Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 4, My Darling Clementine (1946, John Ford)




Είμαστε Όλοι Σινεφίλ! – Μέρος 4, My Darling Clementine (1946, John Ford)

Για πρώτη φορά σήμερα η στήλη δημοσιεύει κείμενα διαφορετικών προσώπων για την ίδια ταινία. Η ταινία αποτελεί, κατά κοινή παραδοχή, ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, κι επειδή είναι και το αγαπημένο γουέστερν του Αργύρη Μπακιρτζή, όπως ένας φίλος και συνεργάτης του ιστολογίου μάς αποκάλυψε, το oxy-moron δεν έχει παρά να του αφιερώσει με αγάπη την ανάρτηση. Για τον Αργύρη Μπακιρτζή, λοιπόν:


My Darling Clementine 1946 (Αγαπημένη Μου Κλημεντίνη ή ), σε σκηνοθεσία John Ford, με τους Henry Fonda, Victor Mature, Linda Darnell και Kathy Downs.

1. Δε μ’ ενδιαφέρει εάν ο πραγματικός Wyatt Earp ήταν μανιώδης τζογαδόρος ούτε εάν σερίφης του Tombstone δεν ήταν αυτός στην πραγματικότητα αλλά ο αδελφός του ο Virgil. Δεν έχει σημασία η προσπάθεια συσχετισμού αυτής της ταινίας με την αλήθεια παρόλο που σίγουρα ήταν μέσα στις επιδιώξεις του σκηνοθέτη John Ford και του παραγωγού Darryl Zanuck (ο οποίος έκοψε περίπου 30΄ από την τελική κόπια και άλλαξε το φινάλε). Τέλος, δεν πειράζει που ο Henry Fonda (Wyatt Earp) είναι ευγενικός, φοράει κολόνια και περιποιείται τα μαλλιά του δίνοντας το έναυσμα για τη στροφή της Αμερικής από την βαρβαρότητα του κατακτητή στην ανάπτυξη πολιτισμού κι ευαισθησίας, πράγμα που βέβαια αποτελεί ιστορική ανακρίβεια (έτσι όπως παρουσιάζεται). Αν προσπεράσει κανείς αυτές τις αγκυλώσεις και δει την ταινία κινηματογραφικά θα διαπιστώσει ότι είναι πλήρης.
Ο πρωταγωνιστής (Henry Fonda) εμπνέει μία διαφορετική μορφή ηγετικής φυσιογνωμίας από την καθαρά επιθετική και μη αμφισβητήσιμη που είχαμε συνηθίσει από σκληροτράχηλους ήρωες. Πρεσβεύει μία προοπτική που περιλαμβάνει το ήθος και τον πολιτισμό σαν παράγοντες εξέλιξης ενός λαού και φυσιογνωμίας ενός ηγέτη, γι’ αυτό και αποφασίζει να χορέψει με την αγαπημένη του Κλημεντίνη (Cathy Downs), τη μορφωμένη, παραδοσιακή, καλοσυνάτη αλλά δυναμική δασκάλα. Ο χορός του Earp «ωθεί» τον Bill Clinton να παίξει σαξόφωνο, τον Barack Obama μπάσκετ και οποιονδήποτε ηγέτη να αναπτύξει κάποιου είδους ευαισθησία για να αποκτήσει μεγαλύτερη απήχηση.
Προσέξτε επίσης πόσο άψογα γυρισμένη και μονταρισμένη είναι η σκηνή από τον κουρέα και μετά. Αυτή η σκηνή είναι μία παρέκκλιση από την δομή της υπόθεσης όπου ο σκηνοθέτης αποφασίζει να της δώσει μια ανάσα. Χωρίς να μας πει σχεδόν τίποτα σημαντικό λεκτικά, ουσιαστικά μας λέει τα πάντα για την «ιδανική Αμερική». Η ιστορικά αιματοβαμμένη πόλη Tombstone για λίγα λεπτά γίνεται ανθρώπινη.


Νίκος Παππάς (nikos_m_pappas@yahoo.gr)




2. Το παλιό φεύγει και κάτι καινούργιο παίρνει τη θέση του. Έτσι γινόταν πάντα, σχεδόν νομοτελειακά, έτσι πρέπει να γίνει και τώρα. Με οποιοδήποτε μέσο, με οποιοδήποτε τίμημα. Ο ανθρώπινος παράγοντας, πάντα καθοριστικός, μπορεί να επισπεύσει ή να καθυστερήσει την εξέλιξη, δεν μπορεί όμως να την αποτρέψει. Κι όπως είναι φυσικό, πάντα θα υπάρχουν οπαδοί της εξέλιξης κι οπαδοί της συντήρησης, πάντα θα λαμβάνει χώρα μεταξύ τους ένας αδυσώπητος αγώνας και, σχεδόν πάντα, θα κερδίζει η εξέλιξη και… οι οπαδοί της συντήρησης! Κι όταν η εξέλιξη είναι ραγδαία συνήθως είναι και βίαιη. Βίαιη, αιματηρή δηλαδή, με θύματα πολλά, και στα 2 στρατόπεδα, τόσο που, στην αρχή, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον ηττημένο απ’ τον νικητή…
Η ταινία My darling Clementine (1946) του ιρλανδικής καταγωγής μεγάλου Αμερικανού σκηνοθέτη John Ford (παλαιότερα Jack Ford, με πραγματικό όνομα John Martin Feeney, 1894-1973) έχει θεωρηθεί από το σύνολο σχεδόν της κριτικής ως η ταινία που συμβολίζει την επιβολή του πολιτισμού στην Άγρια Δύση. Ίσως να ’ναι έτσι (ίσως και να μην είναι, αδιάφορο), όπως όμως όλες οι μεγάλες ταινίες και σχεδόν όλες οι ταινίες του Ford, εκτός από τον γενικότερο συμβολισμό περιέχουν πολλούς ειδικότερους συμβολισμούς, φανερούς ή καλυμμένους, προσωπικούς ή κοινωνικούς, αλληλοδιαδεχόμενους, βαλμένους στη σειρά, σε σκηνές, σε εικόνες, διότι για σινεμά μιλάμε, έτσι πρέπει να ’ναι οι ταινίες, να αφηγούνται τα γεγονότα και τοποθετούν σ’ αυτά τους χαρακτήρες των ηρώων, οι οποίοι προκαλούν μεν τα γεγονότα αλλά επηρεάζονται, σμιλεύονται κιόλας απ’ αυτά, έτσι είναι οι μεγάλες ταινίες, και ο Ford ήξερε όσο λίγοι να κάνει ταινίες, μεγάλες ταινίες…


Ο Γουάιτ Έρπ (Henry Fonda, 1905 - 1982) και τ’ αδέρφια του μεταφέρουν ένα κοπάδι με αγελάδες για να το πουλήσουν. Περνούν από την πόλη Τουμπστόουν, όπου κάνουν στάση για να ξεκουταστούν, εκεί όμως κάποιοι τους κλέβουν το κοπάδι και σκοτώνουν τον μικρότερο αδερφό. Η εκδίκηση προβάλλει ως ο μοχλός της ιστορίας, της εξέλιξης, η υπόθεση είναι όμως πολύ προσωπική: ο Γουάιτ Ερπ και τ’ επιζήσαντα αδέρφια του πρέπει να εκδικηθούν τον θάνατο του αγαπημένου τους μικρού αδερφού, αλλιώς δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω στον πατέρα τους. Ηθική και Καθήκον συγχέονται κι έτσι, ο Γουάιτ (ίσως και τα’ όνομά του να μην είναι τυχαίο) αναλαμβάνει καθήκοντα σερίφη στην πόλη και, αν και ευγενική φυσιογνωμία (σε αντίθεση τους κακομούτσουνους και άπλυτους Δυτικούς), δείχνει από νωρίς πόσο σκληρός κι αποτελεσματικός μπορεί να γίνει ως προς την επιβολή του Νόμου και της Τάξης.
Την πόλη την ελέγχει κατ’ ουσίαν ένας σκληρός άντρας, ο Ντοκ Χόλινταιη (Victor Mature, 1913-1999), θρύλος της Άγριας Δύσης (το όνομα του οποίου έχει εμφανιστεί σε πλειάδα γουέστερν και του έχουν αποδοθεί πλείστες όσες ιδιότητες και χαρακτηριστικά), άντρας σκληρός, και γόης, αλλά και καλλιεργημένος, με μια περίεργα ευαίσθητη πλευρά (παρακολουθεί θέατρο), αλλά και με κλονισμένη υγεία: βήχει ακατάπαυστα κι ο οργανισμός του δεν αντέχει το ουίσκι. Ερωμένη του είναι μια νεαρή τραγουδίστρια του σαλούν της πόλης, η εξωτική κι όμορφη Τσιουάουα (Linda Darnell).
Κάποια στιγμή, φτάνει στην πόλη μια κομψή κυρία, η Κλημεντίνη Κάρτερ (Cathy Downs), η οποία αναζητά τον… Δρ Τζον Χόλινταιη! Ναι, πρόκειται για τον Ντοκ, ο οποίος στο παρελθόν είχε άλλη ζωή, ήταν γιατρός, ένας καθ’ όλα αξιοπρεπής πολίτης και τώρα κατάντησε ένας άρρωστος παλληκαράς. Ο Ντοκ διώχνει την Κλημεντίνη κι αρχίζει να πίνει. Ο Ερπ τον επαναφέρει με μια γροθιά, κι ύστερα ασχολείται με την κομψή κυρία:

- Ήταν μια σύντομη επίσκεψη, της λέει.
- Μερικοί νομίζουν ότι έχω ήδη μείνει πολύ, απαντάει αυτή.
- Το βάζετε εύκολα κάτω…
- Δεν νομίζω ότι ξέρετε πολλά για την υπερηφάνεια μιας γυναίκας…


Κι ύστερα οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές: ο Ντοκ ληστεύει μια τράπεζα και φεύγει απ’ την πόλη, ενώ ταυτόχρονα ο Ερπ εντοπίζει το μενταγιόν του σκοτωμένου αδερφού του στο λαιμό της Τσιουάουα, η οποία του λέει πως της το ’δωσε ο Ντοκ. Ο Ερπ προλαβαίνει τον Ντοκ, ο οποίος αρνείται τα πάντα για το μενταγιόν. Έτσι, η Τσιουάουα αναγκάζεται να πει την αλήθεια, ότι το μενταγιόν της το ’δωσε ο γιος ενός μεγαλοκτηνοτρόφου της περιοχής, του γερο- Κλάντον. Η αποκάλυψη της αλήθειας όμως είναι γι’ αυτήν μοιραία: η νεαρός Κλάντον την πυροβολεί και την τραυματίζει θανάσιμα. Πρέπει να εγχειριστεί άμεσα και ο Ντοκ αναλαμβάνει την εγχείρηση, αν και έχει πολύ καιρό να το κάνει. Ο νεαρός Κλάντον το σκάει, αλλά ένας αδερφός του Γουάιτ Ερπ τον προλαβαίνει και τον πυροβολεί. Ο γέρο-Κλάντον βλέπει τον γιο του να πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια του. Αρχίζει να πληρώνει κι αυτός το τίμημα. Δεν το αντέχει. Σηκώνει το όπλο και πυροβολεί πισώπλατα τον αδερφό του σερίφη Ερπ. Ο κύκλος του αίματος διευρύνεται…
Η εγχείρηση δείχνει να πετυχαίνει κι η Κλημεντίνη δηλώνει περήφανη για τον Ντοκ. Ο Γουάιτ Ερπ, που δεν ξέρει για την απώλεια και δεύτερου αδερφού του, ρωτάει ανακουφισμένος τον μπάρμαν του σαλούν:

- Έχεις ερωτευθεί ποτέ;
- Όχι, ήμουν μπάρμαν σ’ όλη μου τη ζωή…, απαντάει αυτός!

Οι Κλάντον πετούν το πτώμα του νεαρού Ερπ έξω απ’ το σαλούν και στέλνουν μήνυμα στον Γουάιτ Ερπ ότι θα τον περιμένουν στο Ο.Κ. Κόραλ (O.K. Corral) για την τελική αναμέτρηση των 2 αντιπάλων οικογενειών (με ό,τι κι αν αυτές συμβολίζουν). Η Τσιουάουα όμως πεθαίνει κι ο Ντοκ, που θρηνεί πλέον κι αυτός το δικό του θύμα, δεν μπορεί άλλο να μένει στη μέση, δεν μπορεί να ακροβατεί μεταξύ Νόμου και Παρανομίας, μεταξύ άξεστων και καθωσπρέπει, πρέπει να διαλέξει πια με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει. Έτσι, ενώνεται με τους Ερπ για την περίφημη μονομαχία του Ο.Κ. Κόραλ, η οποία έχει νικητές τους Ερπ και τελευταίο θύμα τον ίδιο τον Ντοκ. Το ενδιάμεσο έχει πια εκλείψει, κι η Κλημεντίνη, σαφής έκφραση του «καθαρού» καινούργιου, παραμένει στην πόλη ως δασκάλα. Οι 2 επιζήσαντες Ερπ επιστρέφουν στον πατέρα τους έχοντας εκπληρώσει πλήρως την αποστολή τους, όποια κι αν ήταν αυτή…

Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου (29 Ιανουαρίου 2012 - 19 χρόνια μετά...)



Σήμερα, δεκαεννιά ακριβώς χρόνια μετά, ο Χρήστος Βακαλόπουλος παραμένει ζωντανός στη μνήμη μας, βλέπουμε τις ταινίες του, διαβάζουμε τα κείμενά του, ακούμε όσες απ’ τις εκπομπές του διασώθηκαν, τις μουσικές και τα τραγούδια που κι αυτός αγαπούσε: Παπάζογλου και Σαββόπουλο, Beatles και Rolling Stones και, φυσικά, Kinks!

Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου, λοιπόν, ένα βιβλίο-φόρος τιμής στη μνήμη του, φτιαγμένο με μεράκι και πολλή αγάπη από μας, τους φίλους και γνωστούς του, τον Σωτήρη Κακίση και τον Αργύρη Μπακιρτζή, τον Βάσο Πτωχόπουλλο κι εμένα… Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο:

Ήταν Παρασκευή, απόγευμα προς βράδυ, και καθόμουν μόνος στο «Φίλιον», το παλιό «Dolce», όταν χτύπησε το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν ο Σωτήρης ο Κακίσης κι είχε διάθεση να με πειράξει: «Κάνε πως είσαι ο Βακαλόπουλος, να μιλήσουμε για μεθαύριο, για το Παναθηναϊκός–ΑΕΚ…», μου είπε. Είδατε; Κάποιες λέξεις, όσο κι αν είναι κοινότοπες και κοινόχρηστες, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με πρόσωπα, αγαπημένα και ζωντανά στη μνήμη, ακόμα κι αν λείπουν υλικά απ’ την καθημερινότητά μας. Dolce και Παναθηναϊκός, λοιπόν, Βακαλόπουλος δηλαδή. Κι άλλες φορές Πάτμος, Αρίωνας, Καλλιδρομίου, Παρασκήνιο, Decadence, Βρούτος, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Ντορέ… Κι άλλες λέξεις, ελληνικές οι πιο πολλές, μα και μια ξένη, που μόνη της, αμέσως κι άμεσα, παραπέμπει στον Χρήστο Βακαλόπουλο: Kinks!

Πόσο πολύ αγάπησε ο Βακαλόπουλος τους Kinks; Tί σήμαιναν οι Kinks για τον ίδιο; Ποια θέση κατείχαν, κατ’ εκείνον, στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα ή, ακόμα, και σ’ όλο τον χώρο της Τέχνης; Τις απαντήσεις τις δίνει ο ίδιος ο Βακαλόπουλος μέσα από τα γραπτά του, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα:

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, με καθαρή φωνή και αργό, όπως πάντα, τέμπο, παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στους Kinks, στο «Τρίτο Πρόγραμμα» της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. 1979: η πολιτικοποιημένη μουσική της Μεταπολίτευσης πνέει τα λοίσθια, η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» προετοιμάζει την μέχρι παρεκτροπής «αναβίωση» του ρεμπέτικου και το ροκ, εγχώριο και ξένο, δείχνει τελειωμένη υπόθεση. Ο Βακαλόπουλος έχει αντιρρήσεις. Οι Kinks δεν είχαν τελειώσει. Αντιθέτως, αυτά ακριβώς τα χρόνια έφταναν στην πιο μεγάλη ακμή τους, έγραφαν τα πιο ώριμα, μουσικά και στιχουργικά, κομμάτια τους και, γενικώς, έδειχναν ότι είναι το συγκρότημα που μπορεί να ξεπεράσει την λεγόμενη τότε «παρακμή του ροκ». Ναι, ο Βακαλόπουλος είχε διαγνώσει έγκαιρα αυτό που οι άλλοι θα ανακάλυπταν χρόνια μετά. Όσοι το ανακάλυπταν, βέβαια…
 
 

Το βιβλίο «Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου», με πρόλογο του Βάσου Πτωχόπουλλου, επίλογο του Αργύρη Μπακιρτζή και εξώφυλλο, οπισθόφυλλο κι επιμέλεια του Σωτήρη Κακίση κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Αιγαίον της Λευκωσίας. Στην παραπάνω φωτογραφία, που περιέχεται στο βιβλίο, εικονίζονται κατά σειρά από αριστερά: ο Σταύρος Τσιώλης, ο Αργύρης Μπακιρτζής, ο Σωτήρης Κακίσης κι ο Χρήστος Βακαλόπουλος.

Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας