Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 9, Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (1964, Jacques Demy)



Les Parapluies de Cherbourg (Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, 1964), σε σκηνοθεσία Jacques Demy, με τους Catherine Deneuve και Nino Castelnuovo.


Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, δεν μπορώ να μην σκεφτώ αυτήν την ταινία ή, καλύτερα, την τελευταία σκηνή αυτής της ταινίας, σκηνή περίεργη, μελοδραματική, εξωπραγματική, μα πάνω απ’ όλα, σκηνή αμηχανίας, μια σκηνή που διαδραματίζεται τα Χριστούγεννα του 1963. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή:

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 άκουγα μανιωδώς τους δίσκους του Βαγγέλη Γερμανού, τα θρυλικά (πια) Μπαράκια (1981), το Ερωτικό Κούρδισμα (1982) και το Βραχυκύκλωμα (1984), δίσκοι απ’ τους καλύτερους αυτής της δεκαετίας, τους οποίους πού και πού ακούω μέχρι και σήμερα. Το Ερωτικό Κούρδισμα, ο πιο «εύκολος» δίσκος απ’ αυτούς τους τρεις περιείχε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γερμανού, την Κρουαζιέρα, αλλά κι ένα τραγούδι, σχεδόν άγνωστο σήμερα, που όμως τα χρόνια εκείνα το έπαιζε συχνά το ραδιόφωνο κι εγώ το έπαιζα καθημερινά σχεδόν στην κιθάρα (και το τραγουδούσα σε κάθε σχολική εκδρομή για να τ’ ακούσει μια κοπέλα που αγαπούσα πολύ…). Ήταν το Μαξίμ, μια ωραία γρήγορη ρομαντική μπαλάντα από ματζόρε, που είχα τα ακόλουθα λόγια:

Σ’ αρέσουν τα Ρεμπέτικα
και πιο πολύ τα ξένα,
μα τώρα δώσε προσοχή,
μικράκι μου, σε μένα.

Εγώ δεν ξέρω μουσική
τραγούδια να σου γράψω,
τις μπορώ σε μια στροφή
τη μοίρα σου ν’ αλλάξω.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»
στο Μαξίμ…

Στριφογυρίζεις και ρωτάς
και ψάχνεις την τροφή σου,
τα ’χεις χαλάσει, μάτια μου,
με τον προμηθευτή σου.

Κλείσ’ τα παράθυρα σφιχτά,
τις πόρτες και τα φώτα,
έλα να ναυαγήσουμε
στον καναπέ, σαν πρώτα.

Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ,
«Οι ομπρέλες του Χερβούργου»,
στο Μαξίμ…

 
Έτσι, έμαθα για την ταινία, μια ταινία όμως που κατάντησε για μένα ταινία-φάντασμα, μια που για είκοσι και πλέον χρόνια δεν μπορούσα να βρω πουθενά όσο κι αν την έψαχνα σ’ όλα τα βιντεοκλάμπ, στις λέσχες και στα προγράμματα της τηλεόρασης (αργότερα έμαθα ότι η ταινία δεν υπήρχε πουθενά λόγω του ότι είχε ξεθωριάσει το αρνητικό και αποκαταστάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90).Όπως είναι φυσικό, όλ’ αυτά τα χρόνια, η ταινία πήρε μια σχεδόν μυθική διάσταση αφού, σε συνδυασμό και με την μουσική του Μισέλ Λεγκράν (Michel Legrand), που εν τω μεταξύ είχα ακούσει, αποτέλεσε δείκτη ρομαντικότητας, μνημείο του πρώτου μεγάλου μου έρωτα, παιδικού, μα άδολου, ανεκπλήρωτου, μα εξειδανικευμένου. Ο στίχος του τραγουδιού του Γερμανού «Φτάνει μόνο να θυμάσαι και το φιλμ – Οι Ομπρέλες του Χερβούργου, στο Μαξίμ» ταυτίστηκαν πλέον με τη φράση «Φτάνει να μ’ αγαπάς, κι όλα μπορούν να συμβούν». Έτσι, οι Ομπρέλες του Χερβούργου έγιναν το σύμβολο της πιο μεγάλης, της πιο καθαρής, της αιώνιας και παντοδύναμης αγάπης… Πάμε τώρα στην ταινία:

Πρόκειται για ένα έγχρωμο, πολύχρωμο, θα έλεγα, μιούζικαλ, την πιο «τραγουδιστή» ίσως ταινία που έχω δει, σε σκηνοθεσία και λιμπρέτο του Ζακ Ντεμύ (Jacques Demy), χωρισμένη σε τρία μέρη, ως εξής:


1ο μέρος: Η Αναχώρηση.
Νοέμβριος 1957. Ο εικοσάχρονος Γκυ (Νίνο Καστελνουόβο) εργάζεται ως υπάλληλος σ’ ένα βενζινάδικο κι η δεκαεπτάχρονη Ζενεβιέβ (Κατρίν Ντενέβ) βοηθάει την χήρα μητέρα στο κατάστημά της που πουλάει ομπρέλες και ονομάζεται «οι Ομπρέλες του Χερβούργου». Είναι νέοι, είν’ ερωτευμένοι τρελλά! Βγαίνουν το βράδυ, πηγαίνουν θέατρο και μετά για χορό. Αγαπιούνται!
Η μητέρα της μικρής δεν θέλει τον γάμο τους, αλλά πείθεται να τους βοηθήσει, αν και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα Πηγαίνει να πουλήσει ένα κόσμημα αλλά δεν μπορεί. Τότε, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Ρολάντ Κασσάρντ (Marc Michel), πλούσιος και καλοδιατηρημένος έμπορος διαμαντιών, ο οποίος προσφέρεται να βοηθήσει, διότι του άρεσε πολύ η Ζενεβιέβ. Η μητέρα της μικρής ενθουσιάζεται και καλοβλέπει τον γάμο της κόρης της με τον πλούσιο άντρα, τη στιγμή που ο Γκυ λαμβάνει σημείωμα κατάταξης για τον πόλεμο της Αλγερίας. Πριν αναχωρήσει, πηγαίνει σπίτι του την Ζενεβιέβ και την κάνει δική του…

 2ο μέρος: Η Απουσία.
Ο Γκυ λείπει δυο μήνες και δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η Ζενεβιέβ ανησυχεί κι είναι χλωμή. Είναι έγκυος… Η μητέρα της αναστατώνεται. Καλέι σε γεύμα τον Ρολάντ, ο οποίος ζητάει το χέρι της μικρής! Δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν. Τους διηγείται την ιστορία του: κάποτε, αγάπησε μια γυναίκα, η οποία δεν τον αγαπούσε. Τη λέγαν Λόλα (ναι, πρόκειται για την ομώνυμη ταινία του Ντεμύ!). Προσπάθησε να την ξεχάσει και ταξίδεψε για χρόνια μακριά απ’ την Γαλλία. Τώρα φεύγει πάλι, μα θα γυρίσει σε τρεις μήνες για να λάβει απάντηση…
Φεβρουάριος 1958. Η Ζενεβιέβ παίρνει γράμμα από τον Γκυ. Μάρτιος 1958. Φουσκώνει. Απόκριες κι είναι μόνη. Η μητέρα της την πιέζει να παντρευτεί τον Ρολάντ. Το σκέφτεται. Η εικόνα του Γκυ αρχίζει να ξεθωριάζει… Απρίλιος 1958. Ο Ρολάντ δηλώνει ότι την παντρεύεται και με το παιδί! Η μικρή δέχεται. Ο γάμος γίνεται.

3ο μέρος: Η Επιστροφή.
Μάρτιος 1959. Μέρα βροχερή κι ο Γκυ επιστρέφει απ’ τον πόλεμο τραυματισμένος (όπως τραυματισμένη βγήκε απ’ τον πόλεμο της Αλγερίας κι η Γαλλία…). Στο κατάστημα με τις ομπρέλες γράφει «νέος ιδιοκτήτης» και στο σπίτι του, στο σπίτι της θείας του δηλαδή, με την οποία έμενε, η κατάσταση καταθλιπτική.
Απρίλιος 1959. Ο Γκυ έχει επιστρέψει στο γραράζ, όπου δούλευε και πριν πάει στρατό, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος: είναι οξύθυμος κι υπερβολικός. Παραιτείται, θα ζει πλέον με την μικρή του σύνταξη. Αρχίζει να πίνει. Σ’ ένα κακόφημο μπαρ του λιμανιού, τον ψωνίζει μια πόρνη. Πηγάινει μαζί της αλλά την αποκαλεί… Ζενεβιέβ!

Επιστρέφει σπίτι. Η θεία του έχει πεθάνει κι η Μαντλέν, η κοπέλα που φρόντιζε την θεία του κι ήταν ερωτευμένη κρυφά μαζί του, μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει. Της ζητάει να μείνει μαζί του, αλλ’ αυτή αρνείται. «Έχεις αλλάξει πολύ, δεν μπορώ να σε βοηθήσω», του λέει.
Ιούνιος 1959. Ο Γκυ πουλάει το σπίτι της θείας του κι ανοίγει δικό του βενζινάδικο. Η Μαντλέν είναι μαζί του αλλά φοβάται πως αυτός σκέφτεται ακόμα την Ζενεβιέβ. Τη διαβεβαιώνει για το αντίθετο…
Δεκέμβριος 1963. Χριστούγεννα. Χιόνι πυκνό, ατμόσφαιρα γιορτινή. Ο Γκυ είναι παντρεμένος με την Μαντλέν κι έχουν έναν γιο. Τον λένε Φρανσουά, όνομα που ήθελαν να δώσουν στο παιδί τους ο Γκυ κι η Ζενεβιέβ…
Στο βενζινάδικο. Σταματάει έν’ αυτοκίνητο. Είναι μια γυναίκα κι ένα κοριτσάκι, η Φρανσουάζ. Η Ζενεβιέβ και η κόρη της… Η κόρη τους, δηλαδή, αλλά τυπικά κόρη άλλου… Αμήχανοι, πολύ αμήχανοι. Μπαίνουν στο βενζινάδικο. Το παιδί μένει στ’ αμάξι. Λόγια ανούσια, απλώς λόγια (μέσα έίναι καλύτερα απ’ ό,τι έξω…). Κι ύστερα, η ερώτηση-αγκάθι: «Θέλεις να δεις το παιδί;». «Όχι, όλα τακτοποιήθηκαν…» η απάντηση. Αμήχανος κι εγώ, ο θεατής, ο κριτής, ο αμέτοχος παρ’ όλ’ αυτά, ο μόνος που μπορεί ν’ αποφασίσει όμως… Ποια είναι, άραγε η σωστή ερώτηση; Κι αν υπάρχει σωστή ερώτηση, υπάρχει πάντα και σωστή απάντηση; Η Ζενεβιέβ φεύγει και ο Γκυ παίζει στο χιόνι με τον γιο του, που στο μεταξύ ήρθε. Ο γιος, εδώ που τα λέμε, σωστό ή λάθος, είναι το παρόν. Πάντα αυτός θα είναι το παρόν, ώσπου να μπορεί κι αυτός να αξιολογήσει το παρελθόν του, να μπει στη διαδικασία της σωστής ή της λανθασμένης ερώτησης κι απάντησης, ώσπου, κάθε Χριστούγεννα, να παλεύει με το δικό του παρελθόν, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απολαύσει και να υπηρετήσει ένα δικό του (ή και ξένο) παρόν… Κι αν ο στίχος «φτάνει μόνο να θυμάσαι…» πάψει πλέον να σημαίνει, για μένα πάντα, τόσα πολλά, θα υπάρχει πάντα τούτο το πολύχρωμο μελόδραμα, τα λόγια κι οι εικόνες του, να μου θυμίζουν πως δεν υπάρχει παρόν χωρίς παρελθόν αλλά, φεύ, ούτε παρελθόν χωρίς παρόν…
Χρόνια Πολλά σε όλους!

Αθήνα, Χριστούγεννα 2012

Φώτης Μπατσίλας

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 8, A Christmas Carol (1938, Edwin L. Marin)




A Christmas Carol, 1938, σε σκηνοθεσία Edwin L. Marin, με τον Reginald Owen


Χριστούγεννα πάλι, κι όπως κάθε χρόνο, η ίδια Ιστορία, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Charles Dickens, πάντα η ίδια και πάντα διαφορετική, πάντα όμως με το ίδιο αίτημα και το ίδιο πρόσταγμα: αγάπη!

1938, μια παραγωγή της MGM, με παραγωγό τον μεγάλο Joseph L. Mankiewicz, σκηνοθέτη τον Edwin L. Marin, σεναριογράφο τον Hugo Butler και πρωταγωνιστή (Σκρουτζ) τον Reginald Owen. Αυτή τη φορά ο μύθος δίνεται περίπου ως εξής:
Ο Φρεντ, ανηψιός του γερο-στριμμένου Σκρουτζ, συναντάει τυχαία σ’ έναν δρόμο του παγωμένου Λονδίνου δυο παιδιά, τον ανάπηρο Τιμ και τον αδερφό του Πιερ. Κάνει μαζί τους γλίστρα! Είναι παραμονές Χριστουγέννων κι αυτός είναι χαρούμενος, ευδιάθετος. Μαθαίνει πως τα παιδιά είναι του Μπομπ, του υπαλλήλου του θείου του και προθυμοποιείται να μεταφέρει στον Μπομπ μια λίστα με ψώνια, μια που τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε στον χώρο εργασίας του πατέρα τους αφού δεν θέλουν να βλέπουν ούτε ζωγραφιστό τον Σκρουτζ.

Στο μαγαζί-γραφείο του Σκρουτζ, παγωμάρα, θλίψη, φόβος. Μπομπ και Σκρουτζ, κόσμοι αντίθετοι, εχθρικά αντίθετοι, ο Σκρουτζ είν’ απόλυτος, έχει άποψη: τα Χριστούγεννα είναι απάτη! Ο νεοεισελθών Φρεντ, πιο κοντά σαφώς στον Μπομπ, δεν μπορεί να μεταστρέψει τις ισορροπίες, κι ας φέρνει ένα μπουκάλι κρασί, κι ας δίνει θάρρος στον Μπομπ, κι ας προσκαλεί τον θείο του στης αρραβωνιαστικιάς του:

- Αρραβωνιάστηκες; Γιατί;

- Μα γιατί ερωτεύτηκα…

Τι πιο φυσικό, για τον Φρεντ, τι πιο αφύσικο για τον Σκρουτζ! Κι ύστερα η κομβική συνομιλία ανάμεσα στον δύσθυμο, δύστροπο, δύσκολο Σκρούτζ, και στον εύθυμο, καλότροπο, εύκολο Φρεντ:

- Με ποιο δικαίωμα είσαι χαρούμενος, αφού είσαι φτωχός;

- Κι εσύ γιατί είσαι μελαγχολικός, αφού είσαι πλούσιος;

Δεν είναι, συνεπώς, ο πλούτος το μέτρο της διάθεσης, όσο κι αν θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο…

Ο γέρο-Σκρουτζ διώχνει τον ανηψιό του, κι αρχίζει έτσι η νύχτα της αναμέτρησης με το πεπρωμένο του: αφού απολύσει με περισσή σκληρότητα τον Μπομπ που είχε την ατυχία (ή την αναίδεια) να παίξει χιονοπόλεμο στο δρόμο με τους πιτσιρικάδες και να «στοχεύσει» το ημίψηλο του Σκρουτζ, αφού δειπνήσει μόνος (χωρίς ν’ αφήσει πουρμπουάρ!) σ’ ένα εστιατόριο, θα γυρίσει σπίτι του, θα συναντήσει το φάντασμα του νεκρού συνεταίρου του, του Τζέικομπ Μάρλεϊ, το οποίο θα τον προειδοποιήσει για τα τρία πνεύματα που θα τον επισκεφτούν το βράδυ.

Η Ιστορία από ’δω και κάτω είναι λίγο-πολύ γνωστή: τρία πνεύματα τον επισκέπτονται, στη μία, στις δύο και στις τρεις την νύχτα, το πνεύμα των παρελθόντων Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την παιδική του ηλικία, το σχολείο του, τους φίλους του, την αγάπη της αδερφής του, της πεθαμένης πια μητέρας του Φρεντ, και την αγάπη του πρώτου εργοδότη του, το πνεύμα των παρόντων Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την νυν ευτυχία των φτωχών, του Μπομπ και της οικογένειάς του, του Φρεντ και της αρραβωνιαστικιάς του, και τέλος, το πνέυμα των μελλοντικών Χριστουγέννων, αυτό που του δείχνει την κηδεία του κι έναν κόσμο δίχως τον μικρό Τιμ, δίχως δηλαδή όλα αυτά που μπορούν να σωθούν με λίγα μόλις χρήματα, αυτά που αρνήθηκε ακόμα κι ως φιλανθρωπία…

Ο Σκρουτζ ξυπνάει. Ψάχνεται, είναι Χριστούγεννα κι είναι ζωντανός. Θέλει να ζήσει. Τώρα που καταλαβαίνει την ματαιότητα των πάντων, θέλει να ζήσει! Η ματαιότητα, εν τέλει, δίνει αξία στην ύπαρξη… Μεταστρέφεται, γίνεται γενναιόδωρος, η αγάπη τον κατακλύζει. Γίνεται άλλος άνθρωπος. Ευεργετεί τόσο τον Φρεντ, όσο τον Μπομπ και την οικογένειά του. Είναι ευτυχής, αν και γέρος! Σκορπάει τα χρήματά του και μαζί και την ευτυχία. Κι όμως, ποτέ η ευτυχία δεν ήταν ζήτημα χρημάτων, ποτέ…! Καλά Χριστούγεννα!!!

Αθήνα, 24 Δεκεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Αντιγραφές, μέρος 4: Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (Joseph Mankiewicz), «Τ’ όνομά μου είναι Τζων Φορντ, φτιάχνω Ουέστερν»


Έχω ιδιαίτερο πάθος με τη συλλογή ολόκληρων σειρών βιβλίων, ιδίως βιβλίων τσέπης. Διαθέτω σχεδόν ολόκληρη τη λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων ΟΔΥΣΣΕΑΣ με τον τίτλο «Οδύσσεια» (της δεκαετίας του ’80), περίπου 120 από 124 βιβλία, σχεδόν ολόκληρη τη σειρά των αστυνομικών βιβλίων τσέπης των εκδόσεων ΑΤΛΑΝΤΙΣ (τα κόκκινα βιβλιαράκια των δεκαετιών ’50 και ’60, τα αστυνομικά των εκδόσεων ΛΥΧΝΑΡΙ, και πολλές άλλες σειρές. Μία όμως απ’ τις πιο αγαπημένες μου σειρές, σχεδόν ολοκληρωμένη κι αυτή, είναι το Κινηματογραφικό Αρχείο των εκδόσεων ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ (του Γιάννη Σολδάτου), μια φιλότιμη προσπάθεια για την δημιουργία μιας σειράς βιβλίων πληροφοριών – παρουσιάσεων μερικών απ’ τους πιο σπουδαίους παγκοσμίως κινηματογραφιστές και ηθοποιούς. Δυστυχώς, η εν λόγω σειρά δεν συνεχίστηκε (έμεινε, κατ’ εμέ, ανολοκλήρωτη) και δεν περιέλαβε πολλά και σημαντικά πρόσωπα του παγκόσμιου σινεμά. Όμως, και τα 53 (αν δεν κάνω λάθος) βιβλιαράκια που εκδόθηκαν αποτελούν ακόμη και μέχρι σήμερα, τον καιρό του διαδικτύου, σημαντικό κεφάλαιο στην εγχώρια κινηματογραφική βιβλιογραφία: Φεντερίκο Φελίνι, Λουίς Μπουνιουέλ, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Σαμ Πέκινπα, Χάουαρντ Χωκς, Μπρους Λη, Μικελάντζελο Αντονιόνι, Μάρλον Μπράντο, Πιέρ Πάολο Παζολίνι και πολλά άλλα πρόσωπα αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας των συνεργατών των εκδόσεων (Μπάμπης Ακτσόγλου, Δημήτρης Κολιοδήμος, Βαγγέλης Κούρτης, Σώτη Τριανταφύλλου κ.α.), οι οποίοι μας παρουσίασαν τη ζωή αλλά και την πλήρη φιλμογραφία (σχολιασμένη, μάλιστα) όλων των προσώπων των βιβλίων. Αντιγράφω σήμερα τον πρόλογο του βιβλίου για τον Τζον Φορντ, μια ενδιαφέρουσα ιστορία που αφηγήθηκε ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης Τζόζεφ Μάνκιεβιτς  (Joseph L. Mankiewicz, 1909-1993), και που μας παρουσιάζει παραστατικά το κλίμα της εποχής του Μακαρθισμού στο Χόλυγουντ (οι επισημάνσεις δικές μου):




Αντιγραφές, μέρος 4: Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (Joseph Mankiewicz),
«Τ’ όνομά μου είναι Τζων Φορντ, φτιάχνω Ουέστερν»,
(ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 13
Βαγγέλης Κούρτης, Τζων Φορντ, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ 1984)

Ήμουν Πρόεδρος του Σωματείου Σκηνοθετών στη δεκαετία του ’50 κατά τη διάρκεια του «μακαρθισμού» και μια κλίκα του σωματείου με επικεφαλής τον Ντε Μιλ πίεζε ασφυκτικά όλα τα μέλη να υπογράψουν δήλωση νομιμοφροσύνης. Βρισκόμουν στην Ευρώπη όταν άρχισε αυτή η ιστορία και αμέσως, μόλις πληροφορήθηκα τα καθέκαστα, έστειλα μήνυμα που δήλωνα ότι ως Πρόεδρος ήμουν εντελώς αντίθετος σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Λοιπόν, πολύ σύντομα οι μικρές ειδήσεις που μ’ αφορούσαν άρχισαν να εμφανίζονται στις στήλες του κουτσομπολιού: «Δεν είναι κρίμα για τον Τζόε Μάνκιεβιτς; Δεν ξέραμε ότι είναι ένας φιλο-σοσιαλιστής». Εκείνη την εποχή, ξέρετε, ένας υπαινιγμός ήταν αρκετός όσο και ένα αποδεδειγμένο γεγονός. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται σοβαρά – αντιλαμβανόμουν ότι η καριέρα μου ήταν μπλοκαρισμένη.
Τελικά, συγκάλεσαν γενική συνέλευση και γύρισα πίσω για να παραβρεθώ. Ήταν κάτι το βασανιστικό – η ομάδα του Ντε Μιλ εκφωνούσε ατέλειωτους λόγους.
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, αναρωτιόμουν και ήξερα ότι και αρκετοί άλλοι αναρωτιόντουσαν τι σκεφτόταν ο Τζον Φορντ. Ήταν από τις μεγάλες προσωπικότητες του Σωματείου και τα μέλη θα μπορούσαν να επηρεαστούν απ’ αυτόν. Αυτός, όμως, καθότανε εκεί στην αίθουσα φορώντας το καπέλο του μπέιζμπολ και τα πάνινα παπούτσια του χωρίς να λέει κουβέντα. Αργότερα, όταν ο Ντε Μιλ τελείωσε το μακροσκελή λόγο του κι αφού επικράτησε ένα λεπτό ησυχία, ο Φορντ σήκωσε το χέρι του. Υπήρχε εκεί ένας δικαστικός πρακτικογράφος που κατέγραφε τα πάντα και όλοι είχαν αποφύγει να εκτεθούν με δηλώσεις. Ο Φορντ σηκώθηκε όρθιος. «Τ’ όνομά μου είναι Τζον Φορντ», είπε, «φτιάχνω ουέστερν». Εκθείασε τις ταινίες του Ντε Μιλ και το σκηνοθέτη Ντε Μιλ. «Δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς», είπε, «σ’ αυτή την αίθουσα που να ξέρει περισσότερα για το τι θέλει το αμερικανικό κοινό από τον Ντε Μιλ και σίγουρα γνωρίζει πώς να του το δίνει». Ύστερα γυρίζοντας προς τον Ντε Μιλ που βρισκόταν στην απέναντι απ’ αυτόν πτέρυγα, είπε. «Όμως δεν μ’ αρέσεις Ντε Μιλ κι ούτε μ’ άρεσαν αυτά που είπες εδώ απόψε. Τώρα προτείνω να δώσουμε ψήφο εμπιστοσύνης στον Τζόε και να πάμε σπίτια μας να κοιμηθούμε». Έτσι και έγινε.

Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς


Αθήνα, 14 Οκτωβρίου 2012

  Φώτης Μπατσίλας
(για την αντιγραφή)

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 7, Οι Απέναντι (1981, Γιώργος Πανουσόπουλος)




Οι Απέναντι, 1981, σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανουσόπουλου, με τους Μπέττυ Λιβανού και Άρη Ρέτσο.


Στους Απέναντι, ένας νεαρός φοιτητής, ο Χάρης (Άρης Ρέτσος), ζει με τη μάνα του σ’ ένα διαμέρισμα, είναι κάπως περίεργος, δεν βγαίνει μέρα έξω, φάντασμα τον φωνάζουν, έχει ένα τηλεσκόπιο και παρακολουθεί τους απέναντι, παραβατική προσωπικότητα, συνεργάζεται με τη συμμορία του «Αχτένιστου» (Δημήτρης Πουλικάκος) σε κλοπές μηχανών και βγάζει τα προς το ζην, παρακολουθεί τις νυχτερινές κόντρες, συχνάζει σε νεανικά στέκια, παίζει πακ-μαν, ακούει πειρατικό σταθμό, Bob Dylan, For Ever Young, έχει και αφίσα του Έλβις στο δωμάτιό του, έχει και κάποιους φίλους που τον νοιάζονται ή τον χρειάζονται, διαβάζει αστρονομία, όσο περίεργος κι αν φαίνεται, ζει μια σχεδόν μονότονη ζωή, κάνα κορίτσι πού και πού, ώσπου εντοπίζει με το τηλεσκόπιο Εκείνη. Εκείνη (Μπέττυ Λιβανού) είναι μεγάλη γυναίκα σε σχέση μ’ αυτόν, μητέρα μιας σχεδόν συνομήλικής του, της Πόλυς (Σοφία Αλιμπέρτη), Στέλλα τη λένε κι είναι πολύ όμορφη, όπως ήταν τότε η Μπέττυ Λιβανού, η πιο όμορφη ίσως Ελληνίδα ηθοποιός, μένει στην απέναντι πολυκατοικία, μακριά, μια μεγάλη διπλής κατεύθυνσης λεωφόρος τους χωρίζει, ο φίλος του γουστάρει την κόρη της κι αυτός Εκείνην, την βλέπει να τινάζει το τραπεζομάντιλο, να σιδερώνει, να προσπαθεί κάποιος να της πιάσει το βυζί και να τον χαστουκίζει, φουντώνει ο Χάρης, χάνεται, έτσι είν’ ο έρωτας, πάντα έτσι ήταν, στο ραδιόφωνο αγώνας, ο Δεληκάρης βάζει ένα γκολ, την παρακολουθεί συνεχώς, κάνει έρωτα με τον άντρα της, πικραίνεται μεν, τη βλέπει γυμνή δε, την παρακολουθεί συνεχώς, βλέπει το όνομα στο κουδούνι της, παίρνει όλον τον κατάλογο μ’ αυτό το όνομα, την εντοπίζει, της τηλεφωνεί, θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της, είναι με τα εσώρουχά της, εμπρός!, γλυκειά φωνή, το κλείνει και τραβάει την κουρτίνα. Τη βλέπει στο κολυμβητήριο με την κόρη της, αποφεύγει τους φίλους του που θέλουν να δουν τη Ρενάτα σε Drive In, γυρνάει σπίτι, τηλεσκόπιο, τελειώνει το πρόγραμμα της ΕΡΤ, Εθνικός Ύμνος, ξενυχτάει, το πρωί τη βλέπει να χουζουρεύει στο κρεββάτι, 3 μέρες έμειναν, μετά φεύγει για διακοπές, κάτι πρέπει να κάνει, να προλάβει. Παρατάει του δουλειά με τον Αχτένιστο, δεν είμαι για δουλειές, στέκεται δίπλα της έξω απ’ το σινεμά, μετά ξανατηλεφωνεί, «δεν πήρα για την κόρη σου, θα ξαναπάρω», ξαναπαίρνει, «μην κλείσεις, είμ’ αυτός που πήρα χθες και προχθές κι αντιπροχθές», «κάνετε λάθος», «ναι, έκανα λάθος», τη βλέπει να βάζει έναν ουίσκι, ενώ ο άντρας της που πριν μετρούσε πολλά χρήματα καπνίζει. Την άλλη μέρα ξανατηλεφωνεί, ο Χάρης είμαι, της εξηγεί, τη βλέπει ν’ αναστατώνεται, πού είσαι, από πού με βλέπεις;, όταν θυμώνεις γίνεσαι πολύ όμορφη. Στο πάρτυ της Πόλυς, I Was made for loving you baby, ευκαιρίες για κοπέλες πολλές, ευχέρεια καμιά, έχει Εκείνη στο μυαλό του, της μιλάει, τουίστ και ξέχνα, ξέχνα την παλιά ζωή, την παίρνουν για χορό, μένει μόνος, φεύγει, ένα στοίχημα με τον εαυτό του, στοίχημα με το μέλλον, να προλάβει να περάσει απέναντι πριν τον χτυπήσει ένα φορτηγό, κερδίζει, έπαιξε και κέρδισε. Την επομένη η οικογένειά της φεύγει για διακοπές, η Στέλλα μένει πίσω να καθαρίσει το σπίτι, τηλεφωνεί, εγώ είμαι, εσύ πάλι;, δεν το βάζουμε κάτω λοιπόν, θα μου πεις γιατί με παίρνεις τηλέφωνο, πού είσαι, από πού με κοιτάζεις, πού απέναντι, πόσον καιρό, δεν ντρέπεσαι, φάντασμα είσαι;, πού το ξέρεις;, είμαι μόνος μου, λέει, κλείνει το τηλέφωνο, τι γίνεται τώρα; Τη βλέπει να περνάει απέναντι τον μεγάλο δρόμο, έρχεται, ντύνεται βιαστικά, της ανοίγει, φοράει το φουστάνι που της είπε ότι του αρέσει, λευκό με κόκκινα λουλούδια, δεν μιλάει, περνάει μέσα, την ξεναγεί πρόχειρα, της εξηγεί από πού την παρακολουθεί, αισθάνεται σίγουρη αυτή, το ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι παράνομο, φοράει ένα άσπρο πουκάμισο ξεκούμπωτο, ποιο είναι παράνομο, ενικός μετά τον πληθυντικό, τόσον καιρό να ξέρεις τόσα πράγματα για μένα, δεν θέλει πολύ, ένα βλέμμα, η μουσική, αυτή που σύνθεσε ο Σταύρος Λογαρίδης, να δυναμώνει, αγκαλιάζονται, φιλιούνται, πέφτουν κάτω, παραλύουν, αγαπιούνται, η ένταση της μουσικής αμβλύνεται, σβήνει… Όλα έχουν τελειώσει, κι οι δυο έχουν τελειώσει, της μιλάει για αστρονομικά φαινόμενα, για έκλειψη, δεν αισθάνεται πια την… έλλειψη, έχουν ντυθεί, έχει να μαζέψει ένα σπίτι, συ μου χάραξες πορεία, ακούγεται να τραγουδά κάποιος, στις 18, στη μία τη νύχτα θα έχει έκλειψη, την βλέπει να ξαναπερνάει τον δρόμο απέναντι, έχει φύγει, δεν φοράει πουκάμισο, οι μηχανές που περνούν κάνουν πολύ θόρυβο, αυτή γυρίζει σπίτι της όπου την περιμένουν… ο άντρας κι η κόρη της, ζωντανές ενοχές, ολοζώντανες ή μια σκηνή απ’ το μέλλον, ίσως, όταν το να περνάει απέναντι θα της έχει γίνει καθημερινότητα… Ο Γιώργος Πανουσόπουλος ξέρει να αφηγείται κινηματογραφικές ιστορίες, όταν μάλιστα αυτές είναι ερωτικές γίνεται μοναδικός (θυμηθείτε και άλλες ταινίες του, ιδίως το Μ’ Αγαπάς; και το Μια Μέρα τη Νύχτα). Φυσικά, οι Απέναντι είναι μια απ’ τις καλύτερες ταινίες του, καθώς και μια απ’ τις καλύτερες της δεκαετίας του ’80. Τέτοιες ταινίες σου δείνουν την εντύπωση ότι, τελικά, δεν είναι τόσο δύσκολο όσο φαντάζει να περνάς… απέναντι και, κανείς δεν ξέρει, θα ’ρθει ίσως η ώρα που θα το πεις και εύκολο.


Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας

 
Υ.Γ. : Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε πριν από λίγο καιρό στο site eranistis.net, στη στήλη ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΙΝΑΙ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ..., ως 2ο επεισόδιο με τίτλο Ο DANNY BRILLANT ΣΤΟ ΤΣΙΝ-ΤΣΙΝ!

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 6, 10:30 p.m. Summer (1966, Jules Dassin)



10:30 p.m. Summer (Δέκα και Μισή Καλοκαίρι Βράδυ, 1966), με τους Μελίνα Μερκούρη, Peter Finch και Romy Schneider.


Δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ, η ομότιτλη νουβέλα της Μάργκεριτ Ντυράς (Οδυσσέας 1982, μτφρ. Τατιάνας Τσαλίκη – Μηλιώνη – Marguerite Duras, Dix Heures Et Demie Du Soir En Ete, Gallimard 1960), μια γλυκειά ιστορία καταστροφής, απιστίες που συνέβησαν και θα συμβούν, σε μια επαρχιακή πόλη της Ισπανίας, στο δρόμο για την Μαδρίτη, το τέλος της αγάπης, η μετάλλαξή της, η μεταβίβασή της ή απλώς η παύση της, κι όλα αυτά σε μια καλοκαιριάτικη νύχτα, σ’ ένα υπαινικτικό πλαίσιο, ένα βράδυ, δέκα και μισή, καλοκαίρι βράδυ. Λίγα χρόνια μετά, η ίδια η Ντυράς σε συνεργασία με τον Ζυλ Ντασσέν μετέγραψαν τη νουβέλα σε σενάριο κι έτσι γυρίστηκε η ταινία «10:30 p.m. Summer» (1966) με την Μελίνα Μερκούρη, τον Peter Finch και την Romy Schneider.

Η νεαρή, όμορφη και θελκτική Κλαίρη (Ρόμυ Σνάιντερ - Κλερ, στην ταινία), ο Πιέρ (Πήτερ Φιντς - Πωλ στην ταινία), η σύζυγός του Μαρία (Μελίνα) και η μικρή τους κόρη Ζουντίθ (ή Ζούντιθ στην ταινία) ταξιδεύουν από τη Γαλλία προς την Μαδρίτη. Μια καλοκαιρινή θύελλα τους εξαναγκάζει να μείνουν σε μια επαρχιακή πόλη. Η ζέστη είναι αφόρητη κι η ατμόσφαιρα πνιγηρή, γίνεται όμως ακόμα πιο αβάσταχτη λόγω ενός εγκλήματος που έχει γίνει λίγο πριν. Πρόκειται για ένα έγκλημα πάθους: ο Ροντρίγκο Παέστρα (ή Παλέστρα στην ταινία), ένας ντόπιος νεαρός άντρας, έπιασε τη δεκαεννιάχρονη σύζυγό του, την οποία είχε παντρευτεί μόλις προ έξι μηνών, να κάνει έρωτα μ’ έναν άλλο άντρα. Τους σκότωσε και τους δυο επί τόπου και τώρα αναζητείται από την τοπική αστυνομία. Ποιος ευθύνεται για το έγκλημα; Ο απατημένος σύζυγος; Η νεαρή σύζυγος που προκάλεσε τον εραστή και ήθελε να έχει όλους τους άντρες της πόλης; Ή, μήπως, ο εραστής που ενέδωσε στο ερωτικό κάλεσμα της νεαρής γυναίκας; Όλοι βλέπουν με συμπάθεια τον δολοφόνο, το ίδιο κι η Μαρία, που πίνει τη μια μαντζανίλα μετά την άλλη, αλκοολική σε προχωρημένο στάδιο, και θέλει να εντάξει την ιστορία του Ροντρίγκο Παέστρα στη δική της ιστορία, στη σχέση της με τον Πωλ, που κορυφώθηκε σ’ ένα ταξίδι τους στη Βερόνα και μετά πήρε την κατιούσα, κατέληξε στο πιοτό και, ναι, στην παρουσία της Κλαίρης, στην αναγκαιότητα της παρουσίας της Κλαίρης, και σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί μεταξύ του άντρα της και της νεαρής γυναίκας, και που το περιμένει σαν έτοιμη από καιρό, σαν έτοιμη από ποτέ, δηλαδή, διότι κανείς, όσο κι αν το προσπαθήσει, δεν μπορεί να προετοιμαστεί για την επερχόμενη απιστία, ακόμα κι αν αυτή φαντάζει αναγκαία σε βαθμό… επιδίωξης. Το ίδιο βράδυ, στις δέκα και μισή, οι φόβοι της κι οι πόθοι της μαζί επιβεβαιώνονται πλήρως: λίγο πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί, βρίσκει σ’ ένα διάδρομο ένα μπουκάλι, κονιάκ η κρασί, το παίρνει και βγαίνει σ’ ένα μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Είναι μεθυσμένη, κάνει αφόρητη ζέστη και βρέχει δυνατά. Σ’ ένα άλλο μπαλκόνι βλέπει τον Πωλ και την Κλαίρη να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται με πάθος. Η καταιγίδα έχει κοπάσει, μια άλλη καταιγίδα όμως προμηνύεται, πιο έντονη και πιο διαρκής. Λες και το απολαμβάνει, λες κι υποφέρει αφόρητα, κλαίει και γελάει μαζί. Και τότε, την ίδια ακριβώς ώρα, εντοπίζει τον Ροντρίγκο Παέστρα κουρνιασμένο δίπλα σε μια καμινάδα στην απέναντι στέγη. Τον καλεί και κατορθώνει να τον βγάλει απ’ την κρυψώνα του. Δίχως να την αντιληφθεί κανείς, τον παίρνει με το αυτοκίνητό της, τον μεταφέρει έξω από την πόλη. Σταματάει το αυτοκίνητο, τον κοιτάζει με λαχτάρα και τρυφερότητα, του βάζει στο στόμα ένα τσιγάρο. Εκείνος κρυώνει κι αυτή αντικαθιστά το τσιγάρο μ’ ένα πλακέ μπουκάλι κονιάκ, ενώ τον σκεπάζει με μια καρό κουβέρτα. Του χαϊδεύει με τα ακροδάχτυλά της το πρόσωπο, τρυφερά, αργά, κι εκείνος ηρεμεί και κοιμάται. Τον παρακολουθεί να κοιμάται για ώρα, ώς την αυγή. Τότε τον ξυπνάει και τον κρύβει σε κάτι χαλάσματα σ’ ένα σιτοχώραφο, δίνοντάς του την υπόσχεση ότι το μεσημέρι θα περάσει να τον πάρει. Μιλάει στους άλλους και κρατάει την υπόσχεσή της, ο Ροντρίγκο Παέστρα όμως δεν την περίμενε, δεν ήθελε να σωθεί, δεν ήξερε τι νόημα είχε να σωθεί τώρα που η αγαπημένη του απεδείχθη άπιστη, κι ίσως δεν μπορούσε άλλη ν’ αγαπήσει, κι έτσι έδωσε τέρμα στη ζωή του, με το ίδιο πιστόλι που σκότωσε και τους δυο εραστές. Το ίδιο βράδυ, ο έρωτας του Πωλ και της Κλαίρης ολοκληρώνεται. Έτσι, ολοκληρώθηκε κι η ιστορία της Μαρίας, της αλκοολικής Μαρίας, και του Πωλ: δεν κατόρθωσε να σώσει τον Ροντρίγκο Παέστρα, αν και το ήθελε, δεν κατόρθωσε να σώσει και τη σχέση της, αν και το ήθελε κι αυτό. Έγινε όμως αλκοολική και δεν έχει τη γενναιότητα του Ροντρίγκο Παέστρα να δώσει μια λύση. Έτσι, παραμένει ο τρίτος πόλος μια σχέσης, το τραγικό τέλος μιας ερωτικής ιστορίας και το έναυσμα για την αρχή μιας άλλη. Το βιβλίο τελειώνει με μια κοινή διασκέδαση και των τριών, ένα φλαμένκο πάρτυ, μια διαιώνιση του τρίπολου, του τέλματος, της παγίδευσης της Μαρίας μέσα στο ίδιο της το παιχνίδι. Στην ταινία περιέχεται μία ακόμη σκηνή: ο Πωλ κι η Κλερ ψάχνουν την Μαρία στους δρόμους της Μαδρίτης, ενώ η κάμερα σηκώνεται σιγά-σιγά, δείχνει την πόλη από ψηλά, τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια, τις στέγες των σπιτιών, σαν αυτές που έκρυψαν τον Ροντρίγκο Παέστρα, σαν αυτές που έθαψαν για πάντα τις ελπίδες της Μαρίας, λίγο πριν πει στον Πωλ «Τελείωσε, δεν σε αγαπώ πια…».


Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου 2012



Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. : Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε πριν από λίγο καιρό στο site eranistis.net, στη στήλη ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΙΝΑΙ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ..., ως 6ο επεισόδιο με τίτλο ΔΕΚΑ ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΒΡΑΔΥ

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 5, The Dark Knight (2008, Christopher Nolan)





The Dark Knight, 2008 (Ο Σκοτεινός Ιππότης), σε σκηνοθεσία Christopher Nolan, με τους Christian Bale, Heath Ledger.

Θα ’θελα να ξεκαθαρίσω κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό για την ηθοποιία. Η απόδοση ενός ρόλου από τον ηθοποιό πρέπει να μας φωτίζει, όχι να μας αρρωσταίνει. Ας μην ξεχνάμε ότι ηθοποιός σημαίνει φως. Οφείλει λοιπόν να μας πάρει από το χέρι και να μας βάλει στον ψυχισμό του χαρακτήρα του με απώτερο σκοπό την ικανοποίηση της εσωτερικής μας ανάγκης για υπέρβαση. Θέλουμε να δούμε τον καλύτερο εαυτό μας, να ταυτιστούμε και να εμπνευστούμε.
Στην περίπτωση του εξαιρετικά ταλαντούχου Heath Ledger και συγκεκριμένα στο The Dark Knight που τόσο διαφημίστηκε, βραβεύτηκε και αγαπήθηκε έχω να πω ότι όχι μόνο δε μας φωτίζει αλλά αντιθέτως παρουσιάζει την εικόνα ενός αξιολύπητου, ψυχικά άρρωστου καλλιτέχνη που χάθηκε μέσα στα αρνητικά στοιχεία του ρόλου και ηθελημένα τους επέτρεψε να αναλάβουν τα ηνία της συμπεριφοράς του. Θυσίασε τον εαυτό του γι’ αυτό που νόμισε πως αποκαλείται τέχνη. Θα ’θελα να ’μουν από μια πλευρά και να του φώναζα ότι έχασε εντελώς τον προσανατολισμό του. Γιατί τι να την κάνω μια ερμηνεία που όντως παρουσιάζει επιτυχημένα τη σκοτεινή πλευρά της ψυχής αν ο καλλιτέχνης που την ενσαρκώνει δεν έχει την εξυπνάδα και την ευελιξία να μου κλείσει πονηρά το μάτι;
Ο σωστός ηθοποιός παρατηρεί και σχολιάζει το ρόλο του μαζί μας, λέει «Κοιτάξτε με τι ενδιαφέρον τρόπο αντιδρά αυτός ο χαρακτήρας σε αυτή την κατάσταση», γίνεται καλύτερος από την δουλειά του και βελτιώνει κι εμάς. Όπως σε όλες τις δουλειές έτσι και σε αυτή υπάρχουν κάποιοι που για προσωπικούς λόγους επιλέγουν να είναι τόσο εργασιομανείς που στο τέλος ούτε την προσωπική τους ζωή βοηθούν αλλά ούτε τη δουλειά τους κάνουν σωστά. Ο George C. Scott όταν ρωτήθηκε πώς κρίνει τους ηθοποιούς απάντησε: 1. Καταρχάς, ποιος επικρατεί; Ο χαρακτήρας ή ο ηθοποιός; Εκτός ολίγων εξαιρέσεων θα έπρεπε να είναι ο χαρακτήρας. 2. Στο σινεμά υπάρχουν λίγα συναισθήματα που μπορεί να εκφράσει ένας ηθοποιός: αγάπη, θυμός, λύπη, φόβος. Ο ηθοποιός που ξεχωρίζει επινοεί ευρηματικούς τρόπους για να εκφράσει αυτά τα βασικά συναισθήματα. 3. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό διαχωρίζει τους μεγάλους ηθοποιούς από τους καλούς. Στους μεγάλους ηθοποιούς την ώρα που παίζουν είναι προφανής και ξεκάθαρη η χαρά τους, η χαρά του παιξίματος.

Νίκος Παππάς (nikos_m_pappas@yahoo.gr)

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 4, My Darling Clementine (1946, John Ford)




Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 4, My Darling Clementine (1946, John Ford)

Για πρώτη φορά σήμερα η στήλη δημοσιεύει κείμενα διαφορετικών προσώπων για την ίδια ταινία. Η ταινία αποτελεί, κατά κοινή παραδοχή, ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, κι επειδή είναι και το αγαπημένο γουέστερν του Αργύρη Μπακιρτζή, όπως ένας φίλος και συνεργάτης του ιστολογίου μάς αποκάλυψε, το oxy-moron δεν έχει παρά να του αφιερώσει με αγάπη την ανάρτηση. Για τον Αργύρη Μπακιρτζή, λοιπόν:


My Darling Clementine 1946 (Αγαπημένη Μου Κλημεντίνη ή ), σε σκηνοθεσία John Ford, με τους Henry Fonda, Victor Mature, Linda Darnell και Kathy Downs.

1. Δε μ’ ενδιαφέρει εάν ο πραγματικός Wyatt Earp ήταν μανιώδης τζογαδόρος ούτε εάν σερίφης του Tombstone δεν ήταν αυτός στην πραγματικότητα αλλά ο αδελφός του ο Virgil. Δεν έχει σημασία η προσπάθεια συσχετισμού αυτής της ταινίας με την αλήθεια παρόλο που σίγουρα ήταν μέσα στις επιδιώξεις του σκηνοθέτη John Ford και του παραγωγού Darryl Zanuck (ο οποίος έκοψε περίπου 30΄ από την τελική κόπια και άλλαξε το φινάλε). Τέλος, δεν πειράζει που ο Henry Fonda (Wyatt Earp) είναι ευγενικός, φοράει κολόνια και περιποιείται τα μαλλιά του δίνοντας το έναυσμα για τη στροφή της Αμερικής από την βαρβαρότητα του κατακτητή στην ανάπτυξη πολιτισμού κι ευαισθησίας, πράγμα που βέβαια αποτελεί ιστορική ανακρίβεια (έτσι όπως παρουσιάζεται). Αν προσπεράσει κανείς αυτές τις αγκυλώσεις και δει την ταινία κινηματογραφικά θα διαπιστώσει ότι είναι πλήρης.
Ο πρωταγωνιστής (Henry Fonda) εμπνέει μία διαφορετική μορφή ηγετικής φυσιογνωμίας από την καθαρά επιθετική και μη αμφισβητήσιμη που είχαμε συνηθίσει από σκληροτράχηλους ήρωες. Πρεσβεύει μία προοπτική που περιλαμβάνει το ήθος και τον πολιτισμό σαν παράγοντες εξέλιξης ενός λαού και φυσιογνωμίας ενός ηγέτη, γι’ αυτό και αποφασίζει να χορέψει με την αγαπημένη του Κλημεντίνη (Cathy Downs), τη μορφωμένη, παραδοσιακή, καλοσυνάτη αλλά δυναμική δασκάλα. Ο χορός του Earp «ωθεί» τον Bill Clinton να παίξει σαξόφωνο, τον Barack Obama μπάσκετ και οποιονδήποτε ηγέτη να αναπτύξει κάποιου είδους ευαισθησία για να αποκτήσει μεγαλύτερη απήχηση.
Προσέξτε επίσης πόσο άψογα γυρισμένη και μονταρισμένη είναι η σκηνή από τον κουρέα και μετά. Αυτή η σκηνή είναι μία παρέκκλιση από την δομή της υπόθεσης όπου ο σκηνοθέτης αποφασίζει να της δώσει μια ανάσα. Χωρίς να μας πει σχεδόν τίποτα σημαντικό λεκτικά, ουσιαστικά μας λέει τα πάντα για την «ιδανική Αμερική». Η ιστορικά αιματοβαμμένη πόλη Tombstone για λίγα λεπτά γίνεται ανθρώπινη.


Νίκος Παππάς (nikos_m_pappas@yahoo.gr)




2. Το παλιό φεύγει και κάτι καινούργιο παίρνει τη θέση του. Έτσι γινόταν πάντα, σχεδόν νομοτελειακά, έτσι πρέπει να γίνει και τώρα. Με οποιοδήποτε μέσο, με οποιοδήποτε τίμημα. Ο ανθρώπινος παράγοντας, πάντα καθοριστικός, μπορεί να επισπεύσει ή να καθυστερήσει την εξέλιξη, δεν μπορεί όμως να την αποτρέψει. Κι όπως είναι φυσικό, πάντα θα υπάρχουν οπαδοί της εξέλιξης κι οπαδοί της συντήρησης, πάντα θα λαμβάνει χώρα μεταξύ τους ένας αδυσώπητος αγώνας και, σχεδόν πάντα, θα κερδίζει η εξέλιξη και… οι οπαδοί της συντήρησης! Κι όταν η εξέλιξη είναι ραγδαία συνήθως είναι και βίαιη. Βίαιη, αιματηρή δηλαδή, με θύματα πολλά, και στα 2 στρατόπεδα, τόσο που, στην αρχή, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον ηττημένο απ’ τον νικητή…
Η ταινία My darling Clementine (1946) του ιρλανδικής καταγωγής μεγάλου Αμερικανού σκηνοθέτη John Ford (παλαιότερα Jack Ford, με πραγματικό όνομα John Martin Feeney, 1894-1973) έχει θεωρηθεί από το σύνολο σχεδόν της κριτικής ως η ταινία που συμβολίζει την επιβολή του πολιτισμού στην Άγρια Δύση. Ίσως να ’ναι έτσι (ίσως και να μην είναι, αδιάφορο), όπως όμως όλες οι μεγάλες ταινίες και σχεδόν όλες οι ταινίες του Ford, εκτός από τον γενικότερο συμβολισμό περιέχουν πολλούς ειδικότερους συμβολισμούς, φανερούς ή καλυμμένους, προσωπικούς ή κοινωνικούς, αλληλοδιαδεχόμενους, βαλμένους στη σειρά, σε σκηνές, σε εικόνες, διότι για σινεμά μιλάμε, έτσι πρέπει να ’ναι οι ταινίες, να αφηγούνται τα γεγονότα και τοποθετούν σ’ αυτά τους χαρακτήρες των ηρώων, οι οποίοι προκαλούν μεν τα γεγονότα αλλά επηρεάζονται, σμιλεύονται κιόλας απ’ αυτά, έτσι είναι οι μεγάλες ταινίες, και ο Ford ήξερε όσο λίγοι να κάνει ταινίες, μεγάλες ταινίες…


Ο Γουάιτ Έρπ (Henry Fonda, 1905 - 1982) και τ’ αδέρφια του μεταφέρουν ένα κοπάδι με αγελάδες για να το πουλήσουν. Περνούν από την πόλη Τουμπστόουν, όπου κάνουν στάση για να ξεκουταστούν, εκεί όμως κάποιοι τους κλέβουν το κοπάδι και σκοτώνουν τον μικρότερο αδερφό. Η εκδίκηση προβάλλει ως ο μοχλός της ιστορίας, της εξέλιξης, η υπόθεση είναι όμως πολύ προσωπική: ο Γουάιτ Ερπ και τ’ επιζήσαντα αδέρφια του πρέπει να εκδικηθούν τον θάνατο του αγαπημένου τους μικρού αδερφού, αλλιώς δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω στον πατέρα τους. Ηθική και Καθήκον συγχέονται κι έτσι, ο Γουάιτ (ίσως και τα’ όνομά του να μην είναι τυχαίο) αναλαμβάνει καθήκοντα σερίφη στην πόλη και, αν και ευγενική φυσιογνωμία (σε αντίθεση τους κακομούτσουνους και άπλυτους Δυτικούς), δείχνει από νωρίς πόσο σκληρός κι αποτελεσματικός μπορεί να γίνει ως προς την επιβολή του Νόμου και της Τάξης.
Την πόλη την ελέγχει κατ’ ουσίαν ένας σκληρός άντρας, ο Ντοκ Χόλινταιη (Victor Mature, 1913-1999), θρύλος της Άγριας Δύσης (το όνομα του οποίου έχει εμφανιστεί σε πλειάδα γουέστερν και του έχουν αποδοθεί πλείστες όσες ιδιότητες και χαρακτηριστικά), άντρας σκληρός, και γόης, αλλά και καλλιεργημένος, με μια περίεργα ευαίσθητη πλευρά (παρακολουθεί θέατρο), αλλά και με κλονισμένη υγεία: βήχει ακατάπαυστα κι ο οργανισμός του δεν αντέχει το ουίσκι. Ερωμένη του είναι μια νεαρή τραγουδίστρια του σαλούν της πόλης, η εξωτική κι όμορφη Τσιουάουα (Linda Darnell).
Κάποια στιγμή, φτάνει στην πόλη μια κομψή κυρία, η Κλημεντίνη Κάρτερ (Cathy Downs), η οποία αναζητά τον… Δρ Τζον Χόλινταιη! Ναι, πρόκειται για τον Ντοκ, ο οποίος στο παρελθόν είχε άλλη ζωή, ήταν γιατρός, ένας καθ’ όλα αξιοπρεπής πολίτης και τώρα κατάντησε ένας άρρωστος παλληκαράς. Ο Ντοκ διώχνει την Κλημεντίνη κι αρχίζει να πίνει. Ο Ερπ τον επαναφέρει με μια γροθιά, κι ύστερα ασχολείται με την κομψή κυρία:

- Ήταν μια σύντομη επίσκεψη, της λέει.
- Μερικοί νομίζουν ότι έχω ήδη μείνει πολύ, απαντάει αυτή.
- Το βάζετε εύκολα κάτω…
- Δεν νομίζω ότι ξέρετε πολλά για την υπερηφάνεια μιας γυναίκας…


Κι ύστερα οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές: ο Ντοκ ληστεύει μια τράπεζα και φεύγει απ’ την πόλη, ενώ ταυτόχρονα ο Ερπ εντοπίζει το μενταγιόν του σκοτωμένου αδερφού του στο λαιμό της Τσιουάουα, η οποία του λέει πως της το ’δωσε ο Ντοκ. Ο Ερπ προλαβαίνει τον Ντοκ, ο οποίος αρνείται τα πάντα για το μενταγιόν. Έτσι, η Τσιουάουα αναγκάζεται να πει την αλήθεια, ότι το μενταγιόν της το ’δωσε ο γιος ενός μεγαλοκτηνοτρόφου της περιοχής, του γερο- Κλάντον. Η αποκάλυψη της αλήθειας όμως είναι γι’ αυτήν μοιραία: η νεαρός Κλάντον την πυροβολεί και την τραυματίζει θανάσιμα. Πρέπει να εγχειριστεί άμεσα και ο Ντοκ αναλαμβάνει την εγχείρηση, αν και έχει πολύ καιρό να το κάνει. Ο νεαρός Κλάντον το σκάει, αλλά ένας αδερφός του Γουάιτ Ερπ τον προλαβαίνει και τον πυροβολεί. Ο γέρο-Κλάντον βλέπει τον γιο του να πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια του. Αρχίζει να πληρώνει κι αυτός το τίμημα. Δεν το αντέχει. Σηκώνει το όπλο και πυροβολεί πισώπλατα τον αδερφό του σερίφη Ερπ. Ο κύκλος του αίματος διευρύνεται…
Η εγχείρηση δείχνει να πετυχαίνει κι η Κλημεντίνη δηλώνει περήφανη για τον Ντοκ. Ο Γουάιτ Ερπ, που δεν ξέρει για την απώλεια και δεύτερου αδερφού του, ρωτάει ανακουφισμένος τον μπάρμαν του σαλούν:

- Έχεις ερωτευθεί ποτέ;
- Όχι, ήμουν μπάρμαν σ’ όλη μου τη ζωή…, απαντάει αυτός!

Οι Κλάντον πετούν το πτώμα του νεαρού Ερπ έξω απ’ το σαλούν και στέλνουν μήνυμα στον Γουάιτ Ερπ ότι θα τον περιμένουν στο Ο.Κ. Κόραλ (O.K. Corral) για την τελική αναμέτρηση των 2 αντιπάλων οικογενειών (με ό,τι κι αν αυτές συμβολίζουν). Η Τσιουάουα όμως πεθαίνει κι ο Ντοκ, που θρηνεί πλέον κι αυτός το δικό του θύμα, δεν μπορεί άλλο να μένει στη μέση, δεν μπορεί να ακροβατεί μεταξύ Νόμου και Παρανομίας, μεταξύ άξεστων και καθωσπρέπει, πρέπει να διαλέξει πια με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει. Έτσι, ενώνεται με τους Ερπ για την περίφημη μονομαχία του Ο.Κ. Κόραλ, η οποία έχει νικητές τους Ερπ και τελευταίο θύμα τον ίδιο τον Ντοκ. Το ενδιάμεσο έχει πια εκλείψει, κι η Κλημεντίνη, σαφής έκφραση του «καθαρού» καινούργιου, παραμένει στην πόλη ως δασκάλα. Οι 2 επιζήσαντες Ερπ επιστρέφουν στον πατέρα τους έχοντας εκπληρώσει πλήρως την αποστολή τους, όποια κι αν ήταν αυτή…

Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 3, Exotica (1994, Atom Egoyan)

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 3, Exotica (1994, Atom Egoyan)

Exotica 1994, σε σκηνοθεσία Atom Egoyan, με τους Bruce Greenwood, Elias Koteas

«Οι άνθρωποι μετατρέπουν τον πόνο τους σε αυτοσχέδιους μύθους και η πραγματοποίηση των φαντασιώσεων γίνεται η πιο συναρπαστική τους εμπειρία». Έτσι εξηγεί το θέμα της ταινίας του ο Αρμένιος Atom Egoyan. Η ταινία εκτυλίσσεται όπως ένα στριπτίζ και μαζί της παρασύρει μοναχικές ψυχές. Η ατμόσφαιρα του στριπ κλαμπ, οι εγκλωβισμένοι θαμώνες, ανήμποροι να υπάρξουν στο φως της ημέρας, δημιουργούν ψεύτικους, κλειστούς κόσμους και εθίζονται σ’ αυτούς, επενδύουν αδιέξοδα τις συναισθηματικές τους ελπίδες. Μπαίνοντας μέσα νιώθεις πως όλοι τους έχουν κάτι κοινό: ο Dj και αφηγητής εξαντλείται προσπαθώντας να παρουσιάσει την κάθε χορεύτρια προσωπικά και να τη ντύσει με αισθησιακούς χαρακτηρισμούς, οι χορεύτριες κινούνται μηχανικά με έναν κοινώς αποδεκτό, σχεδόν σπαστικό, ερωτισμό που μόνο μέσα σε σκοτεινές αίθουσες μπορεί να λάβει σάρκα και οστά, γίνονται καρικατούρες του εαυτού τους, η ιδιοκτήτρια προσπαθεί με μία κληρονομική υπερηφάνεια να δουλέψει την επιχείρησή της και οι πελάτες προσπαθούν μάταια να συμπληρώσουν τα συναισθηματικά τους κενά. Ο σκηνοθέτης έχει την ευφυΐα να χειρίζεται με τρυφερότητα τους χαρακτήρες του. Είναι άνθρωποι που τους λείπει το χάδι κι είναι προφανής η ανάγκη τους να υπάρξουν σε έναν κόσμο που, όσο οδυνηρός κι αν είναι, τουλάχιστον έχει το περιτύλιγμα του πραγματικού κι έτσι αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο το χάσμα.


Νίκος Παππάς (nikos_m_pappas@yahoo.gr
)