Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΤΖΙΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΤΖΙΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Τα Ραδίκια Ανάποδα...





Γιώργος Γαλίτης, Τα Ραδίκια Ανάποδα

Έχει πλάκα τελικά ο θάνατος… Τόση πλάκα που μπορεί και… να πεθάνεις κι από τα γέλια! Ειδικά όταν αποδίδεται μέσα από 13 επικήδειους-μονόπρακτα σαν αυτούς-αυτά που απαγγέλλει-ερμηνεύει ο Γιώργος Γαλίτης κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Ζίνα (Λ. Αλεξάνδρας 74 -πρώην κινηματογράφος), στις 21:13 ακριβώς (!), σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Κυριακίδη και κείμενα του ίδιου του Γαλίτη.


Η αρχή γίνεται με τον ίδιο τον Χάρο αυτοπροσώπως κι η συνέχεια είναι… εκπληκτική! 13 επικήδειοι, ένας κι ένας, κι η σάτιρα σ’ όλο της το μεγαλείο: απ’ τις αγαθοεργίες μιας πλούσιας χήρας που είναι φειδωλή διότι… δεν θέλει να προκαλεί, έως τις κουλτουριάρικες αναζητήσεις ενός χωριάτη που, σχεδόν αγράμματος, περνάει τις νύχτες με τους ανάλογου πνευματικού επιπέδου φίλους του βλέποντας την Θυσία του Ταρκόφσκι και διαβάζοντας το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν! Μια σάτιρα που δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τους ταγούς της ελληνικής κοινωνίας, τον Κλήρο και τον Στρατό, που απαιτούν αυστηρά ήθη αλλά… μόνο για τους άλλους, αλλ’ ούτε και τους πολιτικάντηδες ή τον μικρόκοσμο των ανθρώπων της Τέχνης, την Έπαρση και τον Φθόνο που τους διακατέχει, ή αυτόν ενός μικρολωποδύτη ή ακόμη κι ενός ράπερ, ενός μάγειρα-καρικατούρα μιζέριας (δεεεεν πειράζει…) ή ενός… δημοσίου υπαλλήλου (καταλαβαίνετε τι εννοώ..).


Το χιούμορ του Γαλίτη… θανατηφόρο (!) κι ο ίδιος, ως ηθοποιός, ξεδιπλώνει το τεράστιο ταλέντο του και τις πραγματικά πολύ μεγάλες δυνατότητές του (η αλλαγή και μόνο ενός ρούχου σου δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για άλλον ηθοποιό, τόσο πειστικά περνάει από ρόλο σε ρόλο! –κι εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα και στην σκηνοθεσία του Κυριακίδη). Η εν γένει παρουσία του ευχάριστη και οι κινήσεις του σώματός του απολύτως εκφραστικές, «συμμορφώνονται» πλήρως στις απαιτήσεις ενός εκάστου τύπου που ο ηθοποιός ενσαρκώνει. Βλέποντας τον Γαλίτη στο συγκεκριμένο έργο να ερμηνεύει αυτά τα 13 μονόπρακτα, σου δημιουργείται η εντύπωση ότι βλέπεις έναν κωμικό ηθοποιό που κινείται μεταξύ του Λαζόπουλου και του Πανούση. Μόνο που, ενώ η ευστροφία του Τζιμάκου υπάρχει στο ακέραιο, λείπει –ευτυχώς- η ευτέλεια του Λαζόπουλου…


Ο Γαλίτης αποδεικνύει με τις ερμηνείες και τα κείμενά του ότι μπορείς να διασκεδάσεις με τον θάνατο δίχως… μακάβρια αστεία, και να ξεσπάσεις σε γέλια δίχως «πορδές» και άλλα κακόγουστα «βοηθήματα». Όσοι δεν είδατε την παράσταση, σπεύσατε και δεν θα χάσετε. Διότι αν δεν δείτε τα ραδίκια ανάποδα, δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε πόση μα πόση πλάκα έχει η… ζωή! Ζωή σε λόγου σας, λοιπόν, ή όπως λένε οι συντελεστές του έργου, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε!

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Μπατσίλας


Υ.Γ. Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι του Σωτήρη Κακίση, ενώ τις υπόλοιπες βρήκα στη σελίδα της παράστασης στο facebook.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση



7 μέρες με την «Πανσέληνο στο Δάσος» του Σωτήρη Κακίση

Πανσέληνος σήμερα, η δεύτερη του Αυγούστου… Αντιγράφω απ’ το προσωπικό μου ημερολόγιο (με λίγες εκ των υστέρων προσθήκες και διορθώσεις):

Ημέρα 1η, Σάββατο.- Στους Κόκκους, Ασκληπιού και Διδότου, ο Σωτήρης, ο Βασίλης Χουλιαράς απ’ το Μεσολόγγι, ο Ηρακλής Οικονόμου κι εγώ. Ο Σωτήρης μας έφερε τη νέα του ποιητική συλλογή. Πανσέληνος στο Δάσος! Ωραίος τίτλος, ωραίο και το εξώφυλλο, με σκηνή απ’ το Μ’ αγαπάς; του Πανουσόπουλου. Την ξεφυλλίσαμε όλοι μαζί. Σ’ όλους άρεσε. Το μάτι μου «κόλλησε» στο ακόλουθο ποίημα:

θνήσκων  Σωτήρης. να μην ξαναρχίσω με κεφαλαίο, και τ’ όνομά μου πια με μικρό, λίγο πριν, πολύ, πάρα πολύ μετά. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα του αγάλματος, του χαλκού έστω, να ’ναι κι απέξω προς το μαύρο, όχι τελείως άσπρο, τελείως θάνατος, τελείως μάρμαρο, σαν ταφόπλακα, σαν σταυρός. στο σκοτάδι το απόλυτο πια από μέσα στα χάλκινα, τι κίνηση απέξω εγώ πάλι να δίνω, τι γαλατική κι εγώ ευγένεια πια να ’χω, να πεθαίνω σαν άγαλμα, σαν τέχνη μόνο εγώ ο πολεμιστής, εγώ, το φάντασμα αυτό το αεικίνητο! από μέσα στο άσπρο το μαύρο είναι πιο λευκό, πιο απλό, πιο σκοτεινό, πιο ήρεμο.
 

Ημέρα 2η, Κυριακή.- Ξύπνησα νωρίς. Ζεστός καφές και μπισκότα. Πήρα στα χέρια μου την Πανσέληνο στο Δάσος. «της Τέρρυς το δάσος, της πριγκίπισσας», διάβασα την αφιέρωση. Κι ύστερα διάβασα τα ποιήματα. Όλα. Κι έβαλα μουσική, τραγούδια. Και τραγούδησα. Και μουρμούρισα:
τη χάνω την Ακρόπολη! ένα σπίτι του δύο χιλιάδες θα είναι πια ανάμεσά μας, δεν θέλω όμως πολυτέλειες και πολυκατοικίες, τραγούδια θέλω μόνο, ρόουντ σονγκς, να τους ψάχνω εγώ όλους, να μη βρίσκω ποτέ κανέναν, να τους χάνω και να χάνομαι. στην Αθήνα δεν ξέρω τι να κάνω πια, τι κάνω. είμαι γιος Θεού για τους Αιγυπτίους, μέγας Πολέμαρχος για τη Δύση, ο μεγαλύτερος των Ελλήνων για τους Έλληνες, για την Ασία.  κι όμως, πάει η Ακρόπολη ξαφνικά, χάνεται σαν άνθρωπος κι αυτή μες στο πλήθος, μες στο τόσο μου πάθος. ένα μάτι ακόμα να ’χα μόνο σαν θεός, ένα μάτι μόνο επουράνιο!

 Ημέρα 3η, Δευτέρα.- Στο γραφείο από νωρίς. Σχεδόν νύχτωσε. Δεν έκανα διάλειμμα σήμερα. Αχ, να ’χα ένα τσιγάρο, όπως τότε που κάπνιζα, να το ανάψω, ν’ ανοίξω το παράθυρο να χυθεί κρύος αέρας, να το ’φχαριστηθώ, να ευχαριστηθώ… Ανοίγω την Πανσέληνο στο Δάσος. Τυχαία σελίδα, τυχαίο ποίημα… Τυχαίο;

γιατί όχι κι ένα τσιγάρο; πόσοι δεν πεθαίνουν χωρίς τσιγάρο, χωρίς καθόλου καπνό, πόσες γυναίκες με το στόμα τους καθαρό σαν ήλιος, με τα χνώτα τους σαν μάγουλα ροδοκόκκινα, με το νου τους σαν πλανήτη χωρίς φεγγάρια, χωρίς δαχτυλίδια κι ατμό; πόσοι πλανήτες ύστερα δεν λένε να πεθάνουν με τίποτα, χωρίς νερό, χωρίς φωτιά, χωρίς αέρα. ένα Σύμπαν δηλαδή τελείως νεκρό, ζώντας μόνο σαν χθες, κι η καρδιά μου να το προσέχει ολομόναχη, μην καπνίσω, μη ζήσω, μην πεθάνω.



Ημέρα 4η, Τρίτη.- Ο Τζίμης Πανούσης διάβασε στον Δούρειο Ήχο του 7 ποιήματα από την Πανσέληνο στο Δάσος. Θα ανεβάσω το αρχείο στο youtube! Θα με βοηθήσει ο Σωτήρης και ο Θοδωρής Σκριβάνος. Οι απαγγελίες του Τζιμάκου αποδίδουν τα ποιήματα υπέροχα, πρέπει να τον ακούσουν όσο το δυνατόν πιο πολλοί! (Το ανέβασα, βεβαίως):
μεγάλωσε κι ο θάνατος. από μικρό παιδάκι έγινε κι ο θάνατος άντρας ολόκληρος, από φυλλαράκι δάσος, από κοράλλι θάλασσα, ωκεανός απέραντος. μεγάλωσε σαν άνθρωπος κι αυτός, σαν δέντρο, σαν το χώμα. όλο και πιο πολύ χώμα γύρω μου, όλο και πιο μεγάλη αγωνία, όλο και πιο ασίγαστο άγχος. θάνατος σαν χώμα παντού, άμμος οι άνθρωποι που φεύγουν, σταγόνες από πάνω τους τα λίγα τους λόγια, οι καημένες οι καρδιές τους. σύννεφα κατακόκκινα στον ουρανό τα αισθήματά τους, ακίνητα μες στους έρωτες κομμάτια ολόκληρα θανάτου, σαν καρύδια μες στο μέλι, σαν πετραδάκια σ’ ενυδρείο πολύχρωμα. γιατί, ωραίος κι ο θάνατος, τελικά. πολύ ωραίο παιδάκι.

 



Ημέρα 5η, Τετάρτη.- Στον Ηλεκτρικό, Ομόνοια-Πειραιάς. Και μετά στο Φέρρυ για την Ύδρα. Έχω μες στην τσάντα μου την Πανσέληνο στο Δάσος. Έχει μποφώρ, μα διαβάζω λίγο. Κρατώ ένα μολύβι και σημειώνω κάποιες λέξεις. Σηκώνω τα μάτια μου, βλέπω μια νεαρή κοπέλα, όμορφη, και γλυκειά, το βλέμμα της καρφωμένο στο μολύβι μου, ένα βλέμμα περίεργο, εξεταστικό, κι ύστερα ένα χαμόγελο: η μύτη του μολυβιού έχει τελειώσει, έχει σωθεί:
και τα μολύβια, τελικά, τελειώνουν. και τα μολύβια. βλέπω να μικραίνουν οι μύτες τους, να πρέπει κάθε φορά εγώ να τα ξαναζωντανέψω, να μπορούν όσο μπορούν να λένε σαν Πινόκιο ψέματα, ανοησίες. ο Πινόκιο, βέβαια, ξύλινος κι αυτός ο περισσότερος, σιγά-σιγά άνθρωπος  με τα ψέματα έγινε, κι εγώ από άνθρωπος ξύλο, πέτρα, σκόνη γρήγορα γίνομαι. όλος αυτός ο δανεικός, ο πρόσκαιρός μου αέρας μπαινοβγαίνει σαν ταχυδακτυλουργός, σαν μάγος μέσα μου. για να βγει τελικά χωρίς πολλά-πολλά μια μέρα, μια νύχτα. έν’ απόγευμα.
 
 Ημέρα 6η, Πέμπτη.- Πάντα μου άρεσαν οι Πέμπτες, για το προμήνυμα του τέλους της ’βδομάδας, για τα δύσκολα που πέρασαν, τις Τετάρτες που έφυγαν και τις Παρασκευές που έρχονται, ούτε κι ο ίδιος πια δεν ξέρω, από παράδοση ίσως… Σήμερα όμως, που έχει πανσέληνο, μελαγχόλησα. Κι ας είναι Πέμπτη… Ξαπλώνω στο κρεββάτι, κοιτάζω το ταβάνι, το χέρι μου ψηλαφίζει ένα βιβλίο στο κομοδίνο. Δεν φοράω γυαλιά, το φέρνω κοντά στα μάτια μου. Είναι η Πανσέληνος στο Δάσος, πάντα δίπλα μου, πάντα επάνω μου, να με στηρίζει και να με φωτίζει, στις δύσκολες ώρες, στις μελαγχολικές Πέμπτες, όπως οι φίλοι οι καλοί, όπως η ποίηση η αυθεντική:                                      .
να βγω έξω, δεν βγήκα. νύχτα έχει και μέσα, και στη μέση των δωματίων πάντα πανσέληνοι μικρές, πάντα φώτα. με γυαλιά τότε μαύρα μπορείς να κοιτάς προς τα πάνω, ό,τι θέλεις να γίνεται το φως, έκλειψη ιδιωτική, ήλιος προσωπικός, σελήνη, ας πούμε, υπερήφανη, σαν καρδιά εγκάρδια, σαν νερό το φως δροσερό τότε, πηγαίο. και δικά σου πάλι τότε πρόσωπα, σαν θεός όσα εσύ θέλεις μόνο να ξανάρχονται, να ξαναφωτίζονται λίγο, πολύ, ήσυχα-ήσυχα. πανσέληνος τότε η ψυχή σου στο δάσος, το θεοσκότεινο, το μαύρο. από πάνω σαν λάμπα, λάμπα δωματίου τιποτένια, θεά ξαφνικά κι αυτή όμως, παντού, παντοδύναμη.

 

Ημέρα 7η, Παρασκευή.- Στις εκδόσεις Opera. Με τον Σωτήρη, τον Γιώργο, το Στέλιο, την Γαρυφαλλιά, τον Μανώλη, τον Κώστα, τον Τζιμάκο, τον Αντρέα, τον Βασίλη, τον Θεοδόση και τον Χρήστο. Κλασική συνάντηση Παρασκευής, σήμερα όμως ήμαστε περισσότεροι διότι εγκαινιάζαμε τον ανακαινισμένο χώρο του Γιώργου. Ο Σωτήρης μοίρασε σε όλους την Πανσέληνο στο Δάσος. Ο Τζιμάκος, ιδιαιτέρως ευδιάθετος και ενθουσιασμένος, πήρε το βιβλίο και θέλησε να διαβάσει κάποια ποιήματα. Ο Σωτήρης δεν ήθελε… Στο τέλος ο Τζιμάκος διάβασε μόνον ένα, το πρώτο της συλλογής. Αυτό:
όλα μια νύχτα, μια στιγμή. κι εγώ από πάνω, ακίνητος, των πάγων ένα φως κατά κάτω να στέλνω μόνο, λιμνών τις αντανακλάσεις τις πιο αρχαίες απ’ όλες, καθρέφτης εγώ αυτού του Ήλιου του βλάκα, του φωτός του απλός τηλεγραφητής, πότε παιδί, πότε γυναίκα, πάντα όμως χωρίς σώμα, χωρίς πόδια, χωρίς ποδιά. κι ολόγυρα πια κάτω, δίπλα στους άλλους δίπλα μου, σαν νύχι εγώ πιο συχνά, σαν ακτίνα ολοστρόγγυλη, σαν σχίσιμο στο μάτι τ’ ουρανού χωρίς αίμα, χωρίς νερό. μόνο όταν ολόκληρος, ολόκληρη είμαι, μόνο τότε της Γης τα σκοτεινά και την ημέρα δάση φωτίζονται, κινούνται, περπατάνε.


Αθήνα, 31 Αυγούστου 2012 (Πανσέληνος)


Φώτης Μπατσίλας


Y.Γ.: Η ποιητική συλλογή «Πανσέληνος στο Δάσος» (2012) του Σωτήρη Κακίση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ (Λευκωσία). Διάθεση στην Αθήνα: Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια. Ιστοσελίδα: www.yialousa.org. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Βασίλη Αρτίκου, αυτή που εικονίζει τον Τζιμάκο να διαβάζει του Θοδωρή Σκριβάνου, ενώ αυτή με τον Κακίση και τον Πανούση του… ίδιου του Κακίση! Τους ευχαριστώ όλους!

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Σωτήρη Κακίση: Ένωσις! (Το Εγχειρίδιο του Κακού ΑΕΚτζή)



Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το  βιβλίο του Σωτήρη Κακίση με τίτλο «Ένωσις!» και υπότιτλο «Το Εγχειρίδιο του Κακού ΑΕΚτζή». Πρόκειται για μία συλλογή κειμένων του Κακίση για την ΑΕΚ, σε διάφορους χρόνους, καθώς και μερικών συνεντεύξεών του με κάποιους θρύλους της ιστορίας της Α.Ε.Κ., τον Θωμά Μαύρο, τον Μίμη Παπαϊωάννου και τον… Βασίλη Γεωργίου (τον εκφωνητή του «Μεγάλου Κυπέλου»)! Τα κείμενα κι οι συνεντεύξεις αναδύουν την αγνή αγάπη του ποιητή για την ομάδα κι αποτυπώνουν σημαντικές στιγμές της ιστορίας της. Το εξώφυλλο είναι του ίδιου του συγγραφέα του βιβλίου, ενώ το οπισθόφυλλο του ζωγράφου Γιώργου Σταθόπουλου.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις κυπριακές εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ (Λευκωσία), που πρακτορεύονται στην Ελλάδα από το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια, Αθήνα), και εντάσσεται στη σειρά «Μικρά Κείμενα» με αριθμό 14, στην οποία περιέχονται και άλλα βιβλία του Κακίση («Σεξ και Σπορ!», «Αθηνά Σωτηρίου, Συνέντευξη μ’ έναν Μεγαλέξανδρο», «Ο Βέγγος δεν είναι Κιτς», «Η Λογοτεχνία ως Σινεμά») ή βιβλία στα οποία συνέπραξε ο Κακίσης («Ντόρος», «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων έως το 1876», «Οι Kinks του Χρήστου Βακαλόπουλου»).

Η ιδιαίτερη σχέση μου με το βιβλίο (επιμέλεια – επίλογος - αφιέρωση) κι η ιδιότητα του οπαδού της Α.Ε.Κ. δεν μου επιτρέπουν να πω όλα όσα θέλω... Κλείνω, λοιπόν, με την αυτούσια παράθεση του Ύμνου της Α.Ε.Κ., που έγραψε ο Κακίσης και περιέχεται στο βιβλίο, τον οποίο, όπως σημειώνει ο ίδιος, θα ήθελε να τον μελοποιήσει ο κουμπάρος του ο Τζιμάκος ο Πανούσης, και να τον τραγουδήσει ο ίδιος, και ο οποίος δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο διαδίκτυο με την άδεια του συγγραφέα και του εκδότη Βάσου Πτωχόπουλλου:

ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ Α.Ε.Κ.

Εμπρός αητέ, Δικέφαλε,
αητέ της ιστορίας,
αητέ των δύο πόλεων,
της Ένωσης της μίας!

ΑΕΚ του μέγα Γιάμαλη,
του μάγου Νεστορίδη,
του Φάντροκ και του Στάνκοβιτς,
του Τσικ, του Σεραφείδη!

ΑΕΚ εσύ του Εξηνταοκτώ
και του Αμερικάνου,
του Μαύρου, του Αρδίζογλου,
του Παπαϊωάννου!

Εμπρός αητέ, Δικέφαλε,
χρυσών πρωταθλημάτων,
πάντα στα Ντέρμπυ νικητή,
ομάδα των θαυμάτων!

 


Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 2012


Φώτης Μπατσίλας

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Πέφτουν οι σφαίρες σαν το... Χαλαζωνίτη!



Τούτες οι σφαίρες ακόμα βουίζουν γύρω μου. Εκτοξευμένες απ’ την πέννα του Δημήτρη Χαλαζωνίτη, άλλες μαλακές κι άλλες σκληρές, κάποιες σαν εξοστρακισμένες κι αδέσποτες, μα όλες καίριες, με πετυχαίνουν, τίμια, οι άτιμες, εκεί που πονώ, εκεί που όλοι πονούν, στο σημείο που άλλοι ονομάζουν συνείδηση, άλλοι ψυχή κι εγώ απλώς αίσθημα. Σφαίρες πολυτονικές, έγχρωμες σ’ ασπρόμαυρο φόντο, πλανώνται στον αέρα, σφυρίζουν, να ησυχάσεις δε σ’ αφήνουν, άλλες εισέρχονται κατ’ ευθείαν μέσα σου κι άλλες τριγυρίζουν γύρω σου, κάρβουνα αναμμένα, την ύπαρξή τους υπενθυμίζουν και προφυλάσσουν τη δική σου. Σφαίρες, λοιπόν, ποιήματα δηλαδή, εκατό τον αριθμό, οι πενήντα αφιερωμένες στον Δημήτρη Λιοσάτο που έφυγε και στη μικρή Φωτεινή που έρχεται με φόρα, κι άλλες πενήντα στους ποιητές Γιάννη Βαρβέρη και Σωτήρη Κακίση και στον Τζιμάκο (τον Πανούση), πυροβολητές μεγίστου βεληνεκούς όλοι τους, και μεταξύ αυτών, των εκατό σφαιρών, μία ριπή, και στο τέλος τους, μια μαχαιριά, μαχαιριά που πλήγωσε τον ποιητή, «τη νύχτα που έφυγε ο Δημήτρης».

Ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης μετά τις «Ζημιές» (1997), τους «Αερίτες» (2003) και το «Πωλείται το παρόν» (2006), παρουσιάζει τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Σφαίρες» (όλα τα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Θεμέλιο»). Πάρτε μια μικρή γεύση (και προσοχή μην πληγωθείτε):

1. Μια σφαίρα λέει πάντα αλήθεια.

16. Δεν έχω πίστη για να χάσω
στην έξοδο τραγουδούν
οι Ελεύθεροι Απελπισμένοι.

34. Στον καθρέφτη έχουν φωλιά οι ρυτίδες.
Κάθε χρόνο, μια-μια, δυο-δυο
βγαίνουν για κυνήγι.

50. Όχι ουρανός.
Μα το μαρμαρωμένο μαστίγιο
της αστραπής

58. Κρατάει τσιγάρο και μαχαίρι.
Και τα δύο στα δόντια.
Χαμόγελο είναι.

77. Κι αν οι σφαίρες των επίλεκτων ποιητών
πάντα βρίσκουν τον στόχο
Είναι γιατί το μάτι
σαν βάζουν στο στόχαστρο
βλέπουν μονάχα τον ίδιο τους τον εαυτό.


92. Και είναι η περιφρόνησή μου
σαν την τσίκλα που μασάν τα παιδιά
ακόμη και μπροστά στη συντέλεια του κόσμου.

94. Καλησφαίρα.


Δώστε ιδιαίτερη προσοχή στα ποιήματα -σφαίρες με λήγοντα μηδέν (10, 20, κ.λπ., συν στο ποίημα με αριθμό 98). Είναι όλα τους «κόκκινα» και ξεκινούν όλα με τον στίχο «όχι ο ουρανός». Γιατί, άραγε;…

Κι όπως γράφει ο ποιητής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου,

…πάρτε σφαίρες μαζί σας
Το μέλλον είναι πόλεμος.


Υ.Γ. Περισσότερα για τον Δημήτρη Χαλαζωνίτη στο http://www.halazonitis.gr/.

Στις φωτογραφίες, κατά σειρά: 1. Το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής, ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης και οι Τζίμης Πανούσης, Δημήτρης Χαλαζωνίτης και Σωτήρης Κακίσης (από εκδήλωση για τον Κακίση)

Αθήνα, 19 Μαΐου 2011

Φώτης Μπατσίλας


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

21 + 1 Τζιτζίκια...





 21 + 1 τζιτζίκια μου τριβελίζουν το μυαλό. Κάτι «πρέπει» να πω γι’ αυτά, κάτι ν’ αποκαλύψω, έστω τα στοιχεία τους να δώσω, να Σας τα «καταδώσω», αφού, άλλωστε, λίγο – πολύ αυτό κάνει ένα μπλογκ (και δη …οξύμωρον!), «καταδίδει» τις προσωπικές σκέψεις του γράφοντος, στην προσπάθειά του, φυσικά, να μάθει πώς να λυτρώνεται απ' αυτές…
Τα βάζω σε σειρά τυχαία και σας λέω όσα ξέρω γι’ αυτά. Κι αυτά, τα άτιμα, αρχίζουν και τραγουδούν (τζιτζίκια είναι!) κι αποκαλύπτουν, κι εξηγούν. Κι, ίσως, στο τέλος, οδηγήσουν και στο ένα… Πάμε:


1. Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΙ Ο ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Το παραμύθι. Η συκοφαντία της ανεμελιάς υπέρ της εργατικότητας, της χαράς υπέρ της θλίψης, του παρόντος υπέρ του μέλλοντος. Προτιμώ την ταινία του Φίλιππα Φυλακτού σε σενάριο Τσιφόρου – Βασιλειάδη, που έχει κι Αυλωνίτη (και Ρίζο και Ντορ και Μπελίντα). Κι αν όλα όσα …μνημόνευσα σας έφεραν στο νου λέξη της ίδιας ρίζας, μην ανησυχείτε: τζιτζίκια γεννηθήκαμε κι, όχι, δεν προλάβαμε (όλοι) να γίνουμε μυρμήγκια…


2. Ω, ΜΑΚΑΡΙΑ ΠΕΤΕΙΝΑ. Από τους «Όρνιθες» του Χατζιδάκι σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, με τον Γιώργο Μούτσιο και Χορωδία. Καλά τα λέει ο Αριστοφάνης:

«Ω, μακάρια πετεινά
με τα ωραία φτερά ντυμένα
το χειμώνα ξένοιαστα
για παπούτσια και για χλαίνα.
Ούτε θέρος απ’ αχτίνα
του ήλιου ξερολαχανιάζω
μεσ’ στα ρόδα και στα κρίνα
και στις φυλλωσιές φωλιάζω
άμα ο τζίτζικας ο λάλος χαίρεται που ήλιος καίει
κι απ’ την κάψα μεθυσμένος με ψιλή φωνή το λέει
κι έχω χειμαδιό σπηλιές
όπου παίζω με ξωθιές
και την άνοιξη βοσκάω μύρτα τρυφερά παρθένα,
που τα καλλιεργούν οι Χάρες σε βουνόπλαγα ανθισμένα.»

3. ΕΧΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ. Απ’ την «Πολιτεία» του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα.


«...Έχεις τον ήλιο στα μαλλιά σου
και το φεγγάρι στην ποδιά σου
κι ένα τζιτζίκι εκεί στα στήθια
που σου λε- που σου λέει παραμύθια...».
4. ΤΟ ΠΑΡΔΑΛΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ. Ο Τζίμης Πανούσης περιγράφει …«Χημεία και Τέρατα»:

«Αυτό το πηγαιν’-έλα στη μυρμηγκοφωλιά σας
συσσώρευση σαβούρας για τα γεράματά σας
ενώ από ψηλά σάς τραγουδώ, μονότονο τζιτζίκι παρδαλό
εγώ δεν κουβαλάω, δεν έχω το χτικιό, είμαι φρικιό».
Ο Τζιμάκος κι αν τα λέει καλά…


5. ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ FOR EVER. Εδώ δεν έχει λόγια. Είναι ένα οργανικό κομμάτι του Μιχάλη Σιγανίδη από το δίσκο του «Sabbath lift». Θα μπορούσε κάλλιστα να είν’ ο ήχος των τζιτζικιών καταμεσήμερο, κατακαλόκαιρο.


6. Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ. Ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου περίπου του 1920 (θυμάστε «τα ψηλά βουνά»;) μελοποιημένο απ’ τον Γιάννη Ζουγανέλη και τραγουδισμένο απ’ τον ίδιο και την …οικογένειά του (Ισιδώρα Σιδέρη, Ελεωνόρα Ζουγανέλη). Περιέχεται στον παιδικό δίσκο του Ζούγα «Παραμυθοτράγουδα». Ναι, καλά το σκεφτήκατε, κοντεύω τα σαράντα κι ακόμα είμαι παιδί! Το παραθέτω όλο:

Πού είσαι τάχα εδώ κοντά μου,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου,
πού είσαι τάχα σκαλωμένος
και λαλείς ευτυχισμένος;

Τι χαρούμενος που θα ’σαι!
Μες στην πράσινη μουριά μου
τραγουδείς κι αποκοιμάσαι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου!

Τραγουδείς το μεσημέρι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου,
τραγουδείς το καλοκαίρι
που στον κήπο σ’ έχει φέρει.

Τραγουδείς πολύ κοντά μου.
Στον κορμό, στον κλάδο να ’σαι;
Δε σε πιάνω, μη φοβάσαι,
τζίτζικά μου, τζίτζικά μου!


7. ΝΥΧΤΟΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ.

«Τζιτζίκια στήσαν το χορό
με το χορό, στο ντάλα μεσημέρι
και στέκουν γύρω τα παιδιά
και παίζουν παλαμάκια…»
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, μελοποιημένο απ’ τον Νίκο Μαμαγκάκη. Περιέχεται στο δίσκο «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου». Τραγουδάει (όχι κι άσχημα) ο Γιάννης Πουλόπουλος.




8. Ο ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ, ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ. Στίχοι και μουσική του Απόστολου Καλδάρα. Τραγουδά ο πιτσιρίκος τότε (και μετέπειτα …γόης του ελληνικού τραγουδιού) Νίκος Νομικός. Πλάκα έχει. Είχε κυκλοφορήσει σε 45άρι το 1962, αλλά συμπεριλήφθηκε πρόσφατα στη συλλογή «Τα παιδικά του 60».

«…Πάντα ζω σαν το τζιτζίκι , πάντα ζω σαν το τζιτζίκι
πάντα ζω σαν το τζιτζίκι , όλο μπάλα και ξυλίκι.
Όλο μπάλα και ξυλίκι
κι ούτε νοιάζομαι για νοίκι…»

9. ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ. Πάλι ο (τζι)Τζιμάκος σ’ ένα ιστορικό τραγούδι απ’ την εποχή των Μουσικών Ταξιαρχιών (και τους δίσκους «Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν» και «Hard Core»).

«…Κάτω από το χώμα σαν τα ποντίκια,
κι ο εφιάλτης σε κυνηγά.
Τέρμα τα πουλάκια και τα τζιτζίκια,
μονάχα βράχια ραδιενεργά.

Zεις πρωτοπόρο Ναγκασάκι,
σε κάθε δρόμο, κάθε σοκάκι, Ναγκασάκι …».


10. ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ. Κι αυτό ορχηστικό, της A. Ionatos. Από το δίσκο της «Ιουλίου Λόγος» σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Η συχνή ενασχόλησή της με τον ποιητή προφανώς την οδήγησε και στα τζιτζίκια που, ειρήσθω εν παρόδω (όπως θα διαπιστώσετε, άλλωστε) απαντώνται συχνότατα στο έργο του Ελύτη.


11. Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ (ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ). Η μουσική είναι του Μίμη Πλέσσα και οι στίχοι (ποιού άλλου;) του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τραγουδά ο (βασικός τότε) τραγουδιστής των τραγουδιών του διδύμου Γιάννης Πουλόπουλος. Από τον δίσκο «Μίλα μου για την Λευτεριά» (στον οποίο, για την ιστορία, συμμετείχε και η Ρένα Κουμιώτη). Μέτριο το τραγούδι (κι άστοχη η ρίμα του «Πήλιο» με τον «ήλιο»…), μέτρια και η ερμηνεία. Το παραθέτω κι αυτό όλο:

Κυρ-τζίτζικα, συμπάθα με, που δεν σε σιγοντάρω,
μ’ απ’ όλα αυτά που πάθαμε, μου ’ρχεται να φουντάρω,
να βάλω πέτρα στο λαιμό και μια και δυο στον ποταμό.

Κυρ-τζίτζικα, μας πιάσανε τον Αύγουστο στο Πήλιο
και μας εξαναγκάσανε να βάψουμε τον ήλιο.
Με το συμπάθιο βρε παιδιά, πάρ’τε πινέλο και μπογιά.

Κυρ-τζίτζικα, εβάψαμε με φούμο δυο αχτίδες.
Τα χέρια μας εκάψαμε, κι οι άλλοι μην τους είδες.
Και θα το δεις, λόγω τιμής, για όλα αυτά θα φταίμε εμείς.


12. ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ. Εδώ έχουμε ένα απ' τα πιο γνωστά τραγούδια του «Νέου Κύματος». Μουσική του Λίνου Κόκοτου, ποίηση του Ελύτη κι ερμηνεία του Μιχάλη Βιολάρη. Από τον δίσκο «Το Θαλασσινό Τριφύλλι». Γλυκό και νοσταλγικό τραγούδι. Όλο κι αυτό:

Η Παναγιά τα πέλαγα κρατούσε στην ποδιά της,
τη Σίκινο την Αμοργό και τ’ άλλα τα παιδιά της.

E, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι, γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει; Κι όλοι αποκρίνονται μαζί:
Ζει, και ζει και ζει, και ζει και ζει, και ζει και ζει,
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει!

Από την άκρη του καιρού και πίσω απ' τούς χειμώνες
άκουγα σφύριζε η μπουρού και βγαίναν οι γοργόνες

Και ’γώ μέσα στους αχινούς στις γούβες στ’ αρμυρίκια
σαν τους παλιούς θαλασσινούς ρωτούσα τα τζιτζίκια:

E, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι γεια σας κι η ώρα η καλή
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει; Κι όλοι αποκρίνονται μαζί:
Ζει, και ζει και ζει, και ζει και ζει, και ζει και ζει,ο βασιλιάς ο ήλιος ζει!



13. ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ. Υπέροχο ποίημα του Ελύτη που, ευτυχώς, μελοποιήθηκε καλά από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Ερμηνεύουν ο Σταύρος Πασπαράκης και Χορωδία. Από τον δίσκο «Ήλιος ο Πρώτος». Φυσικά, κι αυτό όλο (μέσα σε παρένθεση οι στίχοι που δεν μελοποιήθηκαν και που, δυστυχώς, είναι κι αυτοί των τζιτζικιών …):

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
(πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες)
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος,
(τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους),
της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά-σιγά
(και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας)
ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
(ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα;
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του,
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του,
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης,
κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα,
σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε)

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς,
μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
'Αχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες,
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας

('Ερχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών

 Όμως και πίσω απ’ όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος,
όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός)

14. ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ. Ελύτης και πάλι, μέρος του ποιήματος Ιουλίου Λόγος (από τα ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ του ποιητή). Μουσική της Ionatos, με την ίδια και τον Σπύρο Σακκά, από το δίσκο «Ιουλίου Λόγος»:

«…κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από ’να
σ’ άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του …».



15. ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. Της Αρλέτας με την ίδια από το δίσκο «Ένα καπέλο με τραγούδια». Γνωστή και χαρακτηριστική (μελαγχολική) μπαλάντα της Αρλέτας:

«…Θυμάμαι ένα άσπρο μεσημέρι, κάποιο ωραίο καλοκαίρι.
Είχες το σώμα κάποιας μοίρας, τη γεύση της αρμύρας.
Ήξερες μόνο να ζητάς, χωρίς να ξέρεις να πονάς.
Τζίτζικας που δεν τραγουδά, χορός χωρίς χαρά …».


16. Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ. Λαϊκότροπο τραγούδι των Γιάννη Ζαχαρόπουλου και Γιάννη Μυλωνά, με τον (πρώην …τερμίτη) Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, από τον δίσκο «Στο Αφιερώνω»:

«…Μέσα στον κόσμο αρνήθηκα
τα πράγματα τ’ ανήθικα,
κι απ’ τη ζωή του μέρμηγκα
προτίμησα του τζίτζικα …».

17. ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ. Σε στίχους Νίκου Κανάκη και μουσική Ορφέα Περίδη με τον ίδιο τον συνθέτη. Από τον ίσως λιγότερο γνωστό δίσκο του Περίδη «Στο πρώτο πέταγμα»:

«…Τρέχω στο ποτάμι τρέχω
τ’ αηδονάκι να σου φέρω,
κι αν δεν το ’βρω, κι αν μου φύγει,
τρέχω για να παραγγείλω
στο τζιτζίκι και στο γρύλο …»



18. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. Τραγούδι στο γνωστό …μαθητικό ύφος του συγκροτήματος απ’ την Κέρκυρα Κόρε Ύδρο (Κορεσμένοι Υδρογονάνθρακες). Από τον τελευταίο τους δίσκο «Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78»:

«…τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου,
τη φθίνουσα χαρά των μαθητών,
την παρακμή, την ευθύνη, τη σκληρή αλήθεια
στα τελευταία τζιτζίκια …».

19. ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΥΠΝΟ. Τραγούδι σε μουσική του Σωκράτη Μάλαμα (διαπιστώνεται εύκολα, παρά τη «διαφορετική» ενορχήστρωση!) και σε στίχους του Άλκη Αλκαίου, από τον δίσκο της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Η εκπομπή», με την ίδια:

«Ο χρόνος είναι του Θεού
κι ο πόνος του ανθρώπου,
να βλέπει το είδωλό του
να κλαίει και να γελά
Στην κάψα του μεσημεριού
βουλιάζουν τα τζιτζίκια.
Κοχύλια κι αρμυρίκια
στα μαύρα σου μαλλιά …».


20. Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΗΚΕΣ. Μουσική του Νίκου Ξυδάκη και στίχοι του Θοδωρή Γκόνη, με τον συνθέτη. Από το δίσκο «Τένεδος». Τραγούδι στο γνωστό ύφος του Ξυδάκη, απ’ τα γνωστότερα (και τα καλύτερα):

«… Σε μέθυσε ο τζίτζικας,
της γης το μεσημέρι.
Ξεχάστηκες και έχασες
του γυρισμού τ’αστέρι.»

21. Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ. Τελευταίο τραγούδι αυτό των αγαπημένων Χειμερινών Κολυμβητών, σε ποίηση (μαντέψ’τε!) του Ελύτη με τον Αργύρη Μπακιρτζη, τον Κώστα Σιδέρη και χορωδία. Από τον δίσκο «Το πέρασμά σου». Ο Μπακιρτζής ξέρει να μελοποιεί, να απαγγέλλει, να τραγουδάει αλλά και να … ρωτάει: «Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά;».

«…Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταύγουστου.
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθειών ονείρων μας, είν’ η τρελή ροδιά;».
  

+ 1… Η αφορμή ως τα τώρα, αλλά μπορεί να γίνει και η «αληθεστάτη πρόφασις»…

Αθήνα, 16 Ιανουαρίου 2011

Φώτης Μπατσίλας

Υ.Γ. Μόλις τέλειωσα το κείμενο, θυμήθηκα και βρήκα κι άλλα …τζιτζίκια σ’ άλλα τραγούδια: στο «Φωκίωνος Νέγρη» των Γιώργου Μουζάκη και Ηλία Λυμπερόπουλου, στο «ο πόλεμος των ζουζουνιών» των Νότη Μαυρουδή και Δημήτρη Μανθόπουλου, στο «Καφενείο Λιανοκάπη» της Νένας Βενετσάνου και της Αγαθής Δημητρούκα, στο «Σε προσέχω σαν δάκρυ» του Μιχάλη Γρηγορίου και της Ρηνιώς Παπανικόλα, στο «τα δέντρα» του Χρήστου Θηβαίου, στο «Εφηβεία» του Γεράσιμου Νεόφυτου, στο παραδοσιακό «Παντρεύουνε τον κάβουρα», στο «Σαντιάγο» του Μίκη Θεοδωράκη και του Λόρκα (απόδοση Μιχάλη Μπορμπούλη) και, φυσικά, στο Άξιον Εστί του Θεοδωράκη και του Ελύτη (στο «Δοξαστικό»). Επίσης, στους δίσκους «Τα τζιτζίκια του χειμώνα» και «το τζιτζίκι και η παρέα του» των Τρίφωνο και Σάκη Τσιλίκη αντιστοίχως. Αναγκαστικά πια θα μείνουν στον πάγκο, μαζί με τ’ άλλα που θα μου θυμίσετε ή υποδείξετε, χρυσές «εφεδρείες».



Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ




Σε μας έλαχε να βιώσουμε, θαρρώ, τούτες τις μέρες, με την επικείμενη ή επαπειλούμενη κατάργηση του φορολογικού απορρήτου και την ολοένα αυξανόμενη (και) κρατική προτροπή προς το κάρφωμα, το αποκορύφωμα μιας παράξενης αντιστροφής: της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων και της ταυτόχρονης … δημοσιοποίησης των ιδιωτικών! Κι αν ακούγεται οξύμωρο, δυστυχώς έτσι είναι … Τούτες τις μέρες, λοιπόν, που την Χώρα μας κυβερνούν οι … σοσιαλιστές, που έχουμε Πρωθυπουργό ένα εξόχως σημαίνον στέλεχος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με μεγάλες ιστορικές αλλά και οικογενειακές καταβολές από τον χώρο της σοσιαλιστικής (έστω κεντρώας) σκέψης και διανόησης, που με τον αέρα του «χαρισματικού» ηγέτη δεν παραλείπει, ως ταπεινός πολιτικάντης (σαν τον «πολιτευτή» του Σαββόπουλου), να «κοκορεύεται απάνω στον εξώστη» ούτε να «μιλάει στο Πόπολο» (ή στο «Πόμολο», κατά τον Τζιμάκο) «σαν τον ναυαγοσώστη», δίχως να του περνάει απ’ το μυαλό, ως φαίνεται, ότι «άλλο ναυαγοσώστης κι άλλο ναυαγός», τούτες ακριβώς τις μέρες συντελείται η παραπάνω αντιστροφή που, ναι, αν το θέλετε, είναι τω όντι μεταρρύθμιση. Τούτες τις μέρες δηλαδή επιτυγχάνεται ο και «εκσυγχρονιστικός» ονομασθείς στόχος, η ιδιωτικοποίηση των πάλαι ποτέ προπύργιων του Κοινωνικού Κράτους, η Παιδεία, η Υγεία, οι Μεταφορές, εμπορευματικές κι επιβατικές, η Ασφάλιση, οι Συντάξεις, οι Επικοινωνίες, οι Πληροφορίες, οι Δημόσιοι Λειτουργοί, τα (για κοινωνικούς λόγους) Μονοπώλια, όλα αυτά προσφέρονται πλέον στο πιάτο στους Ιδιώτες κι έτσι το Κράτος μεταλλάσσεται σιγά-σιγά από Κράτος Δικαίου σε … Κράτος Χυδαίου (για να μιμηθώ και πάλι λίγο τον Τζιμάκο). Και συνάμα – κι εδώ είναι το παράξενο!- τις ίδιες τούτες μέρες που «αποθεώνεται» ο ιδιωτικός τομέας και στηλιτεύεται με κάθε πρόσφορο τρόπο οτιδήποτε Δημόσιο, αυτές τις μέρες λαμβάνει χώρα και σιγά-σιγά υλοποιείται το ουχί λαϊκό αλλά «λαϊκίστικο» αίτημα για δημοσιοποίηση των πάντων, για «όλα στο φως», από προτιμήσεις (σεξουαλικές, κυρίως, αλλά και άλλες μείζονος ή ήσσονος σημασίας) έως εισοδήματα, έως παραπτώματα, έως … μύχιες σκέψεις! Το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής κάμπτεται, δεν υπάρχει «ιδιωτικός χώρος», ποιος νοιάζεται για ατομικά δικαιώματα, ποιος ρωτάει «κι εσένα τι σε νοιάζει;» (μια άλλη διατύπωση του «εννόμου συμφέροντος»), δεν απαιτείται πια «έννομο συμφέρον», πόσω μάλλον «δικαίωμα», μόνο περιέργεια, και συμφέρον, κι ας μην είναι καν έννομο, και σκοπιμότητα και «αποκατάσταση της Δικαιοσύνης» (τι ωραίο που ακούγεται!), δια του φθόνου και της μνησικακίας, δια του πόνου των άλλων, δια της εξισώσεως προς τα κάτω, δια της κοινής εξαθλιώσεως. Και μέσον για όλ’ αυτά, για τη δημοσιοποίηση και, μοιραία, τη διαπόμπευση όλων όσων έχουν κάποια «μυστικά», όσων θέλουν να κρατήσουν στη σκιά κάποια πράγματα, έναν σκληρό πυρήνα ιδιωτικότητας, δηλαδή, είναι, φυσικά, ο παμπάλαιος κι ιστορικά δοκιμασμένος και πετυχημένος τρόπος: το κάρφωμα! Μια σύγχρονη actio popularis, δηλαδή, μια «λαϊκή» αγωγή, που, ναι μεν δεν προβλέπεται στο Δίκαιό μας (κι αυτό μέχρι σήμερα ήταν κάτι απολύτως «δεδομένο»), πλην οι τελευταίες Κυβερνήσεις μάς την παρέχουν αφειδώς, δίχως να νοιαστούν για … Νόμους, Συντάγματα κι άλλες τέτοιες λεπτομέρειες (για να μην πω αηδίες)…
Ναι, τούτες τις μέρες ακριβώς, κάποιο πρωί, μόλις ξύπνησα κι αναλογίστηκα ότι «το κάρφωμα πολλοί αγάπησαν, το καρφί ουδείς» κι ότι στους χώρους της κοινωνικής συνύπαρξης (π.χ. στον Στρατό) δεν υπάρχει χειρότερη ρετσινιά απ’ αυτήν του «καρφιού», τότε ακριβώς μου ’ρθε στο νου κι άρχισα να σιγομουρμουρίζω εκείνο το παλιό τραγούδι του Κώστα Χατζή που λέει ότι «… και τότε οι άνθρωποι θα πουν ξανά, γύφτοι, γύφτοι τα ’φτιάξαν τα καρφιά …».




Αθήνα, 22 Οκτωβρίου 2010

Φώτης Μπατσίλας



Υ.Γ. Στις φωτογραφίες: μερικά καρφιά (απλώς καρφιά!) από το μπλογk kontiloforos.blogspot.com και, φυσικά, το πιο διάσημο κινηματογραφικό καρφί (και κινηματογραφικός προδότης) ο Αρτέμης Μάτσας.