληρων έργων ή αποσπασμάτων έργων, λογοτεχνικών κυρίως, ποιημάτων και πεζών, με ή χωρίς σχολιασμό από μέρους μας, έργων που πιστεύουμε στην ιδιαίτερη αξία τους και που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο καθόμαστε και τα αντιγράφουμε. Η αρχή γίνεται σήμερα με το νέο διπλό βιβλίο του αγαπημένου φίλου Δημήτρη Παπαθέου (το πρώτο βιβλίο του οποίου, τον Ντόρο, το oxy-moron παρουσίασε εκτενώς κατά το παρελθόν), το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες εβδομάδες, σε ιδιωτική έκδοση, με τους περίεργους, ιδιαίτερους τίτλους Σεωρή/Ταϊτατάτς. Από τα εκτενή αποσπάσματα που παρατίθενται παρακάτω, θα καταλάβετε το «μυστικό» των τίτλων αυτών, εκείνο όμως που πρέπει να ειπωθεί από τώρα είναι ότι τα δύο αυτά έργα, τυπωμένα σ’ ένα βιβλίο (διπλό βιβλίο, με δύο εξώφυλλα, χωρίς οπισθόφυλλα, κατά το πρότυπο των βιβλίων του Σωτήρη Κακίση, που εγκαινιάστηκε, αν δεν κάνω λάθος, με το διπλό βιβλίο «Παραμύθια σαν Αστεία Άστρα» του Κακίση και «Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ» του Χρήστου Βακαλόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη), αποτελούν συνέχεια του πρώτου βιβλίου του Παπαθέου, του Ντόρου – Χρονογυρίσματα στο Μεσολόγγι. Ο Παπαθέου θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται, και ο λόγος του, νοσταλγικός και συνάμα κριτικός, εκφεύγει από το είδος της απλής παράθεσης γεγονότων και από απλώς αφηγηματικός - αυτοβιογραφικός γίνεται ιδιαζόντως λογοτεχνικός. Από τα δύο αυτά βιβλία, το «Σεωρή» αναφέρεται στα γεγονότα της ζωής του Παπαθέου από το τέλος του σχολείου (Πανελλήνιες Εξετάσεις, Πανεπιστήμιο κ.λπ.) έως τη λήξη της στρατιωτικής θητείας, και το «Ταϊτατάτς» στα γεγονότα από την επιστροφή το Μεσολόγγι (μετά τον στρατό) έως και περίπου σήμερα. Περιγραφές προσωπικές, μοναδικών κι ανεπανάληπτων γεγονότων, πλην ενδεικτικών κι αποκαλυπτικών του μακελειού απ’ το οποίο όλοι καταγόμαστε… Όσοι ενδιαφέρονται να προμηθευτούν το βιβλίο, ας επικοινωνήσουν με το μπλογκ ή με τον υπεύθυνο εκτύπωσης του βιβλίου (τηλ.: 26310 27007). Τέλος, ας σημειωθεί ότι το «Σεωρή» επιμελήθηκε η Βούλα Λούβρου, ενώ το «Ταϊτατάτς» οι Ραλλού Κυριακοπούλου και Φώτης Μπατσίλας. Τα εξώφυλλα (φωτογραφίες του Σωτήρη Κακίση και του Βασίλη Αρτίκου), επιμελήθηκε ο Σωτήρης Κακίσης. Καλή Αρχή!

Αντιγραφές, μέρος 1: Δημήτρης Παπαθέου, Σεωρή/Ταϊτατάτς (Μεσολόγγι, 2011)



ΣΕΩΡή

   Λες να το επιχειρήσω;
  Έλα μωρέ, τι έχει να προσφέρει η αφήγηση ζωής ενός συνηθισμένου ανθρώπου; Εδώ μυθιστορήματα που βασίζονται σε υπερσπουδαίους και πάλι αναρωτιέσαι γιατί στην ευχή με κουράζετε; Πολύ περισσότερο που έχουν γραφτεί όλα και έχουν ειπωθεί όλα, όπως είχε επισημάνει πρώτος ο Γκαίτε, επομένως δεν πείθομαι να στρώσω τον πισινό μου και να γράψω παρότι μου ’βάλαν ιδέες φίλοι όταν διάβασαν το πρώτο ανώδυνο κομμάτι που αφορούσε σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
  Ανώδυνο λόγω παραγραφής. Απόφοιτοι Παλαμαϊκής Σχολής του 1968, και ο Ντόρος, που αφορούσε στο Μεσολόγγι του τότε, γράφτηκε Χριστούγεννα 2009.
  Ακόμα λοιπόν κι αν έβγαινε κάποιο ενδιαφέρον από τη συνέχεια του Ντόρου, καίει το πράμα, μιας και όοολοι γνωστοί στην ακτινογραφική μας γύρα.
  Δεν μας παρατάς και να στρωθείς να γράψεις λέω εγώ;
  Άκου πώς μπορεί να γίνει: κάνε μια γενική περιγραφή σε συνέχεια του Ντόρου, και στα κεφάλαια που υπάρχει ζουμί αλλά και απαγορευτικό απόπλου λόγω κοινωνικής δομής, ανοχής κ.λπ. κάν’το σαν διήγημα, να μη μας πρήζεις και με τον όγκο των σελίδων και το «οπωσδήποτε να τελειώσει», και βάλε την απαραίτητη κλασική διευκρίνιση: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και, ορκίζομαι, καμία σχέση με τους εξαιρετικούς φίλους και γνωστούς μας» ή κάπως έτσι. Ξεκίνα το και θα δείξει, μήπως με τον Ντόρο ήξερες τί σκόπευες να πεις από την αρχή;
  Λες μωρέ; Κι από πού να αρχίσω;

  Πριν ξεκινήσεις, γιατί δεν βλέπω να γλιτώνουμε, πες μας τουλάχιστον τι βγήκε από τον Ντόρο.
  Καλά και μετρίως κακά, το μετρίως λόγω του ότι το περίμενα και ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό.
  Γράφοντάς το ήμουν, στην κυριολεξία, στο τότε, και αυτά που μου ’ρχονταν κατακλυσμιαία στην κεφάλα μου δεν ήταν αναμνήσεις ήταν θρυαλλίδες χρόνου που ελευθερώνονταν και μεγάλωναν και με περιβάλλανε και ζούσαμε όλοι μέσα σ’ αυτές, σε όσα διαβάσατε.
  Είχα την εντύπωση ότι δεν ήμουν μόνος μέσα σ’ αυτές τις χρονικές φουσκάλες, μαζί μου ήταν κι όλοι οι φίλοι και το Μεσολόγγι στην παλιά του φορεσιά και τα σπίτια μας τα παλιά και όμορφα.
  Όταν τέλειωνε το γράψιμο κάτι από την ατμόσφαιρα της κάψουλας κυκλοφόραγε μαζί μου σαν προστατευτικό πεδίο.
  Το πιο περίεργο ήταν ότι ένιωθα κι όλους τους παλιούς μου φίλους, αλλά και τους καθημερινά συναναστρεφόμενους, να είναι στο κόλπο και να περιμένουν απλά τη βραδιά που θα γινόταν το τότε τώρα, έστω και πρόσκαιρα, έστω και μόνο κομματιαστά.
  Αυτό ήταν ανεπανάληπτο.
  Στην πράξη περίπου έτσι έγινε καθώς οι κολλητοί, που τελικά διοργανώσαμε το πάρτι στην Τουρλίδα, αποδείχτηκαν πιο παιδιά από τότε και με σχολαστικότητα, ζεστασιά και τρυφεράδα κανόνισαν να βγει μια όμορφη βραδιά που, όπως όλοι είπαν, ήταν ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.
  Το δεύτερο καλό ήταν πως, από τον Δεκέμβριο του 2009 ώς τον Απρίλιο του 2010 που τέλειωσαν οι διαδικασίες, περάσαμε απίθανα βράδια με τα ανίψια μου, τους φίλους τους και τον Μπραμς, το γάτο, που σχεδόν έχει μνήμες από την εποχή που περιγράφει ο Ντόρος.
  Κυρίως αυτά φταίνε που βρήκα το κουράγιο και κυκλοφόρησα τον Ντόρο και που οργανώσαμε τη βραδιά στην Τουρλίδα με την Κινηματογραφική Λέσχη, αυτά και ο Πάνος στο Τυπογραφείο.
  Φταίει και το ότι πίστεψα πως θα με κρίνουν σαν το παιδί του ’70.
  Τρίτον, και τέλος τα καλά, δεν σας κρύβω ότι με συγκινεί το ενδιαφέρον του κόσμου που μου ζητούν συνέχεια βιβλία και συγκινούμαι όταν ανεβαίνουν έναν όροφο χωρίς ασανσέρ για να μου ζητήσουν ένα βιβλιαράκι ή όταν με συναντάνε στο δρόμο φίλοι και λιγότερο φίλοι, και γνωστοί μονάχα, και μου ζητάνε ένα βιβλίο και όταν μου λένε: «-Κλάψαμε και γελάσαμε, να ’σαι καλά». Η πιο μικρή μου αναγνώστρια πάντως, 8 χρονών, είναι η Φωτεινή, η κόρη του Κώστα και της Όλγας που το έχει στο κομοδίνο της και το διαβάζει κάθε βράδυ και μάλιστα μ’ έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα της γράψω και ένα παιδικό, πιο παιδικό από αυτό, μου είπε.
  Τα κακά; Χε, χε! Ε, δεν θα ’βγαινε μια κακεντρέχεια και δεν θα με περίμεναν στη γωνία για κάποιο λεγούμενο; Άσε που κάμποσοι μου θύμισαν τους στίχους του Ρίτσου όταν δήλωναν: «-Σαν κι αυτό εγώ μπορώ να γράψω χίλια».
  Μη νομίσετε πάντως ότι είναι εύκολο στον τόπο σου να γράψεις αυτοβιογραφικά καταθέτοντας τη δική σου θέση για πρόσωπα και πράγματα.
  Από αυτή την άποψη ο Γιάννης ο ξάδελφός μου, ψυχίατρος, αυτός που τον ξέρετε από τον Ντόρο, πριν το εκδώσω, μου ’πε: «-Ξάδερφε δεν το πιστεύω ότι θα το κάνεις, βγάζεις πολλά δικά σου πράγματα έξω». Βέβαια ο Γιάννης δεν έζησε σε επαρχία και δεν ξέρει ότι, από τότε που γεννιούμαστε ώς το αντίο στο μικρό μας μέρος, οι πάντες ξέρουν τα πάντα και ενίοτε άπαντες, ανάλογα τη μεριά, κάνουμε ότι δεν ξέρουμε και ότι δεν καταλαβαίνουμε και μαζί τα πίνουμε άμα λάχει.
  Αυτά για τον Ντόρο, αφού με ρωτήσατε.

…

  Μετά από μια κραιπάλη χαρτοπαιξίας που μ’ έψαχναν οι πάντες και εμείς κολλημένοι άρρωστα στον μονό τον κούκο, από ένα σημείο και μετά λες και δεν υπήρχε άλλο παιχνίδι στην πόκα, και να πεις ότι κερδίζαμε ή χάναμε; Αφού μετά από 36 ώρες παιχνίδι όλοι στα λεφτά μας βγαίναμε, 40 πυρετό σπίτι, βρογχίτιδα, η μάνα μου στην Αθήνα και ο Κώστας ο Στασινός, παθολόγος, οικογενειακός φίλος, «προσοχή γιατί θα το γυρίσει σε πνευμονία».
  Εξάντληση και μαντάτο για την κύρια κατάληψη της Νομικής.
  Πήγα, αλλά τα δυναμάρια μου δεν άφηναν σκέψη για διανυκτέρευση. Ο φόβος, αυτός ο πανάρχαιος αλήτης, όπως ήδη σας έχω εξηγήσει, θρονιασμένος, θριαμβευτής, μ’ έστελνε ασφαλή στα σεντόνια μου ή στα σεντόνια της καλής μου και μόνο νοερά επιτελούσα το καθήκον στην επανάσταση, σκεφτόμενος συνέχεια τους κεκλεισμένους.
  Δεν χρειάζεται πολυλογία σχετικά με τα γεγονότα.
  Η ατμομηχανή τσούλισε και η τύχη της Ελλάδας έπεσε στα κεφάλια των δεκαοκτάχρονων άντε το πολύ εικοσιδυάχρονων.
  Εδώ είναι το περίεργο. Αφού παιδιά κατάφεραν και ρίξαν τα άπαρτα κάστρα, παιδιά, κορμιά, μυαλά λευτέρωσαν τον ουρανό, στη συνέχεια γιατί, γαμώτο, φωνάξαμε τους μεγάλους, τους «σοφούς», αυτούς που ’χαν σκατώσει τα πάντα, αυτούς που ’χαν μερίδιο στη σκλαβιά μας να μας σώσουν; Κι αυτό μήπως δεν συνεχίζεται; Μετά μανίας καλούμε, εκπέμπουμε SOS και φτάνουν οι διαλυτές να τα φτιάξουν καλά αυτή τη φορά. Τέλος πάντων. Το χειρότερο, όπως ξανάπα, είναι ότι καθώς ξεχώρισαν οι ημέτεροι από τους υμέτερους μετά τη λευτεριά και χάθηκε η δύναμη της νιότης και της ένωσης, πολλοί, οι περισσότεροι από μας, ξεπουληθήκαμε...
  Τη Νομική ακολούθησε το Χημείο και πάμε σιγά-σιγά Πολυτεχνείο.
  Βιολογικά δεν άλλαξαν και πολλά μ’ εμένα καθώς τυραννιόμουν με δύσπνοια και κόπωση κι άλλο που δεν ήθελα για να μην κλείνομαι τα βράδια.
  Έλα που το πρώτο βράδυ του ξεσηκωμού, εκεί στην Πατησίων, φεύγοντας από το προαύλιο, όταν οι πόρτες κλείναν, βγαίνει μπροστά μας ένας νάνος, σκηνή από το «πλοίο των τρελλών», και δήθεν σφυρίζοντας αδιάφορα κάνει νόημα στους παρακρατικούς να ζυγώσουν και μας κυκλώνουν εμένα και την αγαπημένη μου, που την είχα πάνω κι από μένα μέχρι τότε, έτσι νόμιζα, και στο πρώτο ξύλο, στην πρώτη δυνατή μπουνιά στο στομάχι και βλέποντας τη συμφορά να ’ρχεται καθώς είμαστε απομονωμένοι πια από τους φοιτητές και μόνο παρακρατικοί και μπάτσοι μακρύτερα και κίνηση μηδέν, κι ήταν πολλοί, το ’βαλα στα πόδια και με κυνήγησαν, πολύ με κυνήγησαν, αλλά τί να πιάσουν; Τόση προπόνηση ξαφνικά βγήκε σε παγκόσμια κούρσα λύτρωσης ζωής και μόνο όταν ξεθεώθηκαν και σταμάτησαν τα τρεχαλητά από πίσω μου και κείνα τα βλαστήμια κι οι κραυγές «πιάστε τον πούστη», που όταν απευθύνονται σ’ εσένα θολώνει ο νους και τα πόδια φτερά κι η βρογχίτιδα εξαφανισμένη, και σταματάω κάποια στιγμή να πάρω ανάσα και πλημμυρίζει το κορμί μου αίμα που ’χε φύγει πιότερο από το φόβο και λιγότερο από το τρέξιμο και η απουσία με σφίγγει, με καθηλώνει και μονομιάς εξαφανίζεται η αυτοεκτίμησή μου αφού στην Πατησίων την άφησα ν’ αγωνίζεται κι αυτή αλλά να μην τα καταφέρνει να ξεφύγει όπως εγώ ο αθλητής.
  Παίρνω ένα ταξί και του ζητάω λαχανιασμένος, φευγάτος, με κατάλαβε ο άνθρωπος, να κάνει βόλτα από το σημείο που μας πιάσαν. Και τη βλέπω κάτω ξάπλα κι από πάνω της αυτοί οι καλικάτζαροι και εγώ βόλτα με το ταξί μουγγός, παγωμένος, μια και δυο φορές προδότης, του έρωτα, της επανάστασης, του εαυτού μου. Αλλιώς με νόμιζα.
  Με το ταξί πήγα Φορμίωνος, σήκωσα τον Σπύρο έβαλε τη στολή του και κατεβήκαμε με τα πόδια πια να ψάχνουμε. Είχα δεν είχα ανάσα. Κι ο Σπύρος να μην έχει λόγια να μου πει και να παίζει και το κεφάλι του κορώνα γράμματα.
  Κάποια στιγμή είπαμε να ρίξουμε μιαν απελπισμένη ματιά στο σπίτι της εκεί στη Σολωμού και ήταν εκεί.
  Το αίμα ξανάρθε κι οι φλέβες μου ξαναγεμίσαν υγρό ζωής και περιφρόνια.
  Όταν έπεσε κάτω από τα χτυπήματα, είχε την τύχη να χτυπήσει στο κεφάλι και να μείνει αναίσθητη κι ένας απ’ όλους, κάποιος που κάτω από το δέρμα του φασισμού κάτι ανθρωπινό περπάταγε ακόμα, την έβαλε σ’ ένα ταξί και είπε στον ταξιτζή να την πάει νοσοκομείο κι οι άλλοι την έφτυναν.
  Και στο ταξί συνήλθε και πήγε σπίτι της. Κι αγκαλιαστήκαμε και δεν μου το κράτησε ποτέ, εγώ το κράτησα στον εαυτό μου και μόνο στους πολύ πολύ κολλητούς μου μέχρι σήμερα το ξομολογήθηκα και να που σήμερα γίνατε ξαφνικά πολλοί οι κολλητοί μου κι έτσι είναι η ζωή.
  Σεωρή = ήρωες από την ανάποδη. Μη με δικαιολογήσετε, έτσι κι αλλιώς το ’χω κάνει από μόνος μου, όσο έπρεπε, και συνέχισα να ζω κι ευτυχισμένος σε καλές δόσεις.
  Την άλλη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, Πολυτεχνείο μέσα κι έξω, αλλά ο νους μου στο νάνο και τους φίλους του, που όμως πια είχαν τραβηχτεί πολλά τετράγωνα πίσω γιατί κόσμος πολύς από παντού συντρόφευε τα παιδιά.
  Τα ξέρετε, μόνο την τελευταία βραδιά, όταν πια έγινε ντου και τρέχαμε Τοσίτσα και δίπλα, ανεξήγητα, όλο και κάποιος έπεφτε και γέμιζε το πεζοδρόμιο αίμα, κι όσους μπορούσαν οι διπλανοί τούς βάζανε σε κατώφλια πολυκατοικιών κι ο κόσμος τούς περίθαλπε, τα ξέρετε αλλά πρέπει να λέμε τα μπράβο στους ανώνυμους που παίζαν τα τομάρια τους και κάνανε τα σπίτια τους νοσοκομεία και τους άλλους, όπως ο φίλος μου ο Νίκος, που υπηρετούσε στα τεθωρακισμένα και μετά υπάλληλος στα Δικαστήρια στο Μεσολόγγι κι ήταν και δεξιός, έτσι νόμιζε, και έσωσε παιδιά και κανείς δεν το ξέρει και να το μεγαλείο, εμείς γύρω-γύρω από το τετράγωνο να πηγαίνουμε φάρμακα, μ’ ένα Φίατ 124 της ξαδέλφης μου, που σε μια γωνιά όπου το αφήσαμε για λίγο έφαγε κάμποσες σφαίρες κι άντε να το πάω στην ξαδέλφη μου την άλλη μέρα και μετά αυτή σε ποιό συνεργείο χωρίς ρουφιάνους να το φτιάξει; Στο τέλος, όταν πια τα πράγματα σφίξανε τόσο, όπου φύγει-φύγει με το Φίατ στον περιφερειακό για Γαλάτσι κι από ’κεί Παγκράτι το γύρο, παραλίγο να του φύγει στη στροφή το αυτοκίνητο του Νίκου του Μοναστηριώτη και να φύγουμε κάτω στον γκρεμό και τότε του ’πα το πικρόχολο: «Θα’ ναι κρίμα τούτη τη νύχτα να πάμε από αυτοκινητικό» και ηρέμησε και πήγαμε Φορμίωνος και μέχρι το πρωί ακούγαμε «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» και κλαίγαμε και φοβόμαστε και μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν φίλοι μας κι ο ξάδελφός μου ο Γιάννης, ο θεοπάλαβος, που ’ξερε βέβαια να γλιτώνει, αλλά ποιος ήξερε αν κι οι άλλοι το ’ξεραν;
  Την άλλη μέρα πρωί-πρωί στο σπίτι του Νίκου, κι αυτουνού στα Εξάρχεια Σολωμού, που ξέχασα να σας πω, την προηγούμενη το βράδυ αργά είχαμε κλειστεί, πριν φύγουμε οριστικά από Εξάρχεια, κι ακούγαμε τα τανκς και τα πολυβόλα και όταν κατεβήκαμε να πάρουμε σάντουιτς στην πλατεία, μας είχε κόψει η πείνα απ’ το φόβο και την αγωνία, μόνο ο Νίκος δεν φοβότανε ποτέ και το ’δειξε με τον τρόπο που έφυγε από αυτή τη ζωή που του φέρθηκε χάλια, μόνο αυτός δεν φοβότανε, οι άλλοι διαβαθμισμένα, από λίγο ώς πολύ ο καθένας, είδαμε στο άγαλμα από πίσω ένα φοιτητή να κρύβεται και να τον πυροβολούν κι αυτός να τους κοροϊδεύει βγάζοντας πότε το χέρι, πότε το πόδι, σα να ’μαστε παιδιά και να παίζαμε τα αγάλματα στο Δημαρχείο στο Μεσολόγγγι, «μπαμ», μόνο που ο άλλος είχε κανονικό πιστόλι και κανονικές σφαίρες και τελικά ο φοιτητής την κοπάνισε κι η καρδιά μας πήγε στη θέση της κι ο Νίκος την τελευταία στιγμή μας αποκάλυψε ότι μαζί μας ήταν κι η κόρη ενός απ’ τα κεφάλια της Αριστεράς που ’τανε συμφοιτήτριά του.
  Και το άλλο πρωί η ίδια σύνθεση και το πολυβόλο στην ταράτσα της ίδιας πολυκατοικίας κροτάλιζε κι έριχνε στο ψαχνό.
  Ωι, μανούλα μου, αυτοί σκότωναν δυο φορές στ’ αλήθεια.
  Και φτιάξαμε σχέδιο διαφυγής και μπήκαμε στ’ αυτοκίνητά μας και βουρ Μεσολόγγι και στα διόδια που ’χανε μπλόκα, όπως μας είχανε ήδη πληροφορήσει, ξάπλα στο πάτωμα και κάτι κουβέρτες οι δικοί μου από πάνω και όπου φύγει-φύγει.


 
ΤΑϊΤΑΤάΤΣ
 
  Να ’μαστε στην τρίτη συνέχεια καταγραφής ζωής και γεγονότων συνηθισμένων ανθρώπων.
  Ακόμα δεν έχω βρει τίτλο, γι’ αυτό το αποθήκευσα προσωρινά σαν «άντε και βλέπουμε».
  Πού είστε παλιότεροι γραφιάδες, να τρίξουν τα κόκαλά σας με το ρήμα αποθηκεύω… Και μη νομίζετε ότι δεν πεθυμάω κι εγώ (σπανίως, ομολογώ) την πρώτη γραφομηχανή του γραφείου μας, που ανήκε στο θείο μου Χρήστο, μάρκας Mercedes, όπου έγραψα τα πρώτα στιχάκια κι αργότερα τα πρώτα δικόγραφα.
  Θυμίζω στους «πέριξ» την υπόσχεση να μην εκτεθούμε σ’ αυτό το «ζωντανό» κομμάτι, για τούτο και επιτρέψτε μου να μπλέκω λίγο το φανταστικό με το πραγματικό και τα ονόματα σε κάποιες περιπτώσεις να μην είναι τα αληθινά, αν και ξέρω ότι επειδή ήδη με μάθατε όσοι είχατε την υπομονή να ασχοληθείτε μαζί μου περνώντας μερικές ώρες μέσα στις σελίδες του «ΝΤόΡΟΥ» και του «ΣΕΩΡή», ψιλοανησυχείτε ήδη.
  Ίδωμεν, η υπόσχεσή μου πάντως στην οποία μένω προσηλωμένος είναι να προσπαθήσω να προστατευθούμε όλοι.
  Γυρίσαμε λοιπόν. Άρτι περαιώσαντες με επιτυχία τις πανεπιστημιακές μας σπουδές που άρχισαν λίγο πριν το ’70 και τέλειωσαν το ’74, επιβιώσαντες και με πτυχίο παρακαλώ και στη συνέχεια την 32μηνη φύλαξη της μαμάς πατρίδας, γυρίσαμε. Πού; αυτό δεν είναι το σημαίνον επί του παρόντος. Άλλωστε μπορείτε κάλλιστα να γυρίσετε νοερά στο δικό σας μέρος όπου ίσως εκτυλίσσονται τα παρακάτω. Για τις ανάγκες του κειμένου και του αφηγητή όμως, σημειώστε ένα μέρος πέντε ώρες με αυτοκίνητο από την Πρωτεύουσα, μάλλον μικρό για τα κουστούμια των πόλεων, όμως αναμφισβήτητα Πόλις, «μεγάλης έκτασης οικισμός με θεσμοθετημένες λειτουργίες, που αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής», (ορισμός που αμφισβητείται εντονότατα ιδίως υπό των γειτόνων), πιο Πόλις απ’ όλες τις Πόλεις λόγω Ιστορίας, μπόλικης Ιστορίας, τόσο που μπορεί και να μιλάμε λεύτερη γλώσσα εξ αιτίας της.
  Ελπίζω να μην αρχίσετε τις ξινές ερωτήσεις «τί σημαίνει λεύτερη γλώσσα;» γιατί δεν έχω σκοπό να απαντάω σε ερωτήματα -αντίθετα, κρατάω για τον εαυτό μου το δικαίωμα να θέτω κανένα όποτε μου ’ρχεται. Μεταξύ μας, ίσως είναι το μοναδικό πλεονέκτημα των γραφιάδων. Καλά, αφού επιμένετε, εντάξει, στο Μεσολόγγι γυρίσαμε -πού αλλού;
  Είναι μυστήριες οι διαθέσεις των ανθρώπων, αφού μου ’ρθε σήμερα, που περιμένω ώρες ατέλειωτες στο Εφετείο της Αθήνας να ’ρθει η σειρά της υπόθεσής μου, να ξεκινήσω αυτό το ταξίδι μαζί σας.
  Είναι αδύνατον όμως να μην σας πω ότι τα παιδιά που υποστηρίζω σήμερα για μια ασήμαντη παραβατικότητα είναι τα δύο από τα τέσσερα μιας οικογένειας. Το ένα παιδί, με προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ψυχή και με το καταραμένο ταξίδι στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, τον πολύ καταραμένο που φτάνει στο απόλυτο τέλος, μετά από ξερίζωμα κάθε ανθρώπινου σημαδιού, που όμως τώρα παλεύει σιωπηλά και σκληρά τα φαντάσματά του, με τη βοήθεια των γονιών του να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Εικοσιπέντε χρονών ο πρώτος κατηγορούμενος. Το αδίκημα; Ένα ξημέρωμα μετά από ολονύχτια κατανάλωση αλκοόλ και «ουσιών», σε κατάσταση πλήρους διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, έσπασε τη τζαμαρία ενός φωτογραφείου και πήρε 3-4 φωτογραφικές μηχανές και στη συνέχεια, αγκαλιά μ’ αυτές, κοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, 50 μέτρα πιο πέρα, κομμένος –ματωμένος απ’ τη τζαμαρία και το μηχανάκι του παρατημένο έξω απ’ το φωτογραφείο. Ο ιδιοκτήτης, που αποζημιώθηκε αμέσως όταν η μέρα πήρε το δρόμο της, δεν θέλει να τιμωρηθεί κανείς και παρακαλάει το Δικαστήριο να μην τιμωρήσει τα παιδιά, γιατί ξέρει την ιστορία τους.
  Το άλλο παιδί, κατηγορούμενος κι αυτός μαζί με τον προηγούμενο, έχασε την θέση του σαν υπάλληλος (ταμίας) που ήταν σε τράπεζα, γι’ αυτή την ασήμαντη εμπλοκή του με το νόμο, καθώς ήταν μαζί με τον αδελφό του αποβραδίς, κι αυτός πιωμένος, πολύ πιωμένος, και τράβαγε τον αδελφό του από τις τζαμαρίες μόλις αντιλήφθηκε την βλακεία που ’χε κάνει και περιμένει μήπως οι δικαστές αντιληφθούν ότι έκανε ό,τι έκανε για να σώσει τον αδελφό του και τον αθωώσουν και ξαναπάει στη θέση του, αλλιώς…
  Νομίζω ότι καταλάβατε ότι στο πρώτο δικαστήριο δικάστηκαν και οι δύο.
  Το τρίτο παιδί «σκλήρυνση κατά πλάκας» και το τέταρτο πέθανε πριν μερικούς μήνες από ανακοπή καρδιάς μετά από τις δικές του ταξιδιωτικές εμπειρίες στον σκατόκοσμο των παράλληλων συμπάντων.
  Τα παιδιά, παιδαράδες όλα και αντρικά όμορφα.
  Μάνα και πατέρας με αξιοπρέπεια, μέσοι Έλληνες, παλεύουν με όλες τις δυνάμεις τους για τα παιδιά τους, όμορφοι άνθρωποι, σε κερδίζουν με την απόπνοια αξιοπρέπειας, ειδικά η μάνα, γλυκειά μορφή που τα βάσανα μοιάζει να μην την χαρακώνουν -μοιάζει είπα, γιατί κανα-δυό χρόνια τώρα ένα κομμάτι άμυνας δεν άντεξε και πέρασε μέσα της η αρρώστια που ακούει στο επιστημονικό όνομα «συστηματικός ερυθηματώδης λύκος».
  Πώς μου ’ρθε και σταμάτησα στην μέση και σας περιέγραψα μια οικογένεια, με την αγωνία στα μάτια μήπως και σώσουν κάτι από τα όσα βλέπει να χάνονται μέσα απ’ τα χέρια της, απ’ τους κόπους της και τα όνειρά της; Δεν ξέρω, αλλά μαζί δεν το ξεκινήσαμε το ταξίδι; Μαζί θα το πάμε σταθμό-σταθμό.
  Η δίκη διακόπηκε για την άλλη Τετάρτη, οπότε θα σας πω τι απόγινε.
  Το επάγγελμα που διάλεξα από μικρός να κάνω, παλιότερα το λέγαμε «λειτούργημα» -δεν στοιχηματίζω πια σ’ αυτή τη λέξη-, δεν έχει μόνο δύο πρόσωπα σαν του Ιανού, έχει πολλά και για να σας το εξηγήσω με λίγες λέξεις που θα ’χετε ξανακούσει βέβαια, είναι ψυχοφθόρο αλλά και ανυσματικό, καταθλιπτικό κι ύστερα από λίγο χαρούμενο, σε στέλνει αδιάβαστο από στιγμή σε στιγμή να νοιώσεις το απόλυτο τίποτα, και από την άλλη είναι φορές που σε κάνει να νοιώθεις όμορφα, χρήσιμος. ΟΜΩΣ, η ιδιαιτερότητά του, που μερικές φορές σε φέρνει σε απόγνωση, είναι ότι η δουλειά σου, ο κόπος σου, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, όπως του γιατρού για παράδειγμα, όλο το είναι σου να βάλεις κι όλη την τέχνη σου κι όλη την αλήθεια της γης να πεις, μπορεί και να μη φτάνουν για να πείσουν τον Δικαστή που θα αποφασίσει.
  Αυτό είναι το μέγα πρόβλημα. Ο Δικηγόρος προσπαθεί να πείσει ένα τρίτο πρόσωπο που είναι ο Δικαστής. Τα αφήνουμε όμως αυτά γι’ αργότερα που θα σας λέω καμιά ιστορία, απ’ ό,τι φαίνεται.
  1976, Χριστούγεννα, πολίτες. Τριάντα δύο μήνες ναύτες, μη νομίζετε πως δεν έκαναν ζημιά στα γραναζάκια και λοιπά εξαρτήματα του ενδομηχανισμού μας.
  Και μόνο η φθορά που σου προξενεί το ξόδεμα ενέργειας για να καταφέρεις να επιβιώσεις (παλιότερα αυτό) και να λουφάρεις, σε αφυδατώνει σε βαθμό απίστευτο -ξεχάστε όλα τα άλλα που έχουν να κάνουν με την απουσία λογικής στον χώρο που υπηρετείς, της καταρράκωσης της προσωπικότητας και τη σκουριά που αναπνέεις, που σε σκεπάζει και σε αφομοιώνει (πανέμορφα το ’πε ο Καββαδίας «…άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει…»).
  Όταν υπηρετείς, μάλλον εξιδανικεύεις -και πολύ καλά κάνεις-, όλα τα μικρά και καθημερινά, τα ασήμαντα που ποτέ δεν θα επεσήμαινες αν δε σου ’λειπαν, και πιστεύεις ότι ΑΝ ξεμπερδέψεις ποτέ με την θητεία, θα ρουφήξεις την ευτυχία που αποπνέουν αυτά τα μικροπράματα και θα ’σαι χαρούμενος.
  Ώπα! Ήρθε Τετάρτη. Μόλις γύρισα από Αθήνα από το Εφετείο.
  Ξαναδιαβάζω όσα σας είπα προχτές και μοιάζουν προφητικά γιατί αυτή τη φορά το ταξίδι Κόλαση - Παράδεισος – Επιστροφή (κάποτε έγραψα στίχους πάνω σ’ αυτό το θέμα και δε θ’ αποφύγω τον πειρασμό να τους ξαμολήσω αργότερα), ήταν αστραπιαίο.
  Ήρθε η σειρά μου κατά τις 10 το πρωί. Καλά ετοιμασμένος, ανέλυσα τη κατάσταση στο Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε μια κυρία που ’μοιαζε καλή και δίπλα της ήταν πάλι μια καλή κυρία και δίπλα της από την άλλη μεριά ήταν ένας που ’μοιαζε όχι καλός κύριος -από αυτούς που τους περιβάλλει επαγγελματική κρούστα άρνησης να περάσουν μέσα τους οτιδήποτε ανθρώπινο και η φάτσα τους το δείχνει, γαμώτο- και με ζώσανε τα φίδια, αλλά χαλάρωσα καθώς ο Εισαγγελέας ήταν άνθρωπος με κεφαλαία γράμματα και είπε περισσότερα από όσα εγώ σαν υπεράσπιση πρόσφερα στη διαδικασία και μάλιστα ζήτησε από το Δικαστήριο «να επιτελέσει κοινωνικό και παιδαγωγικό έργο και να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να βρουν ένα δρόμο και μια οικογένεια να βρει έστω και στιγμιαία γαλήνη» -έτσι τα ’πε, και χαλάρωσα και δεν σας κρύβω ότι καιρό είχε να με συγκινήσει Εισαγγελέας.
  Ζήτησε την αθώωση και των δύο. Του μεν μικρού που έκανε και το «ανδραγάθημα» που ’λεγε και η θειά μου η Μαρία όταν είμαστε μικρά, «γιατί δεν είχε καθόλου ικανότητα καταλογισμού την στιγμή εκείνη» και του άλλου επειδή «δεν συμμετείχε καθόλου στη πράξη».
  Στη συνέχεια το κλίμα του Δικαστηρίου σα ν’ αλάφρυνε και να ξέφυγε από εκείνο το τυπικό και το βαρύ και η Πρόεδρος δεν μ’ άφησε να μακρηγορήσω αφού τι άλλο ήθελα, με κάλυψε ο κ. Εισαγγελέας.
  Ξέρετε τι παγίδα είν’ αυτό; πόσο εύκολο είναι να την πατήσεις; (την έχω πατήσει κατ’ επανάληψη -διάγραψέ το αυτό ;;;) Σταματάς για να μην γίνεις ενοχλητικός και τους κουράσεις, έχοντας κατά νου ότι ακούν ακατάπαυστα τους μεν και τους δε, και πραγματικά κουράζονται (ξεχάστε προς στιγμή το τραγούδι του Νιόνιου για τους «κουφούς» Δικαστές), και όταν βγαίνει ανάποδη απόφαση τα βάζεις με τον εαυτό σου γιατί δεν είπες αυτά που έπρεπε και δεν επιτέλεσες το καθήκον σου.
  Παρακάλεσα να μην είναι έτσι αυτή την φορά, δεν έπρεπε να είναι έτσι, ήταν πολύ τραγικά από μόνα τους τα πράγματα για να αποδειχθεί ότι στράβωσε (την πάτησα) έτσι η υπόθεση από το καλό κλίμα.
  Μην τα πολυλογώ, βγαίνει βλοσυρή η Πρόεδρος από την διάσκεψη –με το που την είδα με φάγανε τα φίδια- και λέει «ένοχοι, ο μεν πρώτος μπλα-μπλα-μπλα , ο δε δεύτερος μπλα-μπλα-μπλα».
  Εκεί κατέρρευσαν μάνα και πατέρας. Εκεί ξένεψαν τα πρόσωπα των παρισταμένων, όλων.
  Δεν υπάρχει χειρότερη εικόνα από κατάρρευση αξιοπρεπών ανθρώπων. Το κλάμα τους είναι σπαρακτικά αθέατρο. Δεν σε ενοχλεί σαν ήχος, μόνο περνάει απ’ ευθείας στην ψυχή σου και νοιώθεις ένοχος, μ’ οποιονδήποτε τρόπο και να έχεις εμπλακεί σ’ αυτή την τραγωδία, έστω και σαν θεατής και ακροατής στο Δικαστήριο, νοιώθεις ένοχος, που δεν μπόρεσες να συμβάλεις τόσο δα να μην κορυφωθεί αυτό το δράμα.
  Οι αξιοπρεπείς άνθρωποι όταν κλαίνε, ο αέρας γύρω δεν αναπνέεται.
  Το «γιατί;» -κραυγή της μάνας- που ήρθε πια μπροστά στην ΄Εδρα δεν απευθυνόταν προφανώς στην γυναίκα Πρόεδρο, απευθυνόταν στη γυναίκα μάνα, απευθυνόταν σ’ αυτήν σαν μεσολαβήτρια της μοίρας της, σαν ταχυδρόμο του σκληρού θεού της, σαν την αρχαία κατάρα που χτυπάει και δεν τελειώνει.
  Γιατί; Να χάσω κι αυτό το παιδί μου;
  Και το ερώτημα γιγαντώνεται σαν το βάλεις δίπλα στα όσα ο Εισαγγελέας είπε.
  Να χάσω άλλο ένα παιδί που δεν έκανε τίποτε ή κι αν έκανε, το τραύμα στη νομιμότητα αποκαταστάθηκε με το που συνήλθε αφού, όπως το ’παμε πιο πάνω, ο ίδιος ο παθών παρακάλεσε να μην τιμωρηθούν.
  Γιατί;
  Έπεσε καταχνιά στην αίθουσα. Είναι από τις περιπτώσεις που ακόμα και εμείς που πετσιάσαμε επαγγελματικά στη δυστυχία που χειριζόμαστε με κάποιο τρόπο καθημερινά στις αίθουσες των δικαστηρίων, εμείς οι Δικηγόροι, λέω, αγανακτούμε και μονιάζουμε και κοιτάμε ο ένας τον άλλον, επιδεικτικά απέναντι από τους δικαστές λες κι αυτό θα τους κάνει να φοβηθούν, να το σκεφτούν έστω, ν’ αλλάξουν.
  Όμως πότε σφιγμένα βλέμματα άλλαξαν τον κόσμο;
  Γύρισαν και με κοίταξαν όλοι οι συνάδελφοι με αγάπη, πιστέψτε το, και -σπάνιο πολύ σπάνιο- με κατανόηση!
  Και σ’ αυτό το χαμηλό βαρομετρικό, στο οποίο προστέθηκε και ο βόγγος του πατέρα, κάτι γυάλισε και ζήτησα από την Πρόεδρο να μας πει αν πράγματι με την απόφασή της απήγγειλε ότι δέχεται «έμπρακτη μετάνοια» για τον δεύτερο, γιατί έτσι άκουσα, και μου απάντησε «ναι».
  Μέσα σ’ ένα lucidum intervallum, («φωτεινό διάλειμμα», στα φοιτητικά μας λατινικά), εξηγώ, με πείσμα ομολογώ και με σκληράδα που δεν την ξοδεύομε παρά σπάνια πολύ, ότι εφ’ όσον απαγγέλθηκε έτσι η απόφαση η πράξη είναι μη τιμωρητή.
  Η Πρόεδρος το αρνήθηκε αλλά αποσύρθηκε για να διορθώσει το λάθος και τότε σε μια τελευταία προσπάθεια, μαλακά τώρα, ψελλίζοντας απεγνωσμένα κάτι περί μεταφυσικής, που τα λάθη σε καθοριστικές στιγμές της ζωής μας σώζουν, ζήτησα, όλοι οι παρόντες ζητήσαμε, η διόρθωση του λάθους να ’ναι για το καλό του παιδιού κι αυτή τη φορά βγήκε χαμογελώντας η Πρόεδρος και φωτείνιασαν όλα και το παιδί κρίθηκε μη τιμωρητέο και του ζήτησε το Δικαστήριο να ’ναι μάθημα αυτό για όλη τη ζωή του, όπως δηλαδή έπρεπε να ’χει γίνει από την αρχή και αυτός υποσχέθηκε, βαθειά υπόσχεση, πως «ναι, θα είναι»!

…

  … Πώς χωρίζεις από τον άνθρωπό σου; Πώς μετά από 7 χρόνια έρωτα και εξάρτησης σε βαθμό ναρκωτικών κινάς για άλλες πολιτείες; Χωρισμός χωρίς προετοιμασία, χωρίς λογική στήριξη, χωρίς σχέδιο πλεύσης, χωρίς ντάνος, που λέγαμε μικροί. Σκέτος χωρισμός. (Θέλετε επεξήγηση στη λέξη «ντάνος»; Ωραία. Περίπου σημαίνει φόρα, όμως ήταν πιο συγκεκριμένο, συγκέντρωση και μάζεμα δύναμης για πήδημα χωρίς φορά. Με ενωμένα τα πόδια πηδούσες από στάση όσο πιο μακριά μπορούσες κι αυτό το πήδημα το λέγανε «ταϊτατάτς». Ήταν και Ολυμπιακό άθλημα κάποτε, «άλμα άνευ φοράς», νομίζω, και Ολυμπιονίκης ο Τσικλητήρας; Ταϊτατάτς. Δεν είναι καταπληκτική λέξη; Λέτε να το βάλω τίτλο; Μ’ αρέσει, αν δεν με συγκρατήσουν οι υπόλοιποι που θ’ ασχοληθούν στο να φέρουν στα συγκαλά τους τα γραφόμενα που αραδιάζω, κυρίως ο Σωτήρης, δηλαδή, που έχει το γενικό πρόσταγμα, θα το καταλάβετε).
  Δεν είχε υπαναχωρήσεις, όχι. Για το χωρισμό λέω.
  Όσο παράξενο και να σας φανεί, δεν πισωγυρίσαμε.
  Τώρα πώς γίνεται ένας τεράστιος έρωτας, όπως σας τον περιέγραψα στο προηγούμενο κεφάλαιο ζωής, κραυγαλέος και ριψοκίνδυνος, πρωτοποριακός και επαναστατικός για χίλιες αιτίες και χωρίς αυτές, να φτάσει σε τόσο ήσυχο χωρισμό, δεν το ξέρω. Ήταν σα να πέρασε απ’ όλους τους σταθμούς που ήταν να περάσει και να ’φτασε νομοτελειακά στην πλατφόρμα του τέλους. Δυο άνθρωποι που στην κυριολεξία άκουγαν τα τριξίματα της ωρίμανσης χρόνο το χρόνο στα κορμιά και τα μυαλά τους και ανατριχιαστικά διαπίστωναν την αφομοίωση των όσων απέκρουαν -μετά καυγάδων μεγάλων-, ο ένας του άλλου, φρέναραν με χειρόφρενο και σβήσιμο μηχανών.
  Θέλετε και την πλάκα του θέματος; Η μάνα μου που ποτέ δεν έδειξε άσπρα δόντια σ’ αυτή τη σχέση, όταν τέλειωσε, στενοχωρήθηκε.
  Προφανώς αντιλήφθηκε ότι ξεκίνησα να τραβάω την οδό της μονήρους διαβίωσης που θα ακολουθούσα έκτοτε. …

Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)


Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση



7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση

Πανσέληνος σήμερα, η δεύτερη του Αυγούστου… Αντιγράφω απ’ το προσωπικό μου ημερολόγιο (με λίγες εκ των υστέρων προσθήκες και διορθώσεις):

Ημέρα 1η, Σάββατο.- Στους Κόκκους, Ασκληπιού και Διδότου, ο Σωτήρης, ο Βασίλης Χουλιαράς απ’ το Μεσολόγγι, ο Ηρακλής Οικονόμου κι εγώ. Ο Σωτήρης μας έφερε τη νέα του ποιητική συλλογή. Πανσέληνος στο Δάσος! Ωραίος τίτλος, ωραίο και το εξώφυλλο, με σκηνή απ’ το Μ’ αγαπάς; του Πανουσόπουλου. Την ξεφυλλίσαμε όλοι μαζί. Σ’ όλους άρεσε. Το μάτι μου «κόλλησε» στο ακόλουθο ποίημα:

θνήσκων  Σωτήρης. να μην ξαναρχίσω με κεφαλαίο, και τ’ όνομά μου πια με μικρό, λίγο πριν, πολύ, πάρα πολύ μετά. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα του αγάλματος, του χαλκού έστω, να ’ναι κι απέξω προς το μαύρο, όχι τελείως άσπρο, τελείως θάνατος, τελείως μάρμαρο, σαν ταφόπλακα, σαν σταυρός. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα στα χάλκινα, τι κίνηση απέξω εγώ πάλι να δίνω, τι γαλατική κι εγώ ευγένεια πια να ’χω, να πεθαίνω σαν άγαλμα, σαν τέχνη μόνο εγώ ο πολεμιστής, εγώ, το φάντασμα αυτό το αεικίνητο! από μέσα στο άσπρο το μαύρο είναι πιο λευκό, πιο απλό, πιο σκοτεινό, πιο ήρεμο.
 

Ημέρα 2η, Κυριακή.- Ξύπνησα νωρίς. Ζεστός καφές και μπισκότα. Πήρα στα χέρια μου την Πανσέληνο στο Δάσος. «της Τέρρυς το δάσος, της πριγκίπισσας», διάβασα την αφιέρωση. Κι ύστερα διάβασα τα ποιήματα. Όλα. Κι έβαλα μουσική, τραγούδια. Και τραγούδησα. Και μουρμούρισα:
τη χάνω την Ακρόπολη! ένα σπίτι του δύο χιλιάδες θα είναι πια ανάμεσά μας, δεν θέλω όμως πολυτέλειες και πολυκατοικίες, τραγούδια θέλω μόνο, ρόουντ σονγκς, να τους ψάχνω εγώ όλους, να μη βρίσκω ποτέ κανέναν, να τους χάνω και να χάνομαι. στην Αθήνα δεν ξέρω τι να κάνω πια, τι κάνω. είμαι γιος Θεού για τους Αιγυπτίους, μέγας Πολέμαρχος για τη Δύση, ο μεγαλύτερος των Ελλήνων για τους Έλληνες, για την Ασία.  κι όμως, πάει η Ακρόπολη ξαφνικά, χάνεται σαν άνθρωπος κι αυτή μες στο πλήθος, μες στο τόσο μου πάθος. ένα μάτι ακόμα να ’χα μόνο σαν θεός, ένα μάτι μόνο επουράνιο!

 Ημέρα 3η, Δευτέρα.- Στο γραφείο από νωρίς. Σχεδόν νύχτωσε. Δεν έκανα διάλειμμα σήμερα. Αχ, να ’χα ένα τσιγάρο, όπως τότε που κάπνιζα, να το ανάψω, ν’ ανοίξω το παράθυρο να χυθεί κρύος αέρας, να το ’φχαριστηθώ, να ευχαριστηθώ… Ανοίγω την Πανσέληνο στο Δάσος. Τυχαία σελίδα, τυχαίο ποίημα… Τυχαίο;

γιατί όχι κι ένα τσιγάρο; πόσοι δεν πεθαίνουν χωρίς τσιγάρο, χωρίς καθόλου καπνό, πόσες γυναίκες με το στόμα τους καθαρό σαν ήλιος, με τα χνώτα τους σαν μάγουλα ροδοκόκκινα, με το νου τους σαν πλανήτη χωρίς φεγγάρια, χωρίς δαχτυλίδια κι ατμό; πόσοι πλανήτες ύστερα δεν λένε να πεθάνουν με τίποτα, χωρίς νερό, χωρίς φωτιά, χωρίς αέρα. ένα Σύμπαν δηλαδή τελείως νεκρό, ζώντας μόνο σαν χθες, κι η καρδιά μου να το προσέχει ολομόναχη, μην καπνίσω, μη ζήσω, μην πεθάνω.



Ημέρα 4η, Τρίτη.- Ο Τζίμης Πανούσης διάβασε στον Δούρειο Ήχο του 7 ποιήματα από την Πανσέληνο στο Δάσος. Θα ανεβάσω το αρχείο στο youtube! Θα με βοηθήσει ο Σωτήρης και ο Θοδωρής Σκριβάνος. Οι απαγγελίες του Τζιμάκου αποδίδουν τα ποιήματα υπέροχα, πρέπει να τον ακούσουν όσο το δυνατόν πιο πολλοί! (Το ανέβασα, βεβαίως):
μεγάλωσε κι ο θάνατος. από μικρό παιδάκι έγινε κι ο θάνατος άντρας ολόκληρος, από φυλλαράκι δάσος, από κοράλλι θάλασσα, ωκεανός απέραντος. μεγάλωσε σαν άνθρωπος κι αυτός, σαν δέντρο, σαν το χώμα. όλο και πιο πολύ χώμα γύρω μου, όλο και πιο μεγάλη αγωνία, όλο και πιο ασίγαστο άγχος. θάνατος σαν χώμα παντού, άμμος οι άνθρωποι που φεύγουν, σταγόνες από πάνω τους τα λίγα τους λόγια, οι καημένες οι καρδιές τους. σύννεφα κατακόκκινα στον ουρανό τα αισθήματά τους, ακίνητα μες στους έρωτες κομμάτια ολόκληρα θανάτου, σαν καρύδια μες στο μέλι, σαν πετραδάκια σ’ ενυδρείο πολύχρωμα. γιατί, ωραίος κι ο θάνατος, τελικά. πολύ ωραίο παιδάκι.

 



Ημέρα 5η, Τετάρτη.- Στον Ηλεκτρικό, Ομόνοια-Πειραιάς. Και μετά στο Φέρρυ για την Ύδρα. Έχω μες στην τσάντα μου την Πανσέληνο στο Δάσος. Έχει μποφώρ, μα διαβάζω λίγο. Κρατώ ένα μολύβι και σημειώνω κάποιες λέξεις. Σηκώνω τα μάτια μου, βλέπω μια νεαρή κοπέλα, όμορφη, και γλυκειά, το βλέμμα της καρφωμένο στο μολύβι μου, ένα βλέμμα περίεργο, εξεταστικό, κι ύστερα ένα χαμόγελο: η μύτη του μολυβιού έχει τελειώσει, έχει σωθεί:
και τα μολύβια, τελικά, τελειώνουν. και τα μολύβια. βλέπω να μικραίνουν οι μύτες τους, να πρέπει κάθε φορά εγώ να τα ξαναζωντανέψω, να μπορούν όσο μπορούν να λένε σαν Πινόκιο ψέματα, ανοησίες. ο Πινόκιο, βέβαια, ξύλινος κι αυτός ο περισσότερος, σιγά-σιγά άνθρωπος  με τα ψέματα έγινε, κι εγώ από άνθρωπος ξύλο, πέτρα, σκόνη γρήγορα γίνομαι. όλος αυτός ο δανεικός, ο πρόσκαιρός μου αέρας μπαινοβγαίνει σαν ταχυδακτυλουργός, σαν μάγος μέσα μου. για να βγει τελικά χωρίς πολλά-πολλά μια μέρα, μια νύχτα. έν’ απόγευμα.
 
 Ημέρα 6η, Πέμπτη.- Πάντα μου άρεσαν οι Πέμπτες, για το προμήνυμα του τέλους της ’βδομάδας, για τα δύσκολα που πέρασαν, τις Τετάρτες που έφυγαν και τις Παρασκευές που έρχονται, ούτε κι ο ίδιος πια δεν ξέρω, από παράδοση ίσως… Σήμερα όμως, που έχει πανσέληνο, μελαγχόλησα. Κι ας είναι Πέμπτη… Ξαπλώνω στο κρεββάτι, κοιτάζω το ταβάνι, το χέρι μου ψηλαφίζει ένα βιβλίο στο κομοδίνο. Δεν φοράω γυαλιά, το φέρνω κοντά στα μάτια μου. Είναι η Πανσέληνος στο Δάσος, πάντα δίπλα μου, πάντα επάνω μου, να με στηρίζει και να με φωτίζει, στις δύσκολες ώρες, στις μελαγχολικές Πέμπτες, όπως οι φίλοι οι καλοί, όπως η ποίηση η αυθεντική:                                      .
να βγω έξω, δεν βγήκα. νύχτα έχει και μέσα, και στη μέση των δωματίων πάντα πανσέληνοι μικρές, πάντα φώτα. με γυαλιά τότε μαύρα μπορείς να κοιτάς προς τα πάνω, ό,τι θέλεις να γίνεται το φως, έκλειψη ιδιωτική, ήλιος προσωπικός, σελήνη, ας πούμε, υπερήφανη, σαν καρδιά εγκάρδια, σαν νερό το φως δροσερό τότε, πηγαίο. και δικά σου πάλι τότε πρόσωπα, σαν θεός όσα εσύ θέλεις μόνο να ξανάρχονται, να ξαναφωτίζονται λίγο, πολύ, ήσυχα-ήσυχα. πανσέληνος τότε η ψυχή σου στο δάσος, το θεοσκότεινο, το μαύρο. από πάνω σαν λάμπα, λάμπα δωματίου τιποτένια, θεά ξαφνικά κι αυτή όμως, παντού, παντοδύναμη.

 

Ημέρα 7η, Παρασκευή.- Στις εκδόσεις Opera. Με τον Σωτήρη, τον Γιώργο, το Στέλιο, την Γαρυφαλλιά, τον Μανώλη, τον Κώστα, τον Τζιμάκο, τον Αντρέα, τον Βασίλη, τον Θεοδόση και τον Χρήστο. Κλασική συνάντηση Παρασκευής, σήμερα όμως ήμαστε περισσότεροι διότι εγκαινιάζαμε τον ανακαινισμένο χώρο του Γιώργου. Ο Σωτήρης μοίρασε σε όλους την Πανσέληνο στο Δάσος. Ο Τζιμάκος, ιδιαιτέρως ευδιάθετος και ενθουσιασμένος, πήρε το βιβλίο και θέλησε να διαβάσει κάποια ποιήματα. Ο Σωτήρης δεν ήθελε… Στο τέλος ο Τζιμάκος διάβασε μόνον ένα, το πρώτο της συλλογής. Αυτό:
όλα μια νύχτα, μια στιγμή. κι εγώ από πάνω, ακίνητος, των πάγων ένα φως κατά κάτω να στέλνω μόνο, λιμνών τις αντανακλάσεις τις πιο αρχαίες απ’ όλες, καθρέφτης εγώ αυτού του Ήλιου του βλάκα, του φωτός του απλός τηλεγραφητής, πότε παιδί, πότε γυναίκα, πάντα όμως χωρίς σώμα, χωρίς πόδια, χωρίς ποδιά. κι ολόγυρα πια κάτω, δίπλα στους άλλους δίπλα μου, σαν νύχι εγώ πιο συχνά, σαν ακτίνα ολοστρόγγυλη, σαν σχίσιμο στο μάτι τ’ ουρανού χωρίς αίμα, χωρίς νερό. μόνο όταν ολόκληρος, ολόκληρη είμαι, μόνο τότε της Γης τα σκοτεινά και την ημέρα δάση φωτίζονται, κινούνται, περπατάνε.


Αθήνα, 31 Αυγούστου 2012 (Πανσέληνος)


Φώτης Μπατσίλας


Y.Γ.: Η ποιητική συλλογή «Πανσέληνος στο Δάσος» (2012) του Σωτήρη Κακίση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ (Λευκωσία). Διάθεση στην Αθήνα: Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια. Ιστοσελίδα: www.yialousa.org. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Βασίλη Αρτίκου, αυτή που εικονίζει τον Τζιμάκο να διαβάζει του Θοδωρή Σκριβάνου, ενώ αυτή με τον Κακίση και τον Πανούση του… ίδιου του Κακίση! Τους ευχαριστώ όλους!

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 2, Μανία (1985, Γιώργος Πανουσόπουλος)



Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 2, Μανία (1985, Γιώργος Πανουσόπουλος)

Το oxy-moron συμπληρώνει σήμερα 100 αναρτήσεις! Το γιορτάζουμε, λοιπόν, με μια ιδιαίτερη ταινία του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη, του αγαπημένου μου Γιώργου Πανουσόπουλου. Εύχομαι (κι ελπίζω) και η 200η ανάρτηση να αναφέρεται δικιά του ταινία (και μάλιστα καινούργια!). Οι φωτογραφίες της ανάρτησης ανήκουν στον φίλο ποιητή Σωτήρη Κακίση, με την άδεια του οποίου δημοσιεύονται εδώ. Για άλλη μια φορά το oxy-moron τον ευχαριστεί δημόσια (και επετειακά) για την πολύτιμη αρωγή που αφειδώς κι αφιλοκερδώς προσφέρει σχεδόν απ’ το ξεκίνημα του μπλογκ.




Μανία, 1985, σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανουσόπουλου,
με τους Alessandra Vanzi και Άρη Ρέτσο.

Μ’ έχει πιάσει, τελευταία, μια μανία με τον Γιώργο Πανουσόπουλο. Με τις ταινίες του δηλαδή. Μανία… Το χρώμα της Μανίας είναι κόκκινο. Σαν αίμα. Σαν ψέμα. Όπως η ζωή της πρωταγωνίστριας, της Ζωής (Alessandra Vanzi), ένα επιτυχημένο ψέμα. Στέλεχος μιας πολυεθνικής εταιρείας πληροφορικής, σύζυγος και μητέρα, την επιλέγουν για μετεκπαίδευση στην Αμερική. Ορθολογίστρια ώς εκεί που δεν παίρνει, τέρας λογικής, μυαλό τετράγωνο, «μαλώνει» κόρη και μητέρα που αγοράζουν κεριά για τη γιορτή της Αναλήψεως. Τότε ακόμη δεν ξέρει… Αργότερα θα γίνει η ίδια «δεν ξέρω»… Αίφνης, λοιπόν, όλα καταρρίπτονται: μια ζεστή μέρα του Ιουνίου, μια περίεργη μέρα κατά τη διάρκεια της οποίας όλα μπορούν να συμβούν, σε μια βόλτα στον Εθνικό Κήπο, βλέπει ένα ζευγάρι να ερωτοτροπεί. Ταυτόχρονα βλέπει κι έναν ηδονοβλεψία κι έτσι, ηδονοβλεψίας κι ίδια, αρχίζει να τρέχει για να ξεφύγει δίχως να ξέρει από τι, δίχως να ξέρει το γιατί. Φοράει γυαλιά, έχει μυωπία, ενώ τρέχει της πέφτουν και σπάνε, τα βλέπει πλέον θολά, κι όμως όλα ξεδιαλύνονται, πότε ήταν θολά;, ένα πολύχρωμο παγώνι, χιλιάδες μάτια, κι ένας άντρας, ένας περίεργος άντρας, σαν τον εργάτη του πάρκου (Άρης Ρέτσος), σαν φιγούρα διονυσιακή, σαν τον ίδιο τον Θεό του Δάσους, τον Πάνα, κι η ίδια «νεράιδα του μεσημεριού», σαγηνεύει τα ζώα, σαγηνεύει τα παιδιά, όλα μπορούν να συμβούν, όλα συμβαίνουν, όλα ξεστρατίζουν, όλοι αναστατώνονται, δεν μπορούν να καταλάβουν τι έγινε, δεν μπορούν να καταλάβουν πώς έγινε, δεν το πιστεύουν, προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν, να φυλακίσουν τα παιδιά και τα ζώα, μα αυτά δεν πιάνονται πια, επηρεασμένα από τη Ζωή, την «μαμά-δεν ξέρω», τρέχουν, πηδάνε σαν κατσίκια, σαν τράγοι, οι Επιθυμίες απελευθερώνονται, ο δημόσιος εγκλεισμός τερματίζεται, ένθεη μανία, πυρετός, γκάιντα και τύμπανα, η τελετή της απελευθέρωσης, «… κι αν είσαι η μανούλα μου, σκύψε και φίλησέ με», η συντεταγμένη κοινωνία αντιδρά, οι Αρχές επιλαμβάνονται, ο Μηνάς, ο σύζυγος (Αντώνης Θεοδωρακόπουλος) παρεμβαίνει, όλα όμως έχουν πάρει τον δρόμο τους, όλα συμβαίνουν, όλα συνέβησαν ήδη: ένα εκτυφλωτικό φως, ένας δυνατός αέρας, κι η Ζωή δεν είναι πια εκεί, έχει αναληφθεί…! Τα άσπρα και τα κόκκινα κεράκια που είχε αγοράσει η κόρη της για τη γιορτή της Αναλήψεως έχουν ήδη ανάψει, ενώ ένας τράγος (ίδιος ο Παν) περιφέρεται εκεί όπου πριν στεκόταν η Ζωή… Το χρώμα της Μανίας είναι, όντως, κόκκινο, κόκκινοι κι οι τίτλοι της ταινίας, κόκκινο και το φόρεμα της Ζωής. Ώς κι η μουσική του Νίκου Ξυδάκη, ανατολίτικη κι απόλυτα ταιριαστή, σου προκαλεί μια διάθεση φυγής, απελευθέρωσης, ενός ταξιδιού προς κάτι νέο, σαν μια αυγή, μια ροδοκόκκινη αυγή…

Αθήνα, 30 Αυγούστου 2012

Φώτης Μπατσίλας

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση





Μικρό Αφιέρωμα στους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση

Μετά από μία σχετικώς μακρά περίοδο αδράνειας, το oxy-moron συνεχίζει σήμερα τα Μικρά Αφιερώματα παρουσιάζοντας τους Λυρικούς του Σωτήρη Κακίση. Το αφιέρωμα αποτελείται από 7 μέρη και περιλαμβάνει: 1. Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς που διασώθηκε ολόκληρο, σε μετάφραση του Κακίση, που δημοσιεύτηκε το 2005 στη στήλη "Αντίλογος" του περιοδικού "4 Τροχοί", 2. Ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση με τίτλο "Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση", από το βιβλίο του Το Σύμπλεγμα του Κάιν (εκδόσεις Άκμων), 3. Ένα κείμενο του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη με τίτλο "Για τη μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Βαρβέρης στα  "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 4. Ένα απόσπασμα κειμένου της Κατερίνας Καρπινάτο, σε μετάφραση Λένας Λυγερού-Russo, με τίτλο "Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής" (Βενετία 2004), 5. Ένα κείμενο του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου με τίτλο "Για τον Αλκαίο του Σωτήρη Κακίση", που διάβασε ο ίδιος ο Μαρκόπουλος επίσης στα "Οινοπνεύματα" της Αλεξάνδρας Μπουτάρη στις 11/12/1995, 6. Ένα πρόσφατο κείμενο του Χρόνη Μπερτόλη με τίτλο "Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα" και υπότιτλο "Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση", και 7. Τα ποιήματα "Ατθίδα" και "Ανακτόρια" της Σαπφώς στη μετάφραση του Κακίση, όπως διαμορφώθηκαν για τις ανάγκες των τραγουδιών, καθώς και 3 βίντεο των μελοποιημένων από τον Σπύρο Βλασσόπουλο και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και ερμηνευμένων από την Αλέκα Κανελλίδου και την Ελευθερία Αρβανιτάκη ποιημάτων της Σαπφώς, από τους δίσκους "Σαπφώ" (LYRA, 1986) και "Τραγούδια για τους Μήνες" (POLYDOR, 1996). Τέλος, το αφιέρωμα περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό που παραχώρησε στο oxy-moron ο Σωτήρης Κακίσης. Τον ευχαριστώ θερμώς! Απολαύστε το αφιέρωμα:





ΜΕΡΟΣ 1ο


Σαπφώ 2005



Το τέταρτο ποίημα της Σαπφώς σε πανελλήνια πρώτη, μεταφρασμένο από τον ποιητή Σωτήρη Κακίση:


Εσείς, παιδιά, να ψάχνετε της ποίησης τα δώρα
μες στων μουσών τις αγκαλιές, στην ομορφιά της λύρας.


Εμένα πάει, γέρασε το τρυφερό μου δέρμα,
γίνανε άσπρα τα μαλλιά που ήτανε πρώτα μαύρα.


Βάρυνε πια η ψυχούλα μου, τα πόδια δεν βαστάνε,
που στο χορό πετάγανε, λιγνά σαν ελαφάκια.


Στεναχωριέμαι και πονώ. Μα πώς αλλιώς να γίνει;
Ο άνθρωπος είναι θνητός, το ξέρει, θα γεράσει.


Δεν λένε πως τον Τιθωνό η Αυγούλα η ροδοχέρα
ερωτευμένη έκρυψε στην άκρη αυτού του κόσμου,


κι ήτανε νέος κι όμορφος. Μα τσάκισε κι εκείνος
με τον καιρό. Κι ας έζησε μ' αθάνατη γυναίκα.


          Ποιoς είπε ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι «νεκρή»; Ο «Αντίλογος» έχει το προνόμιο να παρουσιάσει ένα νέο ποίημα μιας ποιήτριας που έζησε πριν από... 2.600 χρόνια.
Μέχρι πρόσφατα, εκτός από διάσπαρτα στιχάκια, μόνο τρία ποιήματα της Σαπφώς είχαν σωθεί ολοκληρωμένα. Από το 2004, τα σωθέντα ποιήματα έχουν γίνει τέσσερα! Απόσπασμα από το ποίημα είχε βρεθεί το 1922 σε έναν πάπυρο της «Οξυρρύγχου» στην Αίγυπτο. Το 2004, δύο επιστήμονες, οι Μάικλ Γκρόνγουολντ και Ρόμπερτ Ντάνιελ, ανακοίνωσαν ότι κατάφεραν να αναγνωρίσουν σε έναν πάπυρο στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας νέα αποσπάσματα από ποιήματα της Σαπφώς. Το τέταρτο ποίημα φανερώθηκε από το συνδυασμό των δύο ευρημάτων. 

Το μετάφρασε από τα αρχαία ελληνικά και το παραχώρησε στον «Αντίλογο» ο ποιητής Σωτήρης Κακίσης, έγκυρος μεταφραστής της Σαπφώς. Το μελοποιεί η συνθέτης Κριστέλλα Δημητρίου, με προοπτική να το εντάξει στο CD «Σαπφώ-Καβάφης». Η φωτογραφία του παπύρου στον οποίο σώζεται απόσπασμα του ποιήματος προέρχεται από την ιντερνετική εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, όπου την έχει ανεβάσει ο Χρόνης Μπερτόλης. 

Έρωτας και θνητότητα. Η θεά Ηώ (ή Αυγή) ερωτεύτηκε τον Τιθωνό. Η Ηώ ζήτησε από το Δία να του δώσει αθανασία, αλλά παρέλειψε να ζητήσει και αιώνια νεότητα. Έτσι, ο Τιθωνός γινόταν όλο και πιο γέρος, καταδικασμένος να μην πεθάνει ποτέ. Η Σαπφώ βλέπει στο μύθο τη δική της μοίρα, καθώς γερνά ανάμεσα στον κύκλο των προστατευόμενών της κοριτσιών, που δείχνουν να μη μεγαλώνουν. 

Το ποίημα της Σαπφώς δεν είναι παρά η αρχή. Σημαντικότατα έργα του αρχαίου κόσμου -ανάμεσά τους τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη- που θεωρούνταν χαμένα για πάντα έρχονται πάλι στο φως. Εφαρμόζοντας την υπέρυθρη ανάλυση του φωτός, η «Οξύρρυγχος», μια συλλογή χιλιάδων αρχαίων παπύρων που βρέθηκαν θαμμένοι στην Αίγυπτο, διαβάζεται από την αρχή, αυξάνοντας την αρχαία ελληνική γραμματεία κατά 20%!





ΜΕΡΟΣ 2ο

Οι Λυρικοί του Σωτήρη Κακίση
(ένα εγκυκλοπαιδικό λήμμα)

Προϊόν εξωφιλολογικού πάθους για την ποίηση, αυτές οι μεταφράσεις οδηγούν τις αντιλήψεις μας σχετικά με την κλασική παράδοση μακριά απ’ την αυστηρή εικόνα που αναπαράγουν διαρκώς οι επιστήμες του κειμένου: εδώ κυριαρχεί απλώς, με δροσερό τρόπο, αυτή η «φιλική επιστροφή του συγγραφέα», για την οποία έγινε, σε άλλες περιπτώσεις, τόσος λόγος. Ο Κακίσης ενδιαφέρεται για κείνη τη χαμένη διαύγεια του συμβολικού με την οποία μπορούν ακόμη να μας πλησιάζουν οι αόρατες χειρονομίες των ανθρώπων που κρύβονται πίσω απ’ τις φράσεις. Ανοίγεται εδώ ένας αινιγματικός χώρος, γεμάτος από κάποιο στοργικό ενδιαφέρον για τους πόθους, τα φετίχ, τις καθημερινές συνήθειες, τις υπεκφυγές, τα πονηρά τεχνάσματα, τη μικρή προσωπική διαλεκτική των υποκειμένων που μιλούν μέσα απ’ αυτή την αποσπασματική λογοτεχνία – των σχημάτων δηλαδή ενός πεπρωμένου τόσο μακρινού ώστε να παραμένει για μας σε κατάσταση αιώνια αναστολής, λογοκριμένο απ’ τις ορθολογιστικές νευρώσεις του φιλόλογου και τον καθωσπρεπισμό του ιστορικού. Σε κάποιο σημείο ο Κακίσης αισθάνεται πολύ κοντά σε κείνα τα ταλαιπωρημένα και υπέροχα πρόσωπα: εκείνο το πλησίασμα, αυτή η αμφίβολη οικειότητα δεν είναι επίμοχθη αλλά φυσιολογική, και παρ’ όλα αυτά, επικίνδυνη, γιατί στις μεταφραστικές αποσκευές που παίρνει μαζί του σ’ αυτό το εκκεντρικό ξεκίνημα δεν θα βρει κανείς τον υπερτροφικό και γεμάτο άγχος σεβασμό προς το δεοντολογικό τέρας που φρουρεί τον ύπνο των φιλολόγων και των πανεπιστημιακών διδασκάλων. Ιδωμένα απ’ την όχθη όχι της μεταφραστικής εκλογής, αλλά μιας μυθικής κοινότητας, τα κείμενα των λυρικών επιστρέφουν στην ποίηση έξω από κάθε σοβαρή πρόθεση, σχεδόν τυχαία. Γίνονται σκόρπιοι ήχοι, προϊόντα μιας ανάλαφρης ώθησης, εξαρτήματα ενός παιγνιδιού, σχήματα που βλασταίνουν δίχως νόημα, λαμπερά και παράδοξα ερείπια (κάποιων γραφτών με ενότητα που όμως δεν υπάρχει πια), μέσα στα οποία ο τωρινός αναγνώστης περιπλανιέται από κέφι ή περιέργεια κι όχι χάρη σε κάποιο μυστηριώδες καθήκον. Φυσικά, η αφέλεια μιας τέτοιας προσέγγισης κοστίζει πολύ ακριβά, κι ο Κακίσης πέφτει θύμα της ποινικοποίησης των μεθόδων: ο δεκαπεντασύλλαβος, η κάπως άνετη μετακίνηση μέσα στα νοήματα, οι ρυθμικές επινοήσεις, θα θεωρηθούν από αρκετούς πράγματα ξένα προς το πνεύμα των κειμένων. Ωστόσο, αυτό το πνεύμα δεν είναι διόλου μια κλειστή φύση, είναι μια διασπορά. Αλλά η τέχνη του Κακίση είναι επίσης μια διασπορά, κι έτσι οι δύο γραφές συγχέονται παράδοξα σε ένα διπλό ξετύλιγμα, στο δίχτυ των σπινθήρων που η γοητεία του δεν έρχεται πάντοτε απ’ τη γλώσσα ή την ακρίβεια, και σχετικά με την οποία η θεωρία της λογοτεχνίας δεν έχει να προσθέσει τίποτα. Ό,τι απομένει είναι ένα καινούριο έργο, μικρές λυρικές παρενθέσεις, επιτύμβια ίσως μιας φωτεινής και κάπως κουρασμένης στοργής για τον άνθρωπο, ψίθυροι, σημειώσεις στο περιθώριο της περιπλάνησης, θραύσματα, γρίφοι, μισόλογα, κομψές επιφυλάξεις, με δυο λόγια τα υλικά μιας μοναξιάς: μυστικές προεκτάσεις των Συρμάτων.
Ευγένιος Αρανίτσης





ΜΕΡΟΣ 3ο

Για τη Μετάφραση του Αλκαίου από τον Σωτήρη Κακίση

        Ο εκ Μυτιλήνης λυρικός ποιητής Αλκαίος είχε αρκετά κοινά στοιχεία με τον σύγχρονό μας ποιητή Σωτήρη Κακίση, γι’ αυτό και ο δεύτερος επέπρωτο να μεταφράσει τον πρώτο.
        Τα 4 βασικά στοιχεία του Αλκαίου που παρατηρούνται και στον Κακίση είναι τα εξής:
          α) Ο Αλκαίος ως νέος ήτο ζωηρός, φιλοπαίγμων και φιλόπατρις. Το αυτό και ο Κακίσης.
          β) Ο Αλκαίος ήτο εκ των υπερτιμώντων την αξίαν του πλούτου («χρήματα, χρήματα ανήρ, ουδέν εστί τάλλα πλην ο χρυσός»). Το αυτό και ο Κακίσης, εφ’ ω άλλωστε ήτοι προς πλουτισμόν και μετέφρασε Αλκαίον.
         γ) Ο Αλκαίος ήτο πολεμικώτατος και αντιμετώπισε ως αριστοκρατικός τους δημοκρατικούς εις πλείστας όσας εξεγέρσεις. Επίσης αριστοκρατικός είναι και ο Κακίσης, στασιάζων και εξεγειρόμενος όμως διά μόνης της απομακρύνσεως και της σιωπής.
         δ) Όπως το περιεχόμενον των ποιημάτων του Αλκαίου ήτο ποικίλον και ποικίλη η μετρική μορφή αυτών –ούτω συνέβη και με τον Κακίση. Άλλα τα «Σύρματα», άλλο το «Μη με Ζηλεύεις», άλλο «Οι Ξανθές το Γλεντάνε», αλλιώς τα «Μέρη που Χάσανε τη Μαγεία τους»...
        Η μικρή αυτή συγκριτική φιλολογική μελέτη κοινότητος στοιχείων μεταξύ των δύο ποιητών θα μπορούσε να συνεχισθεί επ’ αόριστον ή έστω μέχρι επιπέδου διδακτορικής διατριβής. Για να αποφύγω όμως μια τέτοια χρονική δικτατορική σας διατριβή, σας παραπέμπω στην άλκιμη μετάφραση Αλκαίου υπό του Κακίση. Εκεί όλα αποδεικνύονται.
        Για δε την περίσταση θυμίζω αμετάφραστο ένα γνωμικό του Αλκαίου: «οίνος γαρ ανθρώποις δίοπτρον».

Γιάννης Βαρβέρης




ΜΕΡΟΣ 4ο

Ο Ποιητής Σωτήρης Κακίσης ως Μεταφραστής

(…) Ο Κακίσης επίσης εκτιμήθηκε ιδιαίτερα για την πλούσια και ποικίλη μεταφραστική του δραστηριότητα. Ο διάλογός του με τις άλλες γλώσσες, με τη γλώσσα του άλλου, γίνεται ιδιωτικό και προσωπικό όργανο, και είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες διαστάσεις της πνευματικής του δραστηριότητας. Πράγματι, ο Κακίσης στα κείμενα που μετέφρασε δούλεψε όχι με βάση τους αυστηρούς κανόνες της «φιλολογικώς ορθής» μετάφρασης, μα με βάση τους εξίσου σοβαρούς και ακριβείς κανόνες της γλωσσικής μεσολάβησης, που ο ίδιος επέβαλε στον εαυτό του: επιλέγει να μιλήσει κατά πρόσωπο με τους ποιητές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, χωρίς εκείνο το ιερό δέος και το θρησκευτικό σεβασμό που συχνά κάνει την ανάγνωση των κλασσικών ποιητικών κειμένων άκαμπτη και απολιθωμένη. Πεπεισμένος ότι κρυμμένα πίσω (ή μέσα) στα αποσπάσματα του  Αλκαίου, της Σαπφώς, του Αλκμάνα (και των άλλων ποιητών της αρχαίας Ελλάδας) μπορεί κανείς να διακρίνει και να ανακαλύψει, όχι μόνο τα ίχνη ενός μεγάλου και λατρευτού πολιτισμού, αλλά και τις πάλλουσες από αίμα αρτηρίες, τα στίγματα στο δέρμα και τις συγκινήσεις ανθρώπων που υπήρξαν πραγματικά, με σάρκα και οστά, ο Σωτήρης Κακίσης αποκαλύπτει ό,τι ανθρώπινο μπορεί ακόμα να σωθεί μέσα σ’ εκείνες τις σπασμένες λέξεις, εκείνους τους ακρωτηριασμένους στίχους που στερήθηκαν το  συνολικό τους περιεχόμενο και τη μουσικότητά τους. Από τα ψίχουλα της αρχαίας ελληνικής ποίησης που σώθηκαν μέχρι σήμερα, χάρη στον προσωπικό του εκφραστικό κώδικα, οι ποιητές της αρχαιότητας όχι μόνο αποκτούν φωνή, αλλά αναβιώνουν μέσα από ένα είδος ποιητικής ενσάρκωσης. Οι στίχοι του γίνονται προσωπικές ερμηνείες: όποιος κατηγορήσει τον Κακίση ότι ο Αλκαίος του είναι περισσότερο Κακίσης παρά Αλκαίος, έχει δίκιο και πέτυχε διάνα. Μα ο Κακίσης επιθυμεί να κινείται ακριβώς σε αυτό το είδος της μετάφρασης-εξομοίωσης, της μετάφρασης-ολοκλήρωσης, της μετάφρασης-συγχώνευσης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μεταφράσεις του είναι ποιητικές επανεγγραφές και όχι μεταφράσεις strictu sensu, ποιητικές επανεγγραφές με βάση τις γλωσσικές παραμέτρους που ο Κακίσης επέλεξε και στις οποίες παρέμεινε πιστός σ΄όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του διαδρομής» …΄


Κατερίνα Καρπινάτο
(Βενετία 2004, μετάφραση Λένα Λυγερού-Russo)








ΜΕΡΟΣ 5ο

Αλκαίος του Σωτήρη Κακίση

Ήταν ένα όμορφο βράδυ στα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του ’70, στην «Ώρα» του αξέχαστου Ασαντούρ Μπαχαριάν, όπου πρωτο-ακούγοντας ποιήματα του Σωτήρη Κακίση κατάλαβα πως άλλο ένα χαρισματικό και χυμώδες παιδί είχε ήδη προστεθεί στη μεγάλη παρέα της γενιάς μας, που με αφοπλιστική αθωότητα βιαζόταν να ρουφήξει, διαμιάς λες, την κρυμμένη εκείνη στις πιο απίθανες πτυχές της καθημερινότητάς μας ποίηση.

Και πράγματι. Ο καιρός και τα γραπτά απέδειξαν πως ο Σωτήρης Κακίσης είναι ένας από εκείνους τους ποιητές που διαθέτουν το χάρισμα να κρατούν σε επίπεδα τέτοια τον λόγο τους, έτσι ώστε αυτός να τους βοηθά στο τέλος να προωθούν στην επιφάνεια τα καλύτερα και μόνον στοιχεία της έμπνευσής τους. Το έργο του δεν αποσκοπεί, λοιπόν, παρά να είναι ο χώρος της έκθεσης κάποιων αυστηρά επιλεγμένων ποιητικών του στιγμών, ενώ το ύφος της γραφής του δεν διαπνέεται παρά από τις επιδιώξεις ενός ανθρώπου, που, πάνω απ’ όλα, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην όλη του κειμένου του εμφάνιση και μορφή. Αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ευθύς εξ αρχής ως κλειδί για την προσέγγισή του. Γιατί, μέσα ακριβώς από αυτή την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ο Κακίσης αντιμετωπίζει όλα τα πράγματα που τον περιστοιχίζουν.

Από τότε, λοιπόν, από την εποχή της «’Ωρας», τα χρόνια πέρασαν. Ο Σωτήρης Κακίσης δοκίμασε τα φτερά του και δοκιμάστηκε στα περισσότερα είδη του Λόγου, όπως άλλωστε όλοι γνωρίζουμε, με ιδιαίτερη επιτυχία. Τα βιβλία του γνώρισαν εκδόσεις και επανεκδόσεις, κέρδισε τη φήμη, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια αισθητικής τελείωσης, ακόμα κι εκεί που αυτή μοιάζει κρυμμένη. Η εν λόγω προσπάθειά του στάθηκε πολύτιμη και εν προκειμένω, στην απόδοση δηλαδή στα νέα ελληνικά του αρχαίου ποιητή Αλκαίου. Όπου η πλαστικότητα στην έκφραση κυριαρχεί, χωρίς παράλληλα να μειώνεται η φιλολογική εγκυρότητα, και όπου το αποτέλεσμα προβάλλει υπέροχο.

Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ποιητής εξαίρετος. Δεν μετράει τις λέξεις με το υποδεκάμετρο, αλλά η ποιητική φωνή του, η γλώσσα αυτή των πουλιών η μυστηριώδης, οδηγεί τις λέξεις αυτόματα στη σωστή τους θέση, σαν από θαύμα. Γιατί ο μεταφραστής Κακίσης είναι πάνω απ’ όλα ποιητής, και ξέρει να ανασύρει τη μαγεία των στίχων, ξέρει να ξαναφωτίζει τις εικόνες αποφασιστικά, να υποψιάζεται πάντα σωστά το αρχαίο μέτρο, που είναι ίδιο στην ουσία του με το νέο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει πάντα εντός του ένα κρυφό καμπανάκι, δώρο της φύσης, που όταν κάτι του ξεφεύγει, αυτό τον επαναφέρει, του δείχνει πώς να επαναφορτίσει το συναίσθημα. Έτσι βρίσκει την κεκοιμημένη ένταση του αρχικού ποιήματος, τα αποσπάσματα ξαφνικά αποκτούν συνοχή και αυθυπαρξία, τα σπαράγματα ξαναϋψώνονται και βαδίζουν πάλι στο δρόμο όπου συναντούν στην ψυχή μας μέσα τον χαμένο τους αδελφό, το ταίρι τους, αυτές οι θυελλώδεις στιγμές του παρελθόντος μας: τη συνέχεια δηλαδή και της Ελλάδας εκείνης σήμερα.


Γιώργος Μαρκόπουλος





ΜΕΡΟΣ 6ο

Γεννηθέντα, ου Ποιηθέντα
-ή Λίγα Λόγια για το Έργο του Σωτήρη Κακίση

Λατρεύω τους αθλητές.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Τους ποιητές, αντίθετα, τους απεχθάνομαι.  Όλους.  Εκτός από αυτούς που έχω γνωρίσει.  Ομολογώ ότι τα κριτήριά μου είναι πολύ επιφανειακά, δηλαδή είμαι φυσιογνωμιστής.  Όλα αυτά που λένε, ότι ο άνθρωπος έχει βάθος: μπούρδες.  Όλα στην επιφάνεια είναι, αρκεί να είσαι καλός φυσιογνωμιστής. 

Που λέτε, κυρ-ποετάστροι, θα σας πω ένα μυστικό και θα σας το πω ελλειπτικά, ποιητικά καταπώς βαυκαλίζεστε: δεν.  ΔΕΝ.  Τα Ελληνικά είναι βαριά βαλίτσα και σεις, δεν.  Δεν κάνετε την ίδια δουλειά.  Δεν παίζετε στην ίδια θέση.  Να το πω πιο αργκό: αυτός είναι τήδε και σεις κακείσε.  Γκέγκε;

Είναι βαριά τα Ελληνικά και δεν τα σηκώνεις εύκολα, ειδικά αν ξέρεις τι έχει μέσα η βαλίτσα, τον Αλκαίο, τον Ιππώνακτα, τον Αρχίλοχο και της Σαπφώς τα μάτια.  Ν’ αναμετρηθείς με δαύτους, δεν γίνεται.  Πολλώ μάλλον αν δεν τους έχεις καν υπόψη σου, κυρ-ποετάστροι, και σεις, -το ξανάπα- δεν.  Μα, θα πείτε, αυτά είναι των φιλολόγων.  Όχι.  Δεν!  Δεν είναι των φιλολόγων και εκτός αυτού στην Ελλάδα έχουμε και αυτό το πρόβλημα (ή, ίσως, μόνον αυτό το πρόβλημα): οι χειρότεροι φιλόλογοι είναι οι φιλόλογοι.  Άρα, εάν το άλας μωρανθή, τίνι αρτυθήσεται? 

Γράφει, που λέτε, ο Σ.Κ., πλην όμως αυτά που γράφει ποιήματα δεν μοιάζουν.  Δεν έχουν στιχάκια, not even of any kind.  Δεν έχουν ρίμες, δεν έχουν καν μια ατάκα να την πάρει ο λαός και να την τραγουδήσει.  Παράξενα είναι.  Κάτι σαν μικρο-πεζά, αλλά ούτε πεζά τα λες.  Ούτε έχουν κάτι να δώσουν, πάρα μόνο να πάρουν, να σου πάρουν, αναγνώστα παντογνώστα.  Σε ψάχνουν, σε ξεψαχνίζουν και μετά σπλαχνίζονται τα σπλάχνα σου, αν έχεις.  Που συνήθως δεν έχεις.  Τελικά τα ποιήματά του είναι αποίητα, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, σχεδόν τίποτα, α! βρήκα τη λέξη που έψαχνα:  μικρο-τίποτα.  Les Petits Riens.  Αλλέγκρο, λάργκο, ανταντίνo, λαργκέτo και γκαβότα. 

Υπάρχει ένα ποίημα που η Σαπφώ δεν έγραψε ποτέ.  Μας παραδόθηκε κάπως έτσι:

ἐν δ’ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι’ ὔσδων
μαλίνων, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων,
κῶμα κατάρρει

Διότι από χαρτιά σβησμένα, σκισμένα, σαπισμένα, σκωροφαγωμένα, μισοκαμμένα τα διαβάζουμε αυτά και τις στάχτες βάζουμε στη σειρά μία-μία, να βγάλουμε άκρη.  Δεν το έγραψε έτσι η Σαπφώ.  Έχει κι άλλα κομμάτια που χάθηκαν, μερικά ίσως για πάντα, κι άλλα που βρήκαμε μετά.  Ου φροντίς.  Ο Σ.Κ. πήρε όσες στάχτες είχαμε, τις κοιλοπόνεσε και τις ξαναγέννησε.  Είπαμε, γεννηθέντα, ου ποιηθέντα:

νεράκι γύρω κελαηδά περνώντας παγωμένο
απ’ τα κλωνάρια της μηλιάς κι όπως θροΐζουν πάνω
τα φύλλα, κάτω ένας βαθύς ύπνος αργοκυλάει.

Εγώ τη συνέχεια την ξέρω απέξω.  Νεράκι την ξέρω.  Να σας την πω;

Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρ
ὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Ο
ὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σ
ὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο
ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι
᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

Την Ανακτορία εννοεί.  Μην είμαι ιερόσυλος, κυρ-ποετάστροι;  Μπορεί και να ’μαι.  Ου φροντίς.  Δεν θα το κρίνετε σεις αυτό.


Χρόνης Μπερτόλης
(27-3-2012)






ΜΕΡΟΣ 7ο


ΣΑΠΦώ,
ΑΝΑΚΤόΡΙΑ

Εγώ νομίζω πως εδώ, σ' αυτή τη γη τη μαύρη
εκείνο είν' ομορφότερο, ό,τι ποθεί καθένας.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Εύκολη, πολύ εύκολη είν' η καρδιά του ανθρώπου
και θέλει να 'χει στη στιγμή ό,τι ο νους του βάζει.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

Την Ανακτόρια μου, λοιπόν, θυμήθηκα που λείπει,
το αγαπημένο βήμα της 'πεθύμησα, κι ακόμα
τη λάμψη πάλι να 'βλεπα που έχει το πρόσωπό της,
παρά τα όπλα των Λυδών, τ' άρματα και τις μάχες.

Ξέρω, δεν είναι δυνατό το τέλειο στον κόσμο
να γίνεται, μα μοναχά το λίγο κυνηγάμε.

Κι είναι απλό, πολύ απλό, όλοι να με εννοήσουν.

μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ





ΣΑΠΦώ,
ΑΤΘίΔΑ

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.

Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ' το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.

Πάει καιρός που κάποτε σ' αγάπησα, Ατθίδα,
μα τότε μου 'μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης,
απ' όλα το καλύτερο εσύ 'σαι το αστέρι.

Μτφρ.
ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ.



ΣΑΠΦώ, 3 βίντεο (Συγκριτική Μελέτη, Ανακτόρια, Ατθίδα):









Υ.Γ.: (Όλα τα υπόλοιπα βίντεο του δίσκου ΣΑΠΦΩ μπορείτε να τα δείτε στο κανάλι του youtube: ffotis18). Επίσης, στις φωτογραφίες κατά σειρά: 1. Σαπφώ 2005 (Αντίλογος, 4 Τροχοί),  2. Σαπφώ (εξώφυλλο δίσκου), 3. Σαπφώ με τα γράμματα του Κακίση, 4. Αλκαίος, Κακίσης, Χουλιαράς (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Νεφέλη), 5. IL CASO DI SOTIRIS KAKISIS, 6. Σαπφώ, Κακίσης, Φασιανός (το εξώφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις Ερατώ), 7. Ο Στέφανος Κουμανούδης στον Σωτήρη Κακίση, 8. Ανάγνωση της Σαπφώς του Κακίση σε Ιταλικό Γυμνάσιο της Νάπολης, 2011, 9. Σαπφώ, 5η έκδοση, Κέδρος, 10. Σωτήρης Κακίσης, Ηριδανός (φωτό Τζων Σαμέλλας).






Αθήνα, 22 Απριλίου 2012


(και για την αντιγραφή)
Φώτης Μπατσίλας