Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 7, Οι Απέναντι (1981, Γιώργος Πανουσόπουλος)




Οι Απέναντι, 1981, σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανουσόπουλου, με τους Μπέττυ Λιβανού και Άρη Ρέτσο.


Στους Απέναντι, ένας νεαρός φοιτητής, ο Χάρης (Άρης Ρέτσος), ζει με τη μάνα του σ’ ένα διαμέρισμα, είναι κάπως περίεργος, δεν βγαίνει μέρα έξω, φάντασμα τον φωνάζουν, έχει ένα τηλεσκόπιο και παρακολουθεί τους απέναντι, παραβατική προσωπικότητα, συνεργάζεται με τη συμμορία του «Αχτένιστου» (Δημήτρης Πουλικάκος) σε κλοπές μηχανών και βγάζει τα προς το ζην, παρακολουθεί τις νυχτερινές κόντρες, συχνάζει σε νεανικά στέκια, παίζει πακ-μαν, ακούει πειρατικό σταθμό, Bob Dylan, For Ever Young, έχει και αφίσα του Έλβις στο δωμάτιό του, έχει και κάποιους φίλους που τον νοιάζονται ή τον χρειάζονται, διαβάζει αστρονομία, όσο περίεργος κι αν φαίνεται, ζει μια σχεδόν μονότονη ζωή, κάνα κορίτσι πού και πού, ώσπου εντοπίζει με το τηλεσκόπιο Εκείνη. Εκείνη (Μπέττυ Λιβανού) είναι μεγάλη γυναίκα σε σχέση μ’ αυτόν, μητέρα μιας σχεδόν συνομήλικής του, της Πόλυς (Σοφία Αλιμπέρτη), Στέλλα τη λένε κι είναι πολύ όμορφη, όπως ήταν τότε η Μπέττυ Λιβανού, η πιο όμορφη ίσως Ελληνίδα ηθοποιός, μένει στην απέναντι πολυκατοικία, μακριά, μια μεγάλη διπλής κατεύθυνσης λεωφόρος τους χωρίζει, ο φίλος του γουστάρει την κόρη της κι αυτός Εκείνην, την βλέπει να τινάζει το τραπεζομάντιλο, να σιδερώνει, να προσπαθεί κάποιος να της πιάσει το βυζί και να τον χαστουκίζει, φουντώνει ο Χάρης, χάνεται, έτσι είν’ ο έρωτας, πάντα έτσι ήταν, στο ραδιόφωνο αγώνας, ο Δεληκάρης βάζει ένα γκολ, την παρακολουθεί συνεχώς, κάνει έρωτα με τον άντρα της, πικραίνεται μεν, τη βλέπει γυμνή δε, την παρακολουθεί συνεχώς, βλέπει το όνομα στο κουδούνι της, παίρνει όλον τον κατάλογο μ’ αυτό το όνομα, την εντοπίζει, της τηλεφωνεί, θέλει ν’ ακούσει τη φωνή της, είναι με τα εσώρουχά της, εμπρός!, γλυκειά φωνή, το κλείνει και τραβάει την κουρτίνα. Τη βλέπει στο κολυμβητήριο με την κόρη της, αποφεύγει τους φίλους του που θέλουν να δουν τη Ρενάτα σε Drive In, γυρνάει σπίτι, τηλεσκόπιο, τελειώνει το πρόγραμμα της ΕΡΤ, Εθνικός Ύμνος, ξενυχτάει, το πρωί τη βλέπει να χουζουρεύει στο κρεββάτι, 3 μέρες έμειναν, μετά φεύγει για διακοπές, κάτι πρέπει να κάνει, να προλάβει. Παρατάει του δουλειά με τον Αχτένιστο, δεν είμαι για δουλειές, στέκεται δίπλα της έξω απ’ το σινεμά, μετά ξανατηλεφωνεί, «δεν πήρα για την κόρη σου, θα ξαναπάρω», ξαναπαίρνει, «μην κλείσεις, είμ’ αυτός που πήρα χθες και προχθές κι αντιπροχθές», «κάνετε λάθος», «ναι, έκανα λάθος», τη βλέπει να βάζει έναν ουίσκι, ενώ ο άντρας της που πριν μετρούσε πολλά χρήματα καπνίζει. Την άλλη μέρα ξανατηλεφωνεί, ο Χάρης είμαι, της εξηγεί, τη βλέπει ν’ αναστατώνεται, πού είσαι, από πού με βλέπεις;, όταν θυμώνεις γίνεσαι πολύ όμορφη. Στο πάρτυ της Πόλυς, I Was made for loving you baby, ευκαιρίες για κοπέλες πολλές, ευχέρεια καμιά, έχει Εκείνη στο μυαλό του, της μιλάει, τουίστ και ξέχνα, ξέχνα την παλιά ζωή, την παίρνουν για χορό, μένει μόνος, φεύγει, ένα στοίχημα με τον εαυτό του, στοίχημα με το μέλλον, να προλάβει να περάσει απέναντι πριν τον χτυπήσει ένα φορτηγό, κερδίζει, έπαιξε και κέρδισε. Την επομένη η οικογένειά της φεύγει για διακοπές, η Στέλλα μένει πίσω να καθαρίσει το σπίτι, τηλεφωνεί, εγώ είμαι, εσύ πάλι;, δεν το βάζουμε κάτω λοιπόν, θα μου πεις γιατί με παίρνεις τηλέφωνο, πού είσαι, από πού με κοιτάζεις, πού απέναντι, πόσον καιρό, δεν ντρέπεσαι, φάντασμα είσαι;, πού το ξέρεις;, είμαι μόνος μου, λέει, κλείνει το τηλέφωνο, τι γίνεται τώρα; Τη βλέπει να περνάει απέναντι τον μεγάλο δρόμο, έρχεται, ντύνεται βιαστικά, της ανοίγει, φοράει το φουστάνι που της είπε ότι του αρέσει, λευκό με κόκκινα λουλούδια, δεν μιλάει, περνάει μέσα, την ξεναγεί πρόχειρα, της εξηγεί από πού την παρακολουθεί, αισθάνεται σίγουρη αυτή, το ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι παράνομο, φοράει ένα άσπρο πουκάμισο ξεκούμπωτο, ποιο είναι παράνομο, ενικός μετά τον πληθυντικό, τόσον καιρό να ξέρεις τόσα πράγματα για μένα, δεν θέλει πολύ, ένα βλέμμα, η μουσική, αυτή που σύνθεσε ο Σταύρος Λογαρίδης, να δυναμώνει, αγκαλιάζονται, φιλιούνται, πέφτουν κάτω, παραλύουν, αγαπιούνται, η ένταση της μουσικής αμβλύνεται, σβήνει… Όλα έχουν τελειώσει, κι οι δυο έχουν τελειώσει, της μιλάει για αστρονομικά φαινόμενα, για έκλειψη, δεν αισθάνεται πια την… έλλειψη, έχουν ντυθεί, έχει να μαζέψει ένα σπίτι, συ μου χάραξες πορεία, ακούγεται να τραγουδά κάποιος, στις 18, στη μία τη νύχτα θα έχει έκλειψη, την βλέπει να ξαναπερνάει τον δρόμο απέναντι, έχει φύγει, δεν φοράει πουκάμισο, οι μηχανές που περνούν κάνουν πολύ θόρυβο, αυτή γυρίζει σπίτι της όπου την περιμένουν… ο άντρας κι η κόρη της, ζωντανές ενοχές, ολοζώντανες ή μια σκηνή απ’ το μέλλον, ίσως, όταν το να περνάει απέναντι θα της έχει γίνει καθημερινότητα… Ο Γιώργος Πανουσόπουλος ξέρει να αφηγείται κινηματογραφικές ιστορίες, όταν μάλιστα αυτές είναι ερωτικές γίνεται μοναδικός (θυμηθείτε και άλλες ταινίες του, ιδίως το Μ’ Αγαπάς; και το Μια Μέρα τη Νύχτα). Φυσικά, οι Απέναντι είναι μια απ’ τις καλύτερες ταινίες του, καθώς και μια απ’ τις καλύτερες της δεκαετίας του ’80. Τέτοιες ταινίες σου δείνουν την εντύπωση ότι, τελικά, δεν είναι τόσο δύσκολο όσο φαντάζει να περνάς… απέναντι και, κανείς δεν ξέρει, θα ’ρθει ίσως η ώρα που θα το πεις και εύκολο.


Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας

 
Υ.Γ. : Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύτηκε πριν από λίγο καιρό στο site eranistis.net, στη στήλη ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΙΝΑΙ, ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ..., ως 2ο επεισόδιο με τίτλο Ο DANNY BRILLANT ΣΤΟ ΤΣΙΝ-ΤΣΙΝ!

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 2, Μανία (1985, Γιώργος Πανουσόπουλος)



Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 2, Μανία (1985, Γιώργος Πανουσόπουλος)

Το oxy-moron συμπληρώνει σήμερα 100 αναρτήσεις! Το γιορτάζουμε, λοιπόν, με μια ιδιαίτερη ταινία του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη, του αγαπημένου μου Γιώργου Πανουσόπουλου. Εύχομαι (κι ελπίζω) και η 200η ανάρτηση να αναφέρεται δικιά του ταινία (και μάλιστα καινούργια!). Οι φωτογραφίες της ανάρτησης ανήκουν στον φίλο ποιητή Σωτήρη Κακίση, με την άδεια του οποίου δημοσιεύονται εδώ. Για άλλη μια φορά το oxy-moron τον ευχαριστεί δημόσια (και επετειακά) για την πολύτιμη αρωγή που αφειδώς κι αφιλοκερδώς προσφέρει σχεδόν απ’ το ξεκίνημα του μπλογκ.




Μανία, 1985, σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανουσόπουλου,
με τους Alessandra Vanzi και Άρη Ρέτσο.

Μ’ έχει πιάσει, τελευταία, μια μανία με τον Γιώργο Πανουσόπουλο. Με τις ταινίες του δηλαδή. Μανία… Το χρώμα της Μανίας είναι κόκκινο. Σαν αίμα. Σαν ψέμα. Όπως η ζωή της πρωταγωνίστριας, της Ζωής (Alessandra Vanzi), ένα επιτυχημένο ψέμα. Στέλεχος μιας πολυεθνικής εταιρείας πληροφορικής, σύζυγος και μητέρα, την επιλέγουν για μετεκπαίδευση στην Αμερική. Ορθολογίστρια ώς εκεί που δεν παίρνει, τέρας λογικής, μυαλό τετράγωνο, «μαλώνει» κόρη και μητέρα που αγοράζουν κεριά για τη γιορτή της Αναλήψεως. Τότε ακόμη δεν ξέρει… Αργότερα θα γίνει η ίδια «δεν ξέρω»… Αίφνης, λοιπόν, όλα καταρρίπτονται: μια ζεστή μέρα του Ιουνίου, μια περίεργη μέρα κατά τη διάρκεια της οποίας όλα μπορούν να συμβούν, σε μια βόλτα στον Εθνικό Κήπο, βλέπει ένα ζευγάρι να ερωτοτροπεί. Ταυτόχρονα βλέπει κι έναν ηδονοβλεψία κι έτσι, ηδονοβλεψίας κι ίδια, αρχίζει να τρέχει για να ξεφύγει δίχως να ξέρει από τι, δίχως να ξέρει το γιατί. Φοράει γυαλιά, έχει μυωπία, ενώ τρέχει της πέφτουν και σπάνε, τα βλέπει πλέον θολά, κι όμως όλα ξεδιαλύνονται, πότε ήταν θολά;, ένα πολύχρωμο παγώνι, χιλιάδες μάτια, κι ένας άντρας, ένας περίεργος άντρας, σαν τον εργάτη του πάρκου (Άρης Ρέτσος), σαν φιγούρα διονυσιακή, σαν τον ίδιο τον Θεό του Δάσους, τον Πάνα, κι η ίδια «νεράιδα του μεσημεριού», σαγηνεύει τα ζώα, σαγηνεύει τα παιδιά, όλα μπορούν να συμβούν, όλα συμβαίνουν, όλα ξεστρατίζουν, όλοι αναστατώνονται, δεν μπορούν να καταλάβουν τι έγινε, δεν μπορούν να καταλάβουν πώς έγινε, δεν το πιστεύουν, προσπαθούν να χαλιναγωγήσουν, να φυλακίσουν τα παιδιά και τα ζώα, μα αυτά δεν πιάνονται πια, επηρεασμένα από τη Ζωή, την «μαμά-δεν ξέρω», τρέχουν, πηδάνε σαν κατσίκια, σαν τράγοι, οι Επιθυμίες απελευθερώνονται, ο δημόσιος εγκλεισμός τερματίζεται, ένθεη μανία, πυρετός, γκάιντα και τύμπανα, η τελετή της απελευθέρωσης, «… κι αν είσαι η μανούλα μου, σκύψε και φίλησέ με», η συντεταγμένη κοινωνία αντιδρά, οι Αρχές επιλαμβάνονται, ο Μηνάς, ο σύζυγος (Αντώνης Θεοδωρακόπουλος) παρεμβαίνει, όλα όμως έχουν πάρει τον δρόμο τους, όλα συμβαίνουν, όλα συνέβησαν ήδη: ένα εκτυφλωτικό φως, ένας δυνατός αέρας, κι η Ζωή δεν είναι πια εκεί, έχει αναληφθεί…! Τα άσπρα και τα κόκκινα κεράκια που είχε αγοράσει η κόρη της για τη γιορτή της Αναλήψεως έχουν ήδη ανάψει, ενώ ένας τράγος (ίδιος ο Παν) περιφέρεται εκεί όπου πριν στεκόταν η Ζωή… Το χρώμα της Μανίας είναι, όντως, κόκκινο, κόκκινοι κι οι τίτλοι της ταινίας, κόκκινο και το φόρεμα της Ζωής. Ώς κι η μουσική του Νίκου Ξυδάκη, ανατολίτικη κι απόλυτα ταιριαστή, σου προκαλεί μια διάθεση φυγής, απελευθέρωσης, ενός ταξιδιού προς κάτι νέο, σαν μια αυγή, μια ροδοκόκκινη αυγή…

Αθήνα, 30 Αυγούστου 2012

Φώτης Μπατσίλας